Κάτοικοι από τα πιο καυτά σημεία της Γης περιγράφουν πώς η ακραία ζέστη, τροφοδοτούμενη από τα ορυκτά καύσιμα, κάνει την καθημερινότητα εξαντλητική.
Αφόρητες θερμοκρασίες έχουν σαρώσει μεγάλο μέρος του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, ενώ επιστήμονες προειδοποιούν ότι οι συνεχόμενοι καύσωνες του Ιουνίου θα ήταν «σχεδόν αδύνατο» να συμβούν χωρίς την κλιματική αλλαγή.
Ο Ιούνιος του 2026 ήταν ο θερμότερος που έχει καταγραφεί ποτέ στη Δυτική Ευρώπη και ο δεύτερος θερμότερος παγκοσμίως, με θερμοκρασία 1,39°C πάνω από τον εκτιμώμενο προ-βιομηχανικό μέσο όρο, σύμφωνα με την Υπηρεσία Κλιματικής Αλλαγής Copernicus της ΕΕ.
Παρότι οι εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες στην Ευρώπη έχουν καλυφθεί εκτενώς από τα μέσα ενημέρωσης, ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί σε χώρες που βιώνουν ακόμη πιο ακραία επίπεδα ζέστης.
Η πιο ζεστή πόλη του κόσμου
Τον Μάιο, οι θερμοκρασίες στην πόλη Μπάντα της βόρειας Ινδίας έφτασαν τους 48,2°C, μία από τις πολλές φορές φέτος που η πόλη κατέγραψε την υψηλότερη θερμοκρασία στη χώρα.
Στην πραγματικότητα, η Μπάντα καταγράφηκε ως το θερμότερο σημείο στη Γη επτά φορές φέτος, σύμφωνα με τον κλιματολόγο και ιστορικό καιρικών φαινομένων Μαξιμιλιάνο Ερέρα, ο οποίος παρακολουθεί τα παγκόσμια καιρικά άκρα.
Έκτοτε, οι θερμοκρασίες έχουν υποχωρήσει κάπως, αλλά παραμένουν αποπνικτικές, ιδιαίτερα καθώς οι εποχικές βροχές αυξάνουν την υγρασία.
Πώς ο ακραίος καύσωνας επηρεάζει τους εργαζόμενους στις αγορές
Η Μούνι Ντέβι και οι τέσσερις γιοι της ξεκινούν τη δουλειά της φόρτωσης και εκφόρτωσης λαχανικών όταν η πόλη ακόμη κοιμάται. Είναι μόλις 4 τα ξημερώματα, αλλά η θερμοκρασία έχει ήδη φτάσει τους 30°C.
Οι εργάτες στη λαχαναγορά της Μπάντα ξεφορτώνουν ντομάτες, τζάκφρουτ και άλλα λαχανικά και τα μεταφέρουν σε μικρότερα οχήματα για διανομή στα καταστήματα των γειτονιών.
Η 70χρονη Ντέβι λέει ότι η ζέστη γίνεται πιο έντονη κάθε χρόνο και ότι φέτος η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Η δουλειά είναι απαιτητική σε οποιονδήποτε καιρό· στον καύσωνα γίνεται εξαντλητική. Ωστόσο, όπως λέει, η ίδια και οι γιοι της δεν μπορούν να χάσουν ούτε μία μέρα εργασίας.
Στην αγορά, νεαροί άνδρες σπρώχνουν καρότσια σε στενούς διαδρόμους. Γυναίκες διαλέγουν και τακτοποιούν τα λαχανικά στο δρόμο. Η Ντέβι λέει ότι πολλοί αγοραστές έρχονται νωρίς, ελπίζοντας να τελειώσουν τα ψώνια τους πριν ανέβει κατακόρυφα η θερμοκρασία.
Η Ντέβι και οι γιοι της δουλεύουν από τα ξημερώματα μέχρι το μεσημέρι και μετά επιστρέφουν στο σπίτι για να ξεκουραστούν. Λέει ότι η ασταθής ηλεκτροδότηση σημαίνει ότι ακόμη και εκεί δεν βρίσκουν μεγάλη ανακούφιση. Τα εγγόνια της καταβρέχονται κάθε μέρα με το λάστιχο για να δροσιστούν.
«Αν δεν έχει ρεύμα, δεν δουλεύουν ούτε οι ανεμιστήρες στο ταβάνι. Μερικές φορές δεν έχουμε ηλεκτρικό για ώρες», λέει.
