Μετά το καλοκαίρι των ακραίων φαινομένων, η πολιτική απάντηση στην κλιματική κρίση παραμένει υποτονική και δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των Γάλλων, σύμφωνα με ειδικούς του Euronews.
Τεράστιες πυρκαγιές στη Ζιρόντ, στις Λαντ και στο Βαρ. Επαναλαμβανόμενα επεισόδια καυσώνων σε ολόκληρη τη χώρα. Σοβαρή ξηρασία που επηρεάζει βαριά τη γεωργία. Το φετινό καλοκαίρι, η Γαλλία δοκιμάστηκε σκληρά από τα στοιχεία της φύσης.
Τον περασμένο χειμώνα, ήδη, η χώρα είχε γνωρίσει αρκετούς μήνες γεμάτους διαδοχικές διαταραχές και καταιγίδες (Γκορέτι, Ίνγκριντ, Νιλς, Πέδρο), που προκάλεσαν σημαντικές πλημμύρες στη γαλλική επικράτεια.
Με μόλις λίγους μήνες να απομένουν μέχρι την επόμενη προεδρική εκλογή, το οικολογικό ζήτημα αναμένεται να καταλάβει μια πρωτοφανή θέση στη δημόσια πολιτική συζήτηση. Θέμα που ιστορικά ανήκε στην αριστερά, σήμερα είναι πλέον αναπόφευκτο, αναγκάζοντας τη δεξιά και την άκρα δεξιά να το υιοθετήσουν.
Διότι σήμερα, «αντιμέτωπη με τις καθυστερήσεις που έχουν συσσωρευτεί και με τη σοβαρότητα της κατάστασης, η Γαλλία δεν έχει πια επιλογή: πρέπει να προσαρμοστεί, και μάλιστα γρήγορα», προειδοποιεί η οργάνωση Réseau Action Climat, η οποία αμφισβητεί τη δράση των τελευταίων διαδοχικών κυβερνήσεων, που, όπως υποστηρίζει, «δεν πήραν τα αναγκαία μέτρα για να προσαρμόσουν τη χώρα στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής».
Κι όμως, οι προειδοποιήσεις ακούγονται εδώ και αρκετά χρόνια. Ήδη από το 2013, η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (Giec) υπογράμμιζε ότι «η υπερθέρμανση του κλιματικού συστήματος είναι αδιαμφισβήτητη και, από τη δεκαετία του 1950, πολλές από τις παρατηρούμενες αλλαγές είναι χωρίς προηγούμενο εδώ και δεκαετίες ή και χιλιετίες».
«Τα χρόνια 1983 έως 2012 αποτελούν πιθανότατα την πιο θερμή τριακονταετία που έχει γνωρίσει το βόρειο ημισφαίριο εδώ και 1 400 χρόνια», τόνιζε επίσης η έκθεση.
Πολιτικοί αποκομμένοι από την πραγματικότητα
Πρόκειται για ένα διακύβευμα που ολοένα και περισσότεροι πολίτες λαμβάνουν υπόψη. Σε μια έρευνα που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 24 Αυγούστου (πηγή στα Γαλλικά), η Ipsos αποκαλύπτει ότι το 64% των Γάλλων ένιωσε «άγχος ή φόβο» για την υγεία των οικείων τους και το 48% για τη δική του υγεία κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2026.
Το ινστιτούτο δημοσκοπήσεων επισημαίνει επίσης ότι οι Γάλλοι «περιμένουν πρωτίστως λύσεις που θα προέλθουν από τις δημόσιες αρχές»: το 79% των ερωτηθέντων ζητά δημόσια μέτρα για να βοηθηθεί ο πληθυσμός να αντιμετωπίσει τους καύσωνες.
