Εργοστάσιο στο Λίνγκεν της Κάτω Σαξονίας παράγει καύσιμα για ρωσικούς τύπους αντιδραστήρων σε συνεργασία με τη Rosatom: το σχέδιο αμφισβητείται πολιτικά και νομικά.
Στο Λίνγκεν της Κάτω Σαξονίας, η Advanced Nuclear Fuels GmbH (ANF), θυγατρική του γαλλικού πυρηνικού ομίλου Framatome, παράγει από το 1979 καύσιμα στοιχεία για πυρηνικούς σταθμούς στην Ευρώπη. Με την έξοδο της Γερμανίας από την πυρηνική ενέργεια στις 15 Απριλίου 2023, όταν οι τρεις τελευταίοι γερμανικοί πυρηνικοί σταθμοί – μεταξύ των οποίων και ο σταθμός Emsland ακριβώς δίπλα στην εγκατάσταση της ANF – αποσυνδέθηκαν από το δίκτυο, η εγχώρια αγορά για την εταιρεία σχεδόν εξαφανίστηκε.
Ήδη όμως πριν από αυτό, η ANF είχε αρχίσει να ανοίγει ένα νέο πεδίο δραστηριότητας: την παραγωγή εξαγωνικών καυσίμων στοιχείων για πιεστικούς αντιδραστήρες σοβιετικού τύπου (WWER), που εξακολουθούν να λειτουργούν στην Τσεχία, τη Σλοβακία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και τη Φινλανδία. Οι 19 αυτοί αντιδραστήρες προμηθεύονταν για πολλά χρόνια το καύσιμό τους αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τη Ρωσία. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όλοι οι διαχειριστές έχουν πλέον υπογράψει συμβάσεις με εναλλακτικούς προμηθευτές, παραμένουν όμως σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένοι από τη ρωσική τεχνολογία.
Ο δρόμος για την απεξάρτηση περνά από τη Ρωσία
Με την πρώτη ματιά, το σχέδιο φαίνεται ενεργειακά εύλογο: αν δυτικοί κατασκευαστές προμηθεύουν αυτά τα καύσιμα στοιχεία, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης θα μπορούσαν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τη Μόσχα. Ακριβώς εδώ όμως προκύπτει μια αντίφαση, καθώς ο δρόμος για την απεξάρτηση από τη Ρωσία περνά, παραδόξως, από ρωσική τεχνολογία και ρωσική συμμετοχή.
Βάση του εγχειρήματος είναι μια σύμβαση άδειας εκμετάλλευσης του 2021 μεταξύ της ANF και του ρωσικού κρατικού πυρηνικού ομίλου Rosatom καθώς και της θυγατρικής του TVEL Fuel Company. Την αίτηση για την πυρηνική αδειοδότηση υπέβαλε η ANF τον Μάρτιο του 2022 στο υπουργείο Περιβάλλοντος της Κάτω Σαξονίας, λίγες εβδομάδες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Έκτοτε βρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία νομικά σύνθετη και πολιτικά αμφιλεγόμενη.
«Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη διαδικασία»
Τυπικά αρμόδιο είναι το κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας, στην πράξη όμως το περιθώριο κινήσεων του κρατιδίου είναι περιορισμένο, καθώς τον τελικό λόγο έχει η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Τον Φεβρουάριο 2026, το περιοδικό Politico, επικαλούμενο πρόσωπα με γνώση της υπόθεσης, μετέδωσε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε απευθύνει στην Κάτω Σαξονία σύσταση έγκρισης υπό όρους.
Το ομοσπονδιακό υπουργείο Περιβάλλοντος (BMUKN) αναφέρει, απαντώντας σε ερώτημα του Euronews, ότι δεν σχολιάζει λεπτομέρειες όσο η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη.
Ο υπουργός Περιβάλλοντος της Κάτω Σαξονίας, Κρίστιαν Μάγερ (Πράσινοι), δεν κρύβει τον σκεπτικισμό του: «Η αίτηση για μετατροπή της παραγωγής σε εξαγωνικά καύσιμα στοιχεία στο εργοστάσιο του Λίνγκεν, με ρωσική συμμετοχή, δεν είναι μια συνηθισμένη διαδικασία και προκαλεί σε εμένα και σε πολλούς πολίτες σοβαρές ανησυχίες για την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια».
