Σε αναζήτηση συμφωνιών για το Ιράν και το εμπόριο ο Αμερικανός πρόεδρος συναντάει τον Κινέζο ομόλογό του με τις γεωπολιτικές εξελίξεις να έχουν φέρει σε θέση ισχύος το Πεκίνο
Η πολυαναμενόμενη συνάντηση στο Πεκίνο των ηγετών της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών την Πέμπτη και την Παρασκευή υποτίθεται ότι θα ήταν η πιο σημαντική επίσκεψη στο εξωτερικό κατά τη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Και θα μπορούσε να ήταν, αν το ταξίδι είχε πραγματοποιηθεί όπως είχε προγραμματιστεί πριν από έξι εβδομάδες.
Τότε, ο Αμερικανός πρόεδρος το ανέβαλε λόγω της επίθεσης στο Ιράν, ελπίζοντας σε μια γρήγορη επιτυχία. Οι Κινέζοι οικοδεσπότες, αν και αλλεργικοί στις αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο πρωτόκολλο, ήταν διαλλακτικοί - δεν ήθελαν να ταπεινωθούν δημοσίως από τις ιδιοτροπίες Τραμπ.
Έτσι, η συνάντηση Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ θα πραγματοποιηθεί (πιθανότατα), αλλά μην περιμένετε τώρα σημαντικά αποτελέσματα.
"Η διπλωματία της συνόδου κορυφής απλώς ενίσχυσε τους βαθύτερους παράγοντες που μειώνουν την πιθανότητα ουσιαστικών κερδών", δήλωσε ο Τζόναθαν Τσίν, ειδικός σε θέματα Κίνας στο Ινστιτούτο Brookings στην Ουάσινγκτον.
"Σηματοδοτώντας νωρίς και δυνατά την επιθυμία για πολλαπλές προεδρικές συναντήσεις φέτος, η κυβέρνηση Τραμπ μπορεί να μείωσε το κίνητρο του Πεκίνου να προσφέρει σημαντικές παραχωρήσεις", πρόσθεσε.
Μετά από δέκα εβδομάδες πολέμου με το Ιράν και τις όλο και πιο δύσκολες προσπάθειες να δοθεί ένα τέλος στη σύγκρουση, η θέση του Ντόναλντ Τραμπ έχει γίνει πιο επισφαλής, καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί και τα ποσοστά δημοτικότητάς του έχουν πέσει κατακόρυφα.
Ως εκ τούτου, ο Αμερικανός πρόεδρος χρειάζεται να παρουσιάσει κάποιου είδους συμφωνία με την Κίνα -ή τουλάχιστον ψήγματα καλής θέλησης από την Κίνα- ώστε να μπορεί να την πουλήσει ως νίκη στο εσωτερικό της χώρας, ιδίως πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου που θα καθορίσουν την πολιτική τύχη του προέδρου στο δεύτερο μισό της τελευταίας θητείας του στην εξουσία.
Ίσως γι' αυτό ακούγεται σήμερα πολύ λιγότερο ως "γεράκι" απέναντι στην Κίνα απ' ό,τι στην πρώτη θητεία του.
Βοήθεια από την Κίνα για να τερματιστεί ο πόλεμος στο Ιράν
Έχοντας αποτύχει να επιτύχει οποιονδήποτε από τους στρατιωτικούς του στόχους, ο Τραμπ θέλει απεγνωσμένα η Κίνα να χρησιμοποιήσει την επιρροή της στο Ιράν για να βοηθήσει να τερματιστεί γρήγορα ο πόλεμος. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, το Πεκίνο δεν έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εμπλακεί σε μια σύγκρουση που θεωρεί ότι είναι εξ ολοκλήρου δημιούργημα της ίδιας της Ουάσινγκτον.
Αντ' αυτού, ο Σι προτιμά "να αφήσει τις ΗΠΑ να εμπλακούν σε άλλη μια σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ενώ κινεζικές εταιρείες πωλούν δορυφορικές εικόνες στο Ιράν που χρησιμοποιούνται για τη στόχευση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή", όπως παρατήρησε ο Μάικλ Φρόμαν του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων.
Συνολικά, η κινεζική απάντηση στις περιπέτειες της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ ήταν προσεκτικά μετρημένη, με μεγάλη έμφαση στη διατήρηση της σταθερότητας και της παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.
Η κύρια ανησυχία του Πεκίνου είναι πως ό,τι κι αν προκύψει ως νέα εκδοχή του Ιράν δεν θα σταθεί εμπόδιο στα κινεζικά συμφέροντα.