Από την πλευρά της, μελέτη της Ademe που δημοσιεύθηκε πέρυσι υπολόγιζε σε 6,3 εκατομμύρια τους Γάλλους με μέτριας έντασης οικο-άγχος, οι οποίοι παρουσιάζουν πρώτα συμπτώματα που δεν θα πρέπει να αφεθούν να επιδεινωθούν. «2,1 εκατομμύρια εμφανίζονται να έχουν πολύ έντονο οικο-άγχος, με έντονα και χρόνια συμπτώματα» και «420 000 από αυτούς έχουν την ψυχική τους υγεία σε πραγματικό κίνδυνο», ανέφερε η μελέτη (πηγή στα Γαλλικά).
Το πρόβλημα είναι ότι δεν ακούγονται απαραίτητα από τον πολιτικό κόσμο. «Οι περισσότεροι πολιτικοί σχηματισμοί και υποψήφιοι για την προεδρία μοιάζουν αποκομμένοι από την καθημερινή πραγματικότητα των Γάλλων που έχουν πληγεί σοβαρά» από αυτά τα γεγονότα, επισημαίνει στην Euronews η Αν Μπριγκό, διευθύντρια προγραμμάτων του Réseau Action Climat.
«Απέναντι σε μια άνευ προηγουμένου πρόκληση για την ανθρωπότητα και τη βιοποικιλότητα, απέναντι στους πολυάριθμους θανάτους που προκαλούν οι καύσωνες, στις οικονομικές απώλειες, ιδίως για τους αγρότες, απέναντι στα σπίτια που καίγονται από τις πυρκαγιές και τη φύση που ξεραίνεται, η πολιτική απάντηση μοιάζει πολύ διστακτική και σε καμία περίπτωση αντάξια των προσδοκιών των Γάλλων και της αντίληψής τους για τις απτές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής», τονίζει.
Καλεσμένος στην εκπομπή του France Inter (πηγή στα Γαλλικά), την Τρίτη, ο Ζαν-Μαρκ Ζανκοβίτσι, ιδρυτής και πρόεδρος της δεξαμενής σκέψης Shift Project, που ασχολείται με τη μετάβαση στο κλίμα, εμφανίστηκε ακόμη πιο αυστηρός, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική τάξη βρίσκεται «σε μια μορφή άρνησης» απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Οι αποσιωπημένες αιτίες
Μια άποψη που συμμερίζεται η Εύα Μορέλ, γενική γραμματέας της οργάνωσης QuotaClimat. «Έχουμε την αίσθηση ότι οι εκλογές είναι πραγματικά περίοδοι κατά τις οποίες η οικολογία δυσκολεύεται να βρει τον δρόμο της στον δημόσιο διάλογο», σημειώνει μιλώντας στην Euronews, πριν επιχειρήσει να εξηγήσει τους λόγους αυτής της αδιαφορίας. «Στην πραγματικότητα, οι ίδιοι δεν έχουν κίνητρο να κατανοήσουν και να προτείνουν φιλόδοξα πράγματα πάνω σε αυτό το θέμα, καθώς η δημοσιογραφική υποδοχή των δηλώσεών τους είναι γενικά αρκετά ευνοϊκή».
Προχωρά μάλιστα ακόμη περισσότερο. «Δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε έναν ουσιαστικό διάλογο πάνω στο θέμα, όταν, κάθε φορά που σημειώνονται κλιματικές καταστροφές, περιοριζόμαστε στη διαπίστωση και δεν προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα βαθύτερα αίτια, αλλά και τις δομικές λύσεις που θα μπορούσαν να τις αποτρέψουν», υπογραμμίζει η Εύα Μορέλ.
Φέρνει ως παράδειγμα τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2026, τα οποία πυροδότησαν συζητήσεις που εστίασαν «κυρίως στις διαπιστώσεις και όχι απαραίτητα στις εξηγήσεις». «Για παράδειγμα, μιλήσαμε περισσότερο για το κλίμα, κάτι κάπως αναπόφευκτο. Αλλά μιλήσαμε πολύ λιγότερο για τα ορυκτά καύσιμα», σημειώνει με δυσαρέσκεια. «Από εκεί και πέρα, δεν μπορούμε πραγματικά να ελπίζουμε ότι οι προτάσεις των διαφόρων υποψηφίων θα είναι πειστικές ως προς την αντιμετώπιση της ρίζας του προβλήματος», προσθέτει η ειδικός.
