Ένα μήνα μετά τους καταστροφικούς σεισμούς: η Βενεζουέλα μπροστά σε γιγαντιαία προσπάθεια ανοικοδόμησης και περιορισμού κοινωνικοοικονομικών ζημιών
Οι σεισμοί της 24ης Ιουνίου στη Βενεζουέλα ενδέχεται να προκάλεσαν άμεσες υλικές ζημιές ύψους περίπου 19,6 δισ. δολαρίων (17,2 δισ. ευρώ), σύμφωνα με τον Όμιλο της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Το σημαντικό αυτό ποσό αναδεικνύει την ανάγκη της χώρας να επενδύσει σε έγκαιρη και ανθεκτική ανοικοδόμηση, ώστε να μπορέσει να ανακάμψει η οικονομία.
Τα ευρήματα παρουσιάζονται σε μια Παγκόσμια Ταχεία Εκτίμηση Ζημιών (GRADE), η οποία εκπονήθηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα και δημοσιεύθηκε την Πέμπτη.
Πρωταρχικός στόχος της αξιολόγησης είναι να προσφέρει στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας και στους αναπτυξιακούς εταίρους μια έγκαιρη εικόνα για την έκταση της απαιτούμενης ανοικοδόμησης και να συμβάλει στον καθορισμό των δράσεων ανασυγκρότησης και ανάκαμψης που χρειάζονται την πιο άμεση προσοχή μετά τη μεγάλης κλίμακας καταστροφή.
«Οι σεισμοί διέκοψαν τη ζωή των ανθρώπων, έπληξαν κρίσιμες υποδομές και δημιούργησαν νέες προκλήσεις για την ανάκαμψη της Βενεζουέλας», δήλωσε σε δελτίο τύπου η Σουζάνα Κορδείρο Γκουέρα, αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική.
«Αποτελεσματική ανάκαμψη σημαίνει, πριν απ’ όλα, αξιόπιστα δεδομένα. Η αξιολόγηση αυτή προσφέρει στην κυβέρνηση της Βενεζουέλας και στους εταίρους της μια έγκαιρη, αντικειμενική βάση για τον σχεδιασμό της ανάκαμψης, και ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας δεσμεύεται να στηρίξει αυτή την προσπάθεια σε κάθε της βήμα», πρόσθεσε η Γκουέρα.
Η μεγαλύτερη ζημιά σε κατοικίες
Η αξιολόγηση GRADE εκτιμά ότι το 47% του συνόλου των ζημιών αφορά κατοικίες, με τις υποδομές να αντιστοιχούν στο 27%. Τα μη οικιστικά κτίρια αντιπροσωπεύουν το 26% των συνολικών ζημιών.
Η πολιτεία Λα Γκουάιρα και η Ομοσπονδιακή Περιφέρεια (Distrito Capital) υπέστησαν το μεγαλύτερο βάρος, συγκεντρώνοντας περίπου τα μισά από τα συνολικά αποτελέσματα της καταστροφής.
Ο Όμιλος της Παγκόσμιας Τράπεζας πραγματοποίησε επίσης πρόσθετη ανάλυση για τις πιθανές μακροοικονομικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των σεισμών, καθώς και για το τι θα συνεπάγεται η ανάκαμψη.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ταχύτητα της ανοικοδόμησης θα είναι καθοριστικός παράγοντας για το πόσο καλά θα ανακάμψουν η οικονομία και η κοινωνία της Βενεζουέλας.
Με δεδομένη τη σημερινή κατάσταση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, εκτιμάται ότι το μεγαλύτερο μέρος των πόρων για την ανοικοδόμηση θα πρέπει να μεταφερθεί από άλλα, λιγότερο κρίσιμα επενδυτικά έργα.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ανοικοδόμηση αναμένεται να διαρκέσει πάνω από 10 χρόνια, με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
Αντίθετα, αν δοθεί προτεραιότητα στη γρήγορη ανοικοδόμηση και κατευθυνθούν υψηλότερες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε αυτόν τον σκοπό, ο οικονομικός και κοινωνικός αντίκτυπος των σεισμών θα μπορούσε να περιοριστεί αισθητά.
Πώς εκτιμά τις ζημιές η μεθοδολογία GRADE;
Η μεθοδολογία GRADE προσφέρει έναν ανεξάρτητο και, κυρίως, ταχύ τρόπο αποτίμησης των άμεσων υλικών ζημιών μετά από μια μεγάλη καταστροφή.
Χρησιμοποιεί δορυφορικές εικόνες, δεδομένα έκθεσης, τηλεπισκόπηση και μηχανικά μοντέλα, καθώς και πιο εξειδικευμένες τομεακές αξιολογήσεις όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο.