"Η Κίνα έχει επιλέξει μια υπολογισμένη στρατηγική ανάσχεσης που βασίζεται στη σκληρή ρητορική και τη δημόσια απόρριψη της αμερικανικής ηγεμονίας", δήλωσε η Alicia Garcia-Herrero, ανώτερη συνεργάτης της δεξαμενής σκέψης Brueghel με έδρα τις Βρυξέλλες.
"Ωστόσο, δεν έχει μέχρι στιγμής -τουλάχιστον φανερά- υπερβεί τις κόκκινες γραμμές που έχει χαράξει η Ουάσινγκτον, ιδίως όσον αφορά τις προμήθειες όπλων στο Ιράν".
Καθώς το διεθνές περιβάλλον λειτουργεί υπέρ του Πεκίνου, η Κίνα έχει την πολυτέλεια να παραμένει απλώς θεατής, πρόθυμη να μην εμπλακεί και να λάβει θέση - προς το παρόν.
Η χώρα έχει αυξήσει τα στρατηγικά της αποθέματα πετρελαίου και έχει επενδύσει σημαντικά στις πράσινες μορφές ενέργειας, ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει εύκολα την ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Αν μη τι άλλο, η σύγκρουση έχει δικαιώσει την προσέγγιση της Κίνας για την ενεργειακή ασφάλεια, καθώς δεν είναι πλέον εκτεθειμένη σε προβλήματα εφοδιασμού και στην αστάθεια των τιμών.
Από την άλλη όμως η Κίνα είναι μια οικονομία προσανατολισμένη στις εξαγωγές και δεν είναι προς το συμφέρον της να πέσει σε ύφεση η παγκόσμια οικονομία, καθώς αυτό θα σήμαινε ύφεση και για το Πεκίνο, ειδικά τώρα που η εγχώρια ζήτηση εντός της χώρας έχει υποχωρήσει.
"Οι Κινέζοι επηρεάζονται από την προοπτική μιας παγκόσμιας οικονομικής επιβράδυνσης. Έτσι, έχουν συμφέροντα και από τις δύο πλευρές", δήλωσε ο Έντγκαρ Κάγκαν, πρώην ειδικός βοηθός του προέδρου Τζο Μπάιντεν και ανώτερος διευθυντής για την Ανατολική Ασία στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας.
"Από τη μία πλευρά, είναι σαφές ότι δεν θέλουν οι ΗΠΑ να επιτύχουν. Από την άλλη πλευρά, αν τα Στενά παραμείνουν κλειστά, αυτό έχει πολύ σημαντικές επιπτώσεις".
Εκτός από το στοίχημα με το Ιράν, ο Τραμπ στοχεύει να πείσει την Κίνα να αγοράζει περισσότερα αμερικανικά βιομηχανικά και γεωργικά προϊόντα, καθώς και σε μια παράταση της εύθραυστης εμπορικής εκεχειρίας.
Για να υπογραμμίσει την στόχευση αυτή, ο Αμερικανός πρόεδρος θα πλαισιωθεί στην Κίνα από 16 διευθύνοντες συμβούλους αμερικανικών κολοσσών, σύμφωνα με κατάλογο που διανεμήθηκε από τον Λευκό Οίκο το βράδυ της Δευτέρας.
Ανάμεσά τους είναι το αφεντικό της Tesla και της SpaceX, ο Ίλον Μασκ - το τελευταίο σημάδι ότι ο πλουσιότερος άνθρωπος στον πλανήτη έχει έρθει ξανά κοντά στον Τραμπ, μετά από τη δημόσια διαφωνία τους πριν από έναν χρόνο.
Η αντιπροσωπεία φαίνεται να επικεντρώνεται σε τομείς όπου η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο θα μπορούσαν να συνάψουν συγκεκριμένες συμφωνίες: αεροπλοΐα (Boeing), τεχνολογία (Apple, Meta), χρηματοοικονομικά (Citi, Goldman Sachs), γεωργία (Cargill) και ημιαγωγοί (Qualcomm).
Οι αγορές αεροσκαφών Boeing και οι κινεζικές εξαγωγές σπάνιων γαιών φέρονται να είναι κεντρικά θέματα.
Το Πεκίνο δεν αναμένει μια μεγάλη "επανεκκίνηση", αλλά επιθυμεί μια πιο προβλέψιμη οικονομική σχέση.
Ένα κεντρικό κινεζικό αίτημα είναι πιθανότατα η χαλάρωση των αμερικανικών ελέγχων των εξαγωγών σε προηγμένα τσιπ και εξοπλισμό ημιαγωγών.
Η Κίνα θεωρεί αυτούς τους περιορισμούς ως την πιο σοβαρή μακροπρόθεσμη απειλή για τις τεχνολογικές φιλοδοξίες της στην τεχνητή νοημοσύνη, την αεροδιαστημική και την προηγμένη μεταποίηση.
