Επικεφαλής κύριου οργάνου χάραξης πολιτικής του ΟΗΕ σε συνέντευξη στο Euronews: η κατάχρηση βέτο από βασικά μέλη μπλοκάρει την πρόοδο
Η ευθύνη για το γεγονός ότι οι πόλεμοι συνεχίζονται δεν μπορεί να αποδοθεί στα Ηνωμένα Έθνη, δήλωσε στο Euronews η πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (UNGA), Αναλένα Μπέρμποκ.
Αντιθέτως, όπως υποστήριξε, η κριτική πρέπει να στραφεί προς τα κράτη μέλη.
«Αν ένα κράτος μέλος ξεκινά έναν επιθετικό πόλεμο, τότε δεν είναι ο ΟΗΕ που αποτυγχάνει, ούτε ο Χάρτης που δεν είναι αρκετά σαφής ότι αυτός ο πόλεμος δεν επιτρέπεται, αλλά το ίδιο το κράτος μέλος, το οποίο, με πλήρη επίγνωση ότι παραβιάζει τον Χάρτη, επιμένει να συνεχίζει αυτόν τον πόλεμο», δήλωσε η Μπέρμποκ στην εκπομπή συνεντεύξεων του Euronews 12 Minutes With.
«Γι’ αυτόν τον λόγο ο ΟΗΕ χρειάζεται και την αντίρροπη πίεση από άλλα κράτη μέλη», πρόσθεσε η πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας.
Τα τελευταία χρόνια, ο ΟΗΕ αντιμετωπίζει ολοένα και εντονότερη κριτική, ακόμη και από τα ίδια τα κράτη μέλη του, για αυτό που ορισμένοι θεωρούν εγγενή αδυναμία να εκπληρώσει την κεντρική του αποστολή, τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.
Σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ πέρυσι, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ κατηγόρησε τον οργανισμό ότι δεν αναλαμβάνει δράση για να αντιμετωπίσει τις κλιμακούμενες συγκρούσεις, καταγγέλλοντας τα, όπως είπε, «κενά λόγια» που «δεν λύνουν τους πολέμους».
Η Μπέρμποκ, ωστόσο, επεσήμανε ότι ο ΟΗΕ δεν είναι ένας ενιαίος δρων, αλλά ένα σύνολο 193 «πολύ διαφορετικών κρατών μελών». Πρόσθεσε ότι, από αυτή την άποψη, το έργο του ΟΗΕ μοιάζει με εκείνο των εθνικών συστημάτων δικαιοσύνης, τα οποία επίσης βασίζονται στη συνεργασία πολλών φορέων.
«Έχουμε σαφείς κανόνες ότι δεν πρέπει να σκοτώνεις κανέναν. Δυστυχώς, οι ανθρωποκτονίες εξακολουθούν να συμβαίνουν», σημείωσε.
«Ωστόσο, κανείς δεν θα έλεγε: “Εντάξει, ας καταργήσουμε τώρα τον Ποινικό Κώδικα, επειδή δεν μπορέσαμε να αποτρέψουμε τα εγκλήματα”. Η αστυνομία και η κοινωνία πρέπει επίσης να τα αντιμετωπίζουν, και το ίδιο ισχύει για τον ΟΗΕ. Εξαρτόμαστε σε πολύ μεγάλο βαθμό από τα κράτη μέλη».
Το πρόβλημα του βέτο
Σύμφωνα με την Μπέρμποκ, το βασικό εμπόδιο για να μπορέσει ο ΟΗΕ να αντιμετωπίσει τις σημερινές συγκρούσεις είναι οι εξουσίες βέτο που διαθέτουν ορισμένα από αυτά τα μέλη στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το όργανο που είναι επιφορτισμένο με τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.
Η Κίνα, η Γαλλία, η Ρωσία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες, γνωστές ως «Πέντε Μόνιμα Μέλη» (P5) ή «Μόνιμα Μέλη», κατέχουν μόνιμες έδρες και δικαίωμα βέτο, που τους επιτρέπει να μπλοκάρουν οποιοδήποτε ψήφισμα του ΟΗΕ.
Το δικαίωμα αυτό του βέτο, που απονέμεται σε μια περιορισμένη ομάδα μελών, έχει τα τελευταία χρόνια προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς περιορίζει σημαντικά την ικανότητα του Συμβουλίου να συμβάλει στην επίτευξη διεθνούς ειρήνης.