Στην περίπτωση των σεισμών στη Βενεζουέλα, η GRADE συνδύασε μοντέλα σεισμικών ζημιών, μοντέλα καταστροφικού κινδύνου, διαδικασίες επαλήθευσης και βαθμονόμησης, καθώς και αξιολόγηση της αξίας του κεφαλαιακού αποθέματος ανά τομέα και κατηγορία περιουσιακών στοιχείων.
Χρησιμοποιήθηκε επίσης συνδυασμός ιστορικών και επιστημονικών δεδομένων, όπως η εδαφική κίνηση και μηχανικές εκτιμήσεις της δομικής τρωτότητας, μαζί με πληροφορίες για το δομημένο περιβάλλον και τον πληθυσμό, καθώς και στοιχεία για τις ζημιές που αναφέρθηκαν από την κυβέρνηση, οργανώσεις βάσης, αναπτυξιακούς εταίρους, τα μέσα ενημέρωσης και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η αξιολόγηση GRADE για τη Βενεζουέλα χρηματοδοτήθηκε επίσης από την κυβέρνηση της Ιαπωνίας μέσω του Προγράμματος για την Ενσωμάτωση της Διαχείρισης Κινδύνου Καταστροφών στις Αναπτυσσόμενες Χώρες και του Παγκόσμιου Μηχανισμού για τη Μείωση και την Ανάκαμψη από Καταστροφές (Global Facility for Disaster Reduction and Recovery – GFDRR).
Η ευαλωτότητα των νοικοκυριών πρέπει να συνυπολογίζεται στην ανοικοδόμηση
Η αξιολόγηση GRADE υπογραμμίζει επίσης ότι η ευαλωτότητα των νοικοκυριών πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά τον σχεδιασμό των εργασιών ανοικοδόμησης.
Αυτό περιλαμβάνει κοινωνικούς παράγοντες όπως η ηλικία, το εισόδημα, η ποιότητα στέγασης, αλλά και την οικονομική και περιβαλλοντική υγεία, οι οποίοι βοηθούν στον προσδιορισμό της τρωτότητας μιας συγκεκριμένης δημογραφικής ομάδας σε καταστροφές.
Στην προκειμένη περίπτωση, επτά από τις πιο πληγείσες πολιτείες, οι Μιράντα, Λα Γκουάιρα, Distrito Capital, Καραμπόμπο, Γιαρακούι, Αράγουα και Φαλκόν30, φιλοξενούσαν περίπου 11,5 εκατομμύρια ανθρώπους, δηλαδή περίπου το 40% του πληθυσμού της χώρας.
Οι επτά αυτές πολιτείες συγκέντρωναν επίσης σχεδόν το μισό του αποθέματος κτιρίων και υποδομών που εκτίθενται σε κίνδυνο στη Βενεζουέλα, με αξία περίπου 657 δισ. δολάρια (576,8 δισ. ευρώ).
Μεταξύ των κοινωνικών ευαλωτοτήτων που καταγράφηκαν σε πληθυσμιακές ομάδες στις συγκεκριμένες πολιτείες περιλαμβάνονται τα νοικοκυριά με γυναίκα αρχηγό, τα μονογονεϊκά νοικοκυριά, καθώς και τα νοικοκυριά όπου ζουν ηλικιωμένοι, άτομα με αναπηρία ή άτομα με σοβαρά προβλήματα υγείας.
Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση GRADE διαπίστωσε ότι η αποκατάσταση και η συντήρηση βασικών υπηρεσιών όπως η ύδρευση και η ηλεκτροδότηση θα μπορούσαν να αποδειχθούν ιδιαίτερα ωφέλιμες για αυτές τις κοινότητες κατά την περίοδο ανοικοδόμησης. Αυτό διότι οι διακοπές υπηρεσιών σε ευάλωτα νοικοκυριά μπορεί να έχουν δυσανάλογες συνέπειες, ακόμη και όταν οι υλικές ζημιές στα κτίρια είναι σχετικά περιορισμένες.
Η έλλειψη βασικών υπηρεσιών μπορεί επίσης να επιτείνει τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες αντί να επηρεάζει όλα τα νοικοκυριά με τον ίδιο τρόπο.
Αυτές οι διαπιστώσεις μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την κυβέρνηση της Βενεζουέλας να εστιάσει τις προσπάθειες ανάκαμψης στις περιοχές υψηλής προτεραιότητας τους επόμενους μήνες, ώστε να επιτευχθεί πρόοδος όσο το δυνατόν ταχύτερα.
Ωστόσο, το μέγεθος του πληθυσμού και οι περιορισμένες θεσμικές δυνατότητες εξακολουθούν να αποτελούν μείζονες προκλήσεις για τον ρυθμό και την ποιότητα της ανταπόκρισης και της ανάκαμψης.