Προστατεύοντας τη φύση από τις καυτές θερμοκρασίες
Καθώς ο απογευματινός ήλιος πυρώνει τους δρόμους της Μπάντα, όσοι μπορούν να μείνουν μέσα στο σπίτι το κάνουν. Όμως κάποιοι πωλητές λαχανικών και οδηγοί τρίκυκλων ρίκσο παραμένουν έξω, ελπίζοντας να προσελκύσουν λίγη ακόμη πελατεία.
Την ίδια στιγμή, ο 70χρονος φιλόζωος Σομπαράμ Κασιάπ φτιάχνει ξύλινα σπιτάκια για πουλιά σε ένα εργαστήρι στο σπίτι του. Ο Κασιάπ λέει ότι ο ίδιος και άλλοι εθελοντές έχουν εγκαταστήσει πάνω από 15.000 σπιτάκια σε όλη την πόλη, ώστε τα πουλιά να βρίσκουν καταφύγιο σε ένα ολοένα πιο σκληρό περιβάλλον.
Τα πολύχρωμα σπιτάκια του Κασιάπ, πολλά από τα οποία είναι βαμμένα πράσινα, καθώς, όπως λέει, τα πουλιά δείχνουν να προτιμούν αυτό το χρώμα, έχουν τοποθετηθεί σε δέντρα και τοίχους σε όλη τη Μπάντα. Έχει επίσης βάλει πήλινα μπολ με νερό μέσα και γύρω από το σπίτι του, για να έχουν τα πουλιά πού να πιουν ή να δροσιστούν.
Ο Κασιάπ λέει ότι συνεχίζει παραδοσιακές πρακτικές φροντίδας των ζώων.
«Ο πολιτισμός μας ενθαρρύνει εδώ και αιώνες το τάισμα των πουλιών», λέει στο ειδησεογραφικό πρακτορείο AP. «Οι γυναίκες που επισκέπτονται τους ναούς παραδοσιακά προσφέρουν ρύζι. Ούτε ο ιερέας ούτε η θεότητα το τρώνε· το τρώνε τα πουλιά».
Τα επιβαρυμένα νοσοκομεία της Μπάντα
Οι πιο ζεστές μέρες έχουν φέρει περισσότερους ασθενείς στο νοσοκομείο της Μπάντα, ένα από τα μεγαλύτερα ιατρικά κέντρα της περιοχής. Όσοι υποφέρουν από παθήσεις που σχετίζονται με τη ζέστη, από λιποθυμίες μέχρι θερμοπληξία, καταφθάνουν κυρίως το απόγευμα και το βράδυ, γεμίζοντας τους διαδρόμους και τις κλινικές.
Οι ασθενείς κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον στα παγκάκια. Συγγενείς δροσίζουν τα μέλη της οικογένειας με φύλλα χαρτιού. Το προσωπικό του νοσοκομείου κινείται ανάμεσα στα κρεβάτια κρατώντας ορούς.
Ο Δρ Αμπισέκ Πραναγιάμι, διευθυντής του νοσοκομείου, λέει ότι κάθε καλοκαίρι καταγράφεται έξαρση περιστατικών «και ο αριθμός των ασθενών αυξάνεται κάθε χρόνο».
Όπως αναφέρει, αντιμετωπίζουν μεγάλον αριθμό ανθρώπων με αφυδάτωση, διάρροια, εμετούς και πόνους στην κοιλιά. Αυτές οι παθήσεις γίνονται πιο συχνές όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία. Κάποιοι ασθενείς αναρρώνουν μέσα σε λίγες μέρες, άλλοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο.
«Η πίεση πάνω σε εμάς και στο προσωπικό είναι πολύ μεγάλη», σημειώνει.
Ύπνος έξω για να ξεφύγουν από τη ζέστη
Ακόμη και μετά τη δύση του ήλιου, η Μπάντα παραμένει ζεστή. Όταν νεαρά αγόρια παίζουν κρίκετ, τυλίγουν τα μπουκάλια νερού με σκισμένα ρούχα για να τα κρατούν δροσερά.
Στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, οικογένειες συχνά μαζεύονται μέχρι αργά τη νύχτα, ελπίζοντας ότι οι ανοιχτές αποβάθρες και η περιστασιακή αύρα θα είναι πιο άνετες από τα στενά σπίτια που έχουν απορροφήσει τη ζέστη όλη την ημέρα.