Τα τελευταία χρόνια, η Ρωσία και οι ΗΠΑ ήταν οι βασικοί υπεύθυνοι αυτής της παράλυσης, μπλοκάροντας ενέργειες που σχετίζονταν με την Ουκρανία και την κατάσταση στη Γάζα, αντίστοιχα. Το 2024, τα μόνιμα μέλη άσκησαν οκτώ βέτο σε επτά σχέδια ψηφισμάτων, τον μεγαλύτερο αριθμό από το 1986. Πέρυσι, το Συμβούλιο κατέγραψε δύο αμερικανικά βέτο για τη Γάζα και δύο ρωσικά βέτο για την Ουκρανία.
«Δυστυχώς, στις μέρες μας, δεν αναλαμβάνουν όλα τα κράτη μέλη τις ευθύνες τους, αλλά χρησιμοποιούν ακόμη και το δικαίωμα βέτο για να υπερασπιστούν την παραβίαση του διεθνούς δικαίου», δήλωσε η Μπέρμποκ.
«Αν κάνετε χρήση του βέτο με τρόπο που να μην μπορούμε να καταλήξουμε σε απόφαση στο Συμβούλιο Ασφαλείας και στη συνέχεια παραπονιέστε ότι δεν κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας, είναι προφανώς ευθύνη και εκείνων που ασκούν το βέτο».
Αυτό το αδιέξοδο στο Συμβούλιο Ασφαλείας αναζωπύρωσε τα αιτήματα για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, τόσο για τον περιορισμό αυτού του δικαιώματος όσο και για την επέκταση της μόνιμης εκπροσώπησης στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική.
Τον Μάρτιο του 2025, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες εγκαινίασε την πρωτοβουλία μεταρρύθμισης UN80, με αφορμή τη συμπλήρωση 80 ετών από την ίδρυση του οργανισμού. Στόχος της είναι να εξορθολογίσει τη δομή, τις αρμοδιότητες και τα οικονομικά του ΟΗΕ και περιλαμβάνει προσπάθειες για τον περιορισμό του δικαιώματος βέτο στο Συμβούλιο Ασφαλείας.
Ωστόσο, τα πέντε μόνιμα μέλη δείχνουν μικρή διάθεση να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να μειώσουν την ισχύ ή την επιρροή τους. «Και δυστυχώς, απαιτείται η συμφωνία όλων των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας».
Ορισμένοι φοβούνται ότι ο ΟΗΕ αντιμετωπίζει μια ακόμη απειλή, που προέρχεται από τις ΗΠΑ, το λεγόμενο Συμβούλιο Ειρήνης (Board of Peace). Δημιουργήθηκε αρχικά με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ως μηχανισμός εποπτείας της κατάπαυσης του πυρός στη Γάζα, αλλά ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί, κατά την έναρξη λειτουργίας του, ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ ευρύτερο.
Η Μπέρμποκ, ωστόσο, απέρριψε τους φόβους ότι το Συμβούλιο Ειρήνης θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αντίπαλο δέος του ΟΗΕ.
«Υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος που στον ΟΗΕ κάθε κράτος μέλος, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή την ισχύ του, έχει ισότιμη θέση στο τραπέζι. Αυτή είναι μια ιδιαίτερη ευθύνη και ο μοναδικός ρόλος που μπορεί να επιτελέσει ο ΟΗΕ», τόνισε.
«Τα κράτη μέλη, ακόμη και εκείνα που συμμετέχουν στο Συμβούλιο Ειρήνης, ξεκαθάρισαν ότι αυτό αφορά αποκλειστικά τη Γάζα και πως για κάθε άλλο ζήτημα ειρήνης και ασφάλειας θα παραμείνουν, για προφανείς λόγους, τα Ηνωμένα Έθνη, όπου δεν χρειάζεται να πληρώνεις».
Σε αντίθεση με τον ΟΗΕ, οι χώρες που προσκαλούνται να συμμετάσχουν στο Συμβούλιο Ειρήνης μπορούν να μετέχουν χωρίς κόστος για έως τρία χρόνια, αλλά για να παραμείνουν πέρα από αυτή την αρχική περίοδο πρέπει καθεμιά να συνεισφέρει 1 δισ. δολάρια (περίπου 852,1 εκατ. ευρώ).