Παρά το γεγονός ότι ήταν κρατούμενος για 1.079 ημέρες, οι γαλλικές αρχές τον έσβησαν από διάφορα μητρώα και ρωτήθηκε γιατί δεν έκανε... φορολογική δήλωση
Σχεδόν τρία χρόνια μετά την απελευθέρωσή του, ο πρώην όμηρος Μπενζαμέν Μπριέρ δηλώνει ότι η επιστροφή του στη Γαλλία σηματοδότησε την αρχή μιας νέας δοκιμασίας.
Ο Γάλλος πολίτης, που κρατήθηκε για 1.079 ημέρες στο Ιράν πριν αφεθεί ελεύθερος το 2023, καταγγέλλει σε συνέντευξή του στο Journal du Net την έλλειψη ουσιαστικής κρατικής στήριξης προς τους πρώην ομήρους κατά την επανένταξή τους.
Καταδικασμένος το 2022 σε οκτώ χρόνια και οκτώ μήνες φυλάκιση για κατασκοπεία και «προπαγάνδα» κατά του ιρανικού καθεστώτος, ο Μπριέρ –με καταγωγή από τη Λυών– περιγράφει ότι η έξοδος από τη φυλακή υπήρξε σχεδόν εξίσου βίαιη με τη σύλληψή του.
«Είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς, αλλά η απελευθέρωση είναι πολύ σκληρή, εξίσου βίαιη με τη σύλληψη», δηλώνει, υποστηρίζοντας ότι οι πρώην όμηροι καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τις διοικητικές, οικονομικές και ψυχολογικές συνέπειες της αιχμαλωσίας τους.
Κατά την επιστροφή του στη Γαλλία, διαπίστωσε ότι είχε διαγραφεί από βασικά διοικητικά μητρώα, μεταξύ των οποίων η κοινωνική ασφάλιση και η υπηρεσία απασχόλησης France Travail.
Όπως εξηγεί, χρειάστηκε να προβεί σε αλλεπάλληλες ενέργειες για να επανενεργοποιήσει τα δικαιώματά του, ακόμη και ενώπιον των φορολογικών αρχών.
«Ο υπάλληλος της εφορίας μού είπε ότι ακόμη και στη φυλακή πρέπει να υποβάλλεις φορολογική δήλωση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος περιγράφει την απάντηση που έλαβε ως ενδεικτική της έλλειψης κατανόησης: «Με ρώτησαν γιατί δεν είχα δηλώσει τίποτα για τέσσερα χρόνια. Τους εξήγησα ότι ήμουν στη φυλακή και δεν μπορούσα να το κάνω. Μου είπαν ότι θα μπορούσε να το είχε κάνει η οικογένειά μου».
Ο Μπριέρ τονίζει ότι τον πρώτο χρόνο κράτησης δεν είχε καμία επικοινωνία με τους οικείους του, ενώ τον δεύτερο είχε μόλις ένα τηλεφώνημα 15 λεπτών κάθε τέσσερις έως έξι εβδομάδες. «Καταλαβαίνετε ότι η φορολογία δεν ήταν προτεραιότητα», σημειώνει.
Παρότι κατάφερε τελικά να τακτοποιήσει τη φορολογική του κατάσταση, επισημαίνει ότι αυτή η διοικητική μάχη ήταν μόνο η αρχή μιας δύσκολης επανένταξης.
Σε οικονομικό επίπεδο, βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονη ανασφάλεια, χωρίς άμεσους πόρους για στέγαση, διατροφή ή ψυχολογική υποστήριξη, βασιζόμενος κυρίως στην οικογένεια και τους φίλους του.
Αν και διέθετε υπόλοιπο επιδόματος ανεργίας, χρειάστηκε –όπως λέει– μια μακρά διοικητική διαδικασία για να το λάβει, η οποία ολοκληρώθηκε μόνο μετά από παρέμβαση βουλευτή προς τον τότε υπουργό Εργασίας.
Πέρα από τη δική του περίπτωση, ο Μπριέρ αναδεικνύει και το βάρος που επωμίζονται οι οικογένειες ομήρων, επισημαίνοντας τα υψηλά νομικά έξοδα, την ανάγκη διακοπής της επαγγελματικής δραστηριότητας συγγενών και το συνολικό οικονομικό κόστος της υπόθεσης.
Σε συνεργασία με την ένωση SOS Otages, ζητεί τη δημιουργία ειδικού νομικού καθεστώτος για τους πρώην Γάλλους ομήρους.
Παράλληλα, προτείνει τη θέσπιση προσωρινού επιδόματος που θα καλύπτει βασικές ανάγκες κατά την περίοδο επανένταξης, ώστε οι πρώην κρατούμενοι να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από το οικογενειακό τους περιβάλλον ή τα υφιστάμενα κοινωνικά δικαιώματα.
Ωστόσο, αναγνωρίζει και το προσωπικό κόστος αυτής της προσπάθειας: «Αν συνεχίσω, αυτός ο αγώνας θα γίνει όλη μου η ζωή. Θέλω πραγματικά κάτι τέτοιο;» διερωτάται, καταλήγοντας: «Δεν είναι υγιές να ζεις, να τρως και να κοιμάσαι ως “όμηρος”. Κάποια στιγμή αυτό θα εκραγεί μέσα σου».