Το εγχείρημα προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Περισσότεροι από 11.000 πολίτες και φορείς εξέφρασαν γραπτώς την αντίθεσή τους στο σχέδιο, ένας ασυνήθιστα υψηλός αριθμός για διαδικασία πυρηνικής αδειοδότησης.
Σύμφωνα με μια ανάλυση (πηγή στα Γερμανικά) της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Υπηρεσίας Πολιτικής Αγωγής, η Rosatom είναι αρμόδια τόσο για την ειρηνική όσο και για τη στρατιωτική χρήση της πυρηνικής ενέργειας στη Ρωσία. Από τις 4 Μαρτίου 2022 ο όμιλος ελέγχει επίσης τον κατεχόμενο ουκρανικό πυρηνικό σταθμό της Ζαπορίζια. Ο Μάγερ υπογραμμίζει ότι πολλοί ειδικοί από την Ουκρανία και την Ανατολική Ευρώπη προειδοποιούν για τον κρατικό πυρηνικό όμιλο, που εμπλέκεται άμεσα στον επιθετικό πόλεμο.
Το σχέδιο: η ρωσική τεχνολογία ως μεταβατική λύση
Η ANF και η Framatome αξιολογούν διαφορετικά το εγχείρημα. Ο Μάριο Λέμπεριγκ, αντιπρόεδρος τεχνολογίας της Framatome και υπεύθυνος για τον τομέα μηχανικών στη Γερμανία, χαρακτήρισε το σχέδιο, μιλώντας στην FAZ, ευκαιρία για μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια στην Ανατολική Ευρώπη. Μια αυτόνομη ανάπτυξη των καυσίμων στοιχείων δεν θα είναι έτοιμη για μαζική παραγωγή πριν από το 2030, γι’ αυτό μέχρι τότε η ANF βασίζεται στην άδεια της Rosatom. Τα απαραίτητα μηχανήματα βρίσκονται ήδη στο Λίνγκεν· σύμφωνα με την FAZ, περίπου 20 Ρώσοι ειδικοί παρέδωσαν τον Απρίλιο 2024 τον εξοπλισμό στο προσωπικό της ANF.
Το υπουργείο Περιβάλλοντος της Κάτω Σαξονίας αντιτείνει: «Δεν είναι σαφές πώς μια στενή αδειοδοτημένη παραγωγή σε συνεργασία με τη Ρωσία – με ρωσικά μηχανήματα, τεχνογνωσία και έτοιμα καύσιμα στοιχεία από τη Ρωσία – μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα στοιχεία». Ως εναλλακτικό μοντέλο, το υπουργείο αναφέρει τη Westinghouse, η οποία ήδη παράγει στη Σουηδία εξαγωνικά καύσιμα στοιχεία για ανατολικοευρωπαϊκούς αντιδραστήρες.
Αμφιβολίες εκφράζει και ο Βλαντίμιρ Σλίβιακ. Ο συμπρόεδρος της ρωσικής περιβαλλοντικής οργάνωσης Ecodefense και κάτοχος του βραβείου Right Livelihood ζει εξόριστος στη Γερμανία. Δηλώνει στο Euronews: «Η Framatome δεν μπορεί να παράγει αυτό το καύσιμο χωρίς τη Rosatom, επομένως η εξάρτηση παραμένει. Αυτό που παρουσιάζεται ως διαφοροποίηση είναι στην πραγματικότητα συνέχιση της εξάρτησης, στην οποία οι ευρωπαϊκές εταιρείες απλώς αποσπούν ένα μέρος των κερδών».
Ένας πολιτικός ελιγμός μέσω Γαλλίας;
Ο Σλίβιακ βλέπει στη δομή του εγχειρήματος επίσης μια προσπάθεια παράκαμψης της πολιτικής αντίστασης. Όπως υποστηρίζει, η τότε ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε απορρίψει το 2022 μια άμεση συνεργασία σε γερμανικό έδαφος. Στη συνέχεια, η κοινοπραξία επανασυστάθηκε στη Λιόν, με την ίδια δομή, αλλά ως γαλλικό νομικό πρόσωπο. Ο Σλίβιακ λέει: «Πρόκειται για έναν καθαρό πολιτικό ελιγμό. Η Γερμανία δίσταζε να επιτρέψει στη Rosatom να εισέλθει στον πυρηνικό της τομέα, οπότε η Framatome μετέφερε απλώς την κοινοπραξία στη Γαλλία και την επανέφερε από άλλον δρόμο. Ο ρόλος των Ρώσων δεν εξαφανίστηκε ποτέ, απλώς ξανασερβιρίστηκε».
