Όσοι Γερμανοί έχουν περιέργεια να μάθουν τι έκαναν οι πρόγονοί τους την περίοδο των ναζί μπορούν πλέον να μάθουν τα πάντα από τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ
Σε έρευνα του Πανεπιστημίου Μπίλεφελντ, οι μισοί ερωτηθέντες δήλωσαν ότι θεωρούν πως τα μέλη της οικογένειάς τους δεν ανήκαν στους «συνοδοιπόρους» του ναζιστικού καθεστώτος. Ωστόσο, συναφής μελέτη δείχνει ότι, ειδικά για όσους συνεργάστηκαν ενεργά με το καθεστώς, μεταβιβάστηκαν ελάχιστες πληροφορίες μέσα στις οικογένειές τους.
Μια νέα αποκάλυψη ωστόσο, φέρνει τώρα στο φως περισσότερες λεπτομέρειες. Τα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ ανήρτησαν στο διαδίκτυο εκατομμύρια αιτήσεις εγγραφής στο ναζιστικό κόμμα NSDAP (Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, γνωστό ευρύτερα ως Ναζιστικό Κόμμα) ή σε ανάλογους συλλόγους. Η περιήγηση στο αρχείο είναι δωρεάν και επιτρέπει την αναζήτηση, ανάμεσα στις καρτέλες, για τα μέλη των οικογενειών.
Σύμφωνα με τη μελέτη MEMO, τα εγγόνια δείχνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον να διερευνήσουν τον ρόλο των παππούδων και γιαγιάδων τους, καθώς υπάρχει μεγαλύτερη συναισθηματική απόσταση. Όποιος θέλει να μάθει την οικογενειακή του ιστορία μπορεί να βρει στα αμερικανικά αρχεία ονόματα, ημερομηνίες γέννησης, αριθμούς μητρώου, ημερομηνίες εγγραφής και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πορτρέτα μελών του NSDAP.
Το αρχείο των μελών δεν είναι μεν πλήρες, ωστόσο τα εκατομμύρια εγγραφές προσφέρουν έναν εκτενή κατάλογο Γερμανών που έως το 1945 στέκονταν, τουλάχιστον στα χαρτιά, στο πλευρό των ναζί.
Γιατί τα δεδομένα έρχονται από τις ΗΠΑ;
Το αρχείο περιλαμβάνει περίπου 6,6 εκατομμύρια δελτία μελών για μεμονωμένα μέλη του NSDAP, αναφέρεται στην περιγραφή της καρτέλας στην ιστοσελίδα (πηγή στα Γερμανικά) των Εθνικών Αρχείων των ΗΠΑ. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο, η ιστοσελίδα είναι αυτή την περίοδο συχνά δύσκολα προσβάσιμη λόγω του μεγάλου αριθμού αιτημάτων. Συνολικά, το NSDAP αριθμούσε έως το 1945 8,5 εκατομμύρια μέλη. Περίπου το ένα πέμπτο των δεδομένων, επομένως, δεν είναι προσβάσιμο.
Το ότι το υπόλοιπο υλικό σώζεται μέχρι σήμερα οφείλεται στον διευθυντή χαρτοποιίας στο Μόναχο, τον Χανς Χούμπερ. Λίγο πριν από το τέλος του πολέμου, αγνόησε την εντολή του κόμματος και έκρυψε χιλιάδες καρτέλες σε ανακυκλώσιμα χαρτιά αντί να τις καταστρέψει.
Μετά τον πόλεμο κατασχέθηκαν από τον αμερικανικό στρατό και μεταφέρθηκαν στο Berlin Document Center. Η ειδική αυτή υπηρεσία χρησίμευσε, μεταξύ άλλων, στην αποναζιστικοποίηση της Γερμανίας από τις συμμαχικές δυνάμεις. Από τη δεκαετία του 1990 τα έγγραφα ανήκουν και πάλι στη γερμανική κυβέρνηση και φυλάσσονται στο Ομοσπονδιακό Αρχείο (Bundesarchiv), αντίγραφα σε μικροφίλμ όμως παρέμειναν και στις ΗΠΑ.
Στο Ομοσπονδιακό Αρχείο, προς το παρόν, η παροχή πληροφοριών είναι δυνατή μόνο κατόπιν αίτησης. Ισχύουν ακόμη προθεσμίες προστασίας προσωπικών δεδομένων. Στο Bundesarchiv αυτές λήγουν μόνον δέκα χρόνια μετά τον θάνατο ενός προσώπου ή 100 χρόνια μετά τη γέννησή του.
«Στόχος του Bundesarchiv είναι να αναρτήσει συνολικά τις καρτέλες των μελών στο διαδίκτυο, όταν οι προθεσμίες λήξουν τα επόμενα χρόνια», αναφέρεται πάντως σε δελτίο Τύπου του αρχείου για το μητρώο μελών.
Τα νεότερα μέλη του NSDAP γεννήθηκαν το 1928, ώστε μέχρι το 1945 να έχουν ενηλικιωθεί και να μπορούν να ενταχθούν στο κόμμα – άρα αυτή η προθεσμία θα μπορούσε να λήξει το 2028. Η δημοσιοποίηση φακέλων από τα αμερικανικά αρχεία θεωρείται ιστορικής σημασίας, ιδίως σε μια στιγμή που οι ζωντανοί μάρτυρες λιγοστεύουν όλο και περισσότερο.
Ο φάκελος του Αδόλφου Χίτλερ διατίθεται πλέον διαδικτυακά
Οι καταγραφές τεκμηριώνουν κυρίως τρεις βασικές κατηγορίες πληροφοριών, όπως περιγράφονται στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ. Σε αυτές περιλαμβάνονται η ιδιότητα μέλους στο NSDAP, η συμμετοχή σε ορισμένες επαγγελματικές ενώσεις που υποστηρίζονταν ή συνδέονταν με το NSDAP, καθώς και οι δραστηριότητες του ναζιστικού δικαστικού συστήματος.
Δημόσια προσβάσιμοι είναι πλέον και φάκελοι για εξέχουσες προσωπικότητες του ναζιστικού καθεστώτος, με πρώτο τον Αδόλφο Χίτλερ, αλλά και τον Χάινριχ Χίμλερ και τον Ρούντολφ Ες. Τα στοιχεία εγγραφής στο κόμμα που αναφέρονται στις καρτέλες κυμαίνονται μεταξύ 1929 και 1943, όμως στην πλειονότητά τους προέρχονται από την περίοδο 1931–1937.