Επιθυμεί επίσης την παράταση της τρέχουσας δασμολογικής εκεχειρίας. Μετά τη συμφωνία τους για το 2025, οι δύο πλευρές ανέστειλαν προσωρινά ορισμένους δασμούς και μέτρα ελέγχου των εξαγωγών.
Στόχος του Πεκίνου είναι τώρα να αποτρέψει την επιστροφή σε συνθήκες εμπορικού πολέμου πλήρους κλίμακας.
"Αλλά ακόμη και αν δεν πετύχουν πολλά σε κανένα από αυτά τα πράγματα, εφόσον δεν υπάρξει έκρηξη στη συνάντηση και ο πρόεδρος Τραμπ δεν φύγει και δεν κοιτάξει να επαναφέρει την κλιμάκωση, η Κίνα ουσιαστικά βγαίνει ισχυρότερη", δήλωσε ο Σκοτ Κένεντι, ειδικός σε θέματα Κίνας στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) στην Ουάσινγκτον.
Οι φόβοι της Ευρώπης: να γίνει παράπλευρη απώλεια
Ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες μπορεί να βρίσκουν ελκυστική την προοπτική μιας ισχυρότερης Κίνας και μιας ασθενέστερης Αμερικής υπό τον Τραμπ.
Ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σύμμαχος του Ντόναλντ Τραμπ, έχει υποστηρίξει σταθερά ότι η Ευρώπη πρέπει να διατηρήσει τον διάλογο και τους οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα, ακόμη και εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
"Η Κίνα και η Ευρώπη έχουν φέρει την ευημερία μαζί στο παρελθόν και δεν υπάρχει λόγος να μην το κάνουν και πάλι", δήλωσε τον περασμένο μήνα.
Ωστόσο, οι εμπειρογνώμονες υπογραμμίζουν τη σημασία μιας ισορροπημένης σχέσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων για την Ευρώπη.
"Θα πρέπει να ανησυχούμε ότι οι Ευρωπαίοι, μετά τη δύσκολη εμπειρία τους με τον Τραμπ, ταλαντεύονται υπερβολικά προς την κατεύθυνση της Κίνας", δήλωσε ο Jonas Parello-Plesner, επισκέπτης συνεργάτης στο πρόγραμμα Ινδο-Ειρηνικού του Γερμανικού Ταμείου Μάρσαλ (GMF).
"Η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί συστημική απειλή - και αν οι Κινέζοι παίξουν σκληρά με τον Τραμπ, η Ευρώπη δεν θα έχει τίποτα να κερδίσει".
Μια αναζωπύρωση του δασμολογικού πολέμου ΗΠΑ-Κίνας ή η κλιμάκωση των κυρώσεων θα μπορούσε να πλήξει τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες μέσω της εξασθένησης της παγκόσμιας ζήτησης, της διατάραξης των αλυσίδων εφοδιασμού και της χρηματοπιστωτικής αστάθειας.
Έτσι, οι Βρυξέλλες ελπίζουν να αποφύγουν να γίνουν παράπλευρη απώλεια σε μια οικονομική αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσινγκτον και Πεκίνου.
Αυτό θα μπορούσε να συμβεί όταν οι κινεζικές εξαγωγές, λόγω των υψηλών αμερικανικών δασμών, ανακατευθυνθούν προς την Ευρώπη σε χαμηλότερες τιμές απειλώντας τις εταιρείες της ΕΕ.
Η ΕΕ επιθυμεί επίσης η Κίνα να συνεχίσει να εξάγει σπάνιες γαίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τις μπαταρίες και την πράσινη τεχνολογία.
Η περσινή εκεχειρία για τις σπάνιες γαίες μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας επεκτάθηκε και στην Ευρώπη και συμφωνήθηκε μόνο για ένα έτος μέχρι τον Οκτώβριο του 2026.
Η Κίνα κατέχει οιονεί μονοπωλιακή θέση στις λεγόμενες σπάνιες γαίες, τα 17 μεταλλικά στοιχεία που είναι ζωτικής σημασίας για τις προηγμένες τεχνολογίες. Η χώρα διαθέτει περίπου το 60% των παγκόσμιων διαθέσιμων και το 90% της ικανότητας επεξεργασίας και διύλισης.
Η ανησυχία στις Βρυξέλλες σήμερα είναι ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να διαπραγματευτεί διμερείς εγγυήσεις εφοδιασμού για τις ΗΠΑ, ενώ η Ευρώπη θα έμενε εκτός της συμφωνίας - μια ανησυχία που έχει βάση.
"Ρεαλιστικά, οι συνομιλίες Τραμπ-Σι γίνονται πολύ διμερείς", δήλωσε ο Parello-Plessner. "Και ένα πράγμα είναι βέβαιο: Ο Τραμπ θα μιλήσει μόνο για τον εαυτό του".