Οι εισαγωγές ουρανίου της Ευρώπης: η διασύνδεση με τη Ρωσία παραμένει
Σύμφωνα με έρευνα του NDR, η Ρωσία προμήθευσε το 2024 περίπου 68,6 τόνους ουρανίου στο εργοστάσιο του Λίνγκεν, αύξηση περίπου 66% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Σε επίπεδο ΕΕ, τα κράτη μέλη εισήγαγαν το 2024 ρωσικά προϊόντα ουρανίου αξίας άνω των 700 εκατομμυρίων ευρώ, όπως προκύπτει από κοινή μελέτη του ουκρανικού think tank DiXi Group και του βελγικού οικονομικού ινστιτούτου Bruegel, βάσει στοιχείων της Eurostat.
Μόνο το 20ό πακέτο κυρώσεων στοχεύει άμεσα τη Rosatom
Σε πολλά διαδοχικά πακέτα κυρώσεων, η Rosatom έμεινε στο απυρόβλητο, καθώς χώρες όπως η Ουγγαρία και η Σλοβακία μπλόκαραν αντίστοιχα μέτρα. Μόνο με το 20ό πακέτο κυρώσεων της ΕΕ, που παρουσίασε η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στις 6 Φεβρουαρίου 2026, περιλαμβάνονται ρητά η Rosatom και οι θυγατρικές της, μεταξύ των οποίων η TVEL: νέες συμβάσεις απαγορεύονται και η εισαγωγή ρωσικού ουρανίου δεν επιτρέπεται πλέον. Για υφιστάμενες συμβάσεις προβλέπονται όμως μεταβατικές περίοδοι έως τα μέσα του 2026.
Το κατά πόσον η υφιστάμενη κοινοπραξία ANF-TVEL εμπίπτει σε αυτές τις ρυθμίσεις παραμένει νομικά ασαφές. Η Framatome επικαλείται τη Συνθήκη Ευρατόμ του 1957, η οποία, ως πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, προστατεύει τις υφιστάμενες πυρηνικές συνεργασίες.
Το ομοσπονδιακό υπουργείο Περιβάλλοντος δηλώνει, απαντώντας σε ερώτημα του Euronews, ότι παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. «Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ανακοινώσει ότι, στο πλαίσιο της στρατηγικής RePowerEU, θα παρουσιάσει ειδική πρόταση κανονισμού για τη σταδιακή μείωση των εισαγωγών πυρηνικών υλικών και τεχνολογίας από τη Ρωσία», αναφέρεται στην τοποθέτηση. Το υπουργείο, ωστόσο, δεν έχει ακόμη λάβει το σχέδιο.
Ο περιβαλλοντικός ακτιβιστής και επικριτής του Κρεμλίνου Σλίβιακ ζητεί πιο αποφασιστική δράση: «Η ΕΕ διαθέτει ακόμη ένα χρονικό περιθώριο, αλλά πρέπει να δράσει τώρα: οι πυρηνικές συνεργασίες με τη Rosatom και τις θυγατρικές της πρέπει να τερματιστούν, σε συνδυασμό με σαφή, χρονικά περιορισμένα μεταβατικά σχέδια για τις χώρες που παραμένουν εξαρτημένες».
Το Λίνγκεν ως παράδειγμα ενός ευρύτερου προβλήματος
Τυπικά, η απόφαση για το αμφιλεγόμενο εγχείρημα λαμβάνεται στην Κάτω Σαξονία, το κρατίδιο όμως ενεργεί για λογαριασμό της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το πυρηνικό δίκαιο είναι ομοσπονδιακή αρμοδιότητα: η ομοσπονδία μπορεί να δίνει οδηγίες στις αρχές των κρατιδίων σε όλα τα ζητήματα και έχει τον τελευταίο λόγο. Βάση της διαδικασίας είναι η λεγόμενη γνωμοδότηση Roller (πηγή στα Γερμανικά), την οποία ανέθεσε εξαρχής η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και η οποία συστήνει να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αδειοδότησης ζητήματα εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας που συνδέονται με την κοινοπραξία με τη Rosatom.
Το αν από την κοινοπραξία απορρέουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την εσωτερική ή την εξωτερική ασφάλεια – μέσω δολιοφθοράς, κατασκοπείας ή ρωσικής επιρροής – καλούνται να το κρίνουν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και οι αρμόδιες υπηρεσίες ασφαλείας της.