Ένα τέτοιο βράδυ, δεκάδες άνθρωποι κοιμούνται στον σταθμό για να αποφύγουν τη ζέστη. Σε ένα σημείο, πολλά παιδιά και ενήλικες κοιμούνται πάνω σε κουβέρτες απλωμένες στη μαρμάρινη αποβάθρα, με βαγόνια σταθμευμένων τρένων λίγα μέτρα πιο πέρα. Κάποιοι χρησιμοποιούν τσάντες για μαξιλάρι. Μια στοίβα από σαγιονάρες βρίσκεται λίγα εκατοστά από τα ξυπόλητα πόδια τους. Ένας άλλος άνδρας έχει ξαπλώσει σε ένα παγκάκι, με το κεφάλι πάνω σε σακίδιο.
Εκεί κοντά, αρκετοί άνδρες και γυναίκες προσπαθούν να κοιμηθούν σε κουβέρτες δίπλα στα εκδοτήρια εισιτηρίων, παρά τα δυνατά φώτα. Σκύλοι είναι ξαπλωμένοι ανάμεσα στους ανθρώπους στο έδαφος, προσπαθώντας κι αυτοί να βρουν λίγη δροσιά.
Εργάτες των οποίων τα σπίτια είναι τόσο μικρά και ζεστά που δεν μπορούν να κοιμηθούν μέσα, απλώνονται σε κουβέρτες έξω από την είσοδο του σιδηροδρομικού σταθμού, κάνοντας ό,τι μπορούν για να ξεκουραστούν στη ζεστή νύχτα.
Παρά τον θόρυβο από τα οχήματα και τους επιβάτες που μπαίνουν και βγαίνουν από τον σταθμό, εργάτες και κάτοικοι είναι ξαπλωμένοι πάνω σε πετσέτες και μερικές φορές κατευθείαν στο χαλίκι, καθώς οι σχετικά ανοιχτοί, πιο δροσεροί δρόμοι και τα πεζοδρόμια γύρω από τον σταθμό τους δίνουν την καλύτερη ευκαιρία για λίγο ύπνο.
Για τους γονείς με μικρά παιδιά, η ζεστή νύχτα είναι υπερβολικά αποπνικτική για να κοιμηθούν, οπότε περιμένουν στον σταθμό, μαζεμένοι γύρω από ένα έξυπνο κινητό.
«Η κλιματική αλλαγή μετατοπίζει τον μέσο όρο»
Ο αγώνας για ανακούφιση και ξεκούραση έχει γίνει βασικό χαρακτηριστικό του καλοκαιριού σε πόλεις όπως η Μπάντα.
«Η κλιματική αλλαγή μετατοπίζει τον μέσο όρο», λέει ο Αμπιγιάντ Τιουάρι, ειδικός για το κλίμα και την υγεία στην NRDC India με έδρα το Νέο Δελχί.
«Η Μπάντα ήταν πάντα γνωστή για τα ζεστά καλοκαίρια της, αλλά αυτό που αλλάζει τώρα είναι η ένταση, η διάρκεια και ο αριθμός των ανθρώπων που εκτίθενται σε επικίνδυνες συνθήκες ζέστης».
Οι υψηλές θερμοκρασίες τη νύχτα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές, επειδή δεν επιτρέπουν στους ανθρώπους να ανακάμψουν σωματικά από τη ζέστη της ημέρας, σημειώνει.
Ο ανώτατος κυβερνητικός αξιωματούχος στην Μπάντα λέει ότι οι αρχές απάντησαν ανοίγοντας κλιματιζόμενα κέντρα, διανέμοντας εκατοντάδες χιλιάδες διαλύματα από του στόματος ενυδάτωσης και παρακολουθώντας στενά τα νοσοκομεία κατά τη διάρκεια προειδοποιήσεων για καύσωνα.
Ο Αμίτ Άσερι, περιφερειάρχης (district magistrate) της Μπάντα, λέει ότι οι αξιωματούχοι μελετούν τα επίπεδα των υπόγειων υδάτων, την υγρασία του εδάφους και την απώλεια βλάστησης, ενώ παράλληλα εργάζονται για τη βελτίωση των υδάτινων πόρων και της ενημέρωσης του κοινού. Προσθέτει όμως ότι υπάρχουν όρια στο τι μπορούν να κάνουν.
«Αυτό που συμβαίνει εδώ είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο», λέει. «Οφείλεται στην κλιματική αλλαγή. Εμείς δεχόμαστε τις συνέπειες».