Οι πολιτικοί κάνουν... πολιτική
«Ποιος από τους υποψηφίους τοποθετεί στο επίκεντρο του προγράμματός του το γεγονός ότι ο κόσμος θα αλλάξει; Κανείς», κατηγορεί, από την πλευρά του, ο Ζαν-Μαρκ Ζανκοβίτσι. Κατά την άποψή του, τα προγράμματα των πιθανών ή ήδη δηλωμένων υποψηφίων για την επόμενη προεδρική εκλογή στερούνται συνεκτικών οικολογικών μέτρων. «Βρίσκετε ασυνέπειες παντού», τονίζει ο πρόεδρος του Shift Project.
Για την Εύα Μορέλ, η κατάσταση αυτή εξηγείται, μεταξύ άλλων, από τη δυσκολία, σε «ένα πολιτικό σύστημα που επιβραβεύει τη δημαγωγία, να ζητήσει κανείς από τους υποψηφίους να αντιμετωπίσουν μια κρίση που αποσταθεροποιεί βαθιά τους τρόπους ζωής των πολιτών και ταυτόχρονα να παρουσιάσουν ένα ελκυστικό σχέδιο».
Στη δεξιά, το κλίμα δυσκολεύεται να επιβληθεί έναντι των παραδοσιακών θεμάτων, όπως η μετανάστευση ή τα ζητήματα δημόσιας τάξης. «Τα δεξιά και κεντρώα κόμματα παραμένουν στο δικό τους, γνώριμο πεδίο, όπως ο Εντουάρ Φιλίπ, ο οποίος επέλεξε να αναδείξει τα ζητήματα της μετανάστευσης κατά την επίσκεψή του στη Μαγιότ», εκτιμά η Αν Μπριγκό. Η Εύα Μορέλ συμπληρώνει: «Ακόμη και μόνο για την προσαρμογή, η δεξιά ως πολιτική οικογένεια εξακολουθεί να θεωρεί ότι δεν πρόκειται για πολιτικό ζήτημα».
Στο μανιφέστο του, ο πρώην πρωθυπουργός αναφέρει τη λέξη «οικολογία» μόλις μία φορά. «Πιστεύουμε ότι αυτή η φιλοδοξία περνά μέσα από την καθιέρωση μιας αποτελεσματικής πολιτικής απανθρακοποίησης της οικονομίας μας, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και μια αυξημένη επένδυση στην αριστεία των γαλλικών ενεργειακών και αγροτικών κλάδων», γράφει, χωρίς να μπει σε περισσότερες λεπτομέρειες.
Για τον αντίπαλό του στον κεντρώο χώρο, τον Γκαμπριέλ Ατάλ, η οικολογία φαίνεται προς το παρόν να εντάσσεται περισσότερο σε μια λογική ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας παρά σε μια λογική περιορισμών. Ο υποψήφιος της Renaissance υπερασπίζεται ένα ενεργειακό μείγμα που συνδυάζει την πυρηνική ενέργεια με τις ανανεώσιμες πηγές και επιδιώκει να κάνει την κλιματική μετάβαση μοχλό επενδύσεων και ανάπτυξης. Στις αρχές Αυγούστου, ο Ατάλ δήλωσε επίσης ότι δεν προτίθεται να αφήσει την κρίση του νερού «στην αριστερά και την άκρα αριστερά του Ζαν-Λικ Μελανσόν», υποσχόμενος να δημιουργήσει ένα «υπουργείο για το νερό» αν εκλεγεί.
Όσο για την αριστερά, «ο εκλογικός οπορτουνισμός, σε ένα πλαίσιο ανταγωνισμού για την προσέλκυση των οικολογικών ψήφων, φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο», προσθέτει η Αν Μπριγκό. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι ακόμη πιο έντονος, καθώς οι οικολόγοι δυσκολεύονται να εμφανιστούν ενωμένοι και να επιβάλουν τη γραμμή τους ενόψει του 2027, ενώ ο υποψήφιος των Ανυπότακτων επιχειρεί να καταλάβει αυτό τον χώρο, προβάλλοντας προτάσεις όπως οι «οικο-περιφέρειες» ή η ενσωμάτωση στο Σύνταγμα της αρχής της «πράσινης αρχής», σύμφωνα με την οποία δεν αφαιρούμε από τη φύση περισσότερα από όσα είναι σε θέση να αναπαραγάγει.
«Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι σήμερα τα περιβαλλοντικά προγράμματα των αριστερών κομμάτων είναι πάντως πιο τεκμηριωμένα από εκείνα της δεξιάς, και αυτό ισχύει εδώ και αρκετά χρόνια», συνεχίζει η Εύα Μορέλ. «Εκείνο που βρίσκουμε ενδιαφέρον είναι το κατά πόσο ο πολιτικός λόγος ευθυγραμμίζεται με τον επιστημονικό λόγο. Και σήμερα, αυτό φαίνεται να συμβαίνει κυρίως στην πλευρά της αριστεράς».
Το RN, ο «βασιλιάς» της παραπληροφόρησης;
Στο άλλο άκρο του πολιτικού φάσματος, το Rassemblement national απορρίπτει έντονα την «τιμωρητική» οικολογία και αντιτίθεται στην αιολική ενέργεια, προκρίνοντας, αντίθετα, την πυρηνική ενέργεια ως πυλώνα της απανθρακοποίησης.
Το ακροδεξιό αυτό κόμμα «προσπαθεί βιαστικά να ντυθεί στα πράσινα, προβάλλοντας απλουστευτικές λύσεις, οικονομικά και τεχνικά ελάχιστα ρεαλιστικές, όπως η γενικευμένη χρήση κλιματισμού», αναλύει η Αν Μπριγκό.
«Στην πραγματικότητα, ασχολούνται με την “καυτή” επικαιρότητα. Και επειδή το κλίμα αποτελεί σήμερα μέρος αυτής της “καυτής” επικαιρότητας, ασχολούνται κι εκείνοι. Πρόκειται για καθαρό οπορτουνισμό», συμπληρώνει η Εύα Μορέλ, η οποία αναγνωρίζει ότι το RN έχει αναδιπλωθεί σε δηλώσεις του σχετικά με την αξιοπιστία του Giec ή την πραγματικότητα της κλιματικής υπερθέρμανσης, αν και αυτό «δεν είναι αρκετό». «Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική τους λογική δεν έχει ενσωματώσει καθόλου το περιβαλλοντικό ζήτημα. Δεν έχουν προτάσεις που να επιτρέπουν πραγματικά την προστασία από τις συνέπειες, πόσο μάλλον την αντιμετώπιση των αιτίων».
Κατηγορεί επίσης το κόμμα του Ζορντάν Μπαρντελά ότι μεταφέρει, κατά την άποψή της, παραπλανητικές πληροφορίες. «Πρόκειται για αφηγήσεις που ενορχηστρώνονται συνειδητά, επειδή λειτουργούν στην κοινή γνώμη, με στόχο την εργαλειοποίηση γεγονότων που συγκεντρώνουν μεγάλη προσοχή. [...] Έχει αποδειχθεί ότι πρόκειται για μια στρατηγική παρεμπόδισης που είναι αποτελεσματική. Αναστέλλει την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών που υποτίθεται ότι είναι αποτελεσματικές», διευκρινίζει η ειδικός, η οποία δίνει ως παράδειγμα τις ζώνες χαμηλών εκπομπών.
«Αυτό που φοβόμαστε είναι ότι, παράλληλα με αυτή την παρεμπόδιση, υπάρχει και ένας ρόλος απονομιμοποίησης πολιτικών αντιπάλων και υπερασπιστών του περιβάλλοντος, με τη δαιμονοποίησή τους. Κι έτσι, απομακρύνουν τις λύσεις από το πρόβλημα, τη στιγμή που το πρόβλημα είναι απόλυτα ορατό», καταλήγει η Εύα Μορέλ.