Οι τιμές της κατοικίας αυξήθηκαν 84,6% την περίοδο 2015-2025, ενώ οι μισθοί μόνο 27,85%. Η έλλειψη προσιτών σπιτιών, το βάρος του ενοικίου και οι δυσκολίες αποταμίευσης εντείνουν την κρίση· οι ειδικοί ζητούν βαθιά δομική μεταρρύθμιση.
Στην Ισπανία, το να έχει κανείς δουλειά δεν εγγυάται πια ότι μπορεί να αποκτήσει κατοικία. Η αύξηση τα τελευταία χρόνια στις τιμές των ακινήτων και των ενοικίων, πολύ πιο γρήγορη από την εξέλιξη των μισθών, δυσκολεύει τόσο την πληρωμή μιας υποθήκης όσο και τη δυνατότητα αποταμίευσης για την καταβολή της προκαταβολής.
Πρόκειται για ένα χάσμα που επηρεάζει ιδίως –αλλά όχι αποκλειστικά– τους νέους και τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και που, τις τελευταίες εβδομάδες, έχει φέρει την πρόσβαση στη στέγη στο επίκεντρο του κοινωνικού και πολιτικού διαλόγου, σε τέτοιο βαθμό ώστε ο πρόεδρος Pedro Sánchez να επιλέξει να προκηρύξει πρόωρες γενικές εκλογές, καθώς δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί στο Κογκρέσο σειρά επείγοντων μέτρων για την αντιμετώπιση της δυσαρέσκειας που είναι εμφανής στους δρόμους.
«Το πρόβλημα είναι πρωτίστως δομικό», δηλώνει στο «Euronews» ο Rafael Pampillón, καθηγητής Εφαρμοσμένης Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο San Pablo-CEU της Μαδρίτης, ο οποίος αναγνωρίζει ότι το σημερινό χάσμα ανάμεσα στους μισθούς και στο υψηλό κόστος ενοικίων και υποθηκών «δυσκολεύει την πρόσβαση σε κατοικία» και υπογραμμίζει ότι «η ύπαρξη χρημάτων για την προκαταβολή δεν αρκεί».
Σύμφωνα με τα στοιχεία (πηγή στα Ισπανικά) του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής (INE), οι τιμές της κατοικίας αυξήθηκαν κατά 84,6% την περίοδο 2015-2025, ενώ οι μέσοι ετήσιοι μικτοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 27,85% μεταξύ 2015 και 2024, φτάνοντας τα 29.540 ευρώ. Οι μισθοί που συμφωνήθηκαν στη συλλογική διαπραγμάτευση ενισχύθηκαν περίπου κατά 27% στο ίδιο διάστημα.
Η απόσταση αυτή παραμένει και σήμερα. Οι τιμές της κατοικίας αυξήθηκαν κατά 12,2% σε ετήσια βάση στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι μέσης αύξησης μισθών μεταξύ 3% και 4%, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Υπουργείο Εργασίας. Η κατοικία ακριβαίνει με ρυθμό που τα εισοδήματα από εργασία δεν μπορούν να ακολουθήσουν.
Μια πρόσφατη μελέτη (πηγή στα Ισπανικά) της Oxfam Intermón, που παρουσιάστηκε την περασμένη εβδομάδα, προειδοποιεί ότι το κόστος στέγασης έχει εκτοξεύσει το ποσοστό της εργασιακής φτώχειας στο 15,49%, δηλαδή σε περίπου 770.000 ανθρώπους σε όλη τη χώρα. Σύμφωνα με την έκθεση, ένα στα τρία άτομα με δουλειά που νοικιάζει σε τιμές αγοράς ζει σε συνθήκες φτώχειας μετά την πληρωμή του ενοικίου. Το ποσοστό φτάνει το 34,08% έναντι 10,22% για όσους πληρώνουν υποθήκη και 7,95% για όσους έχουν ήδη εξοφλήσει την κατοικία τους.
«Οι εξώσεις είναι η πιο ακραία όψη της κρίσης στέγασης, αλλά δεν είναι η μόνη», υποστηρίζει (πηγή στα Ισπανικά) ο υπεύθυνος για τη Στέγαση, την απασχόληση και τις κοινωνικές πολιτικές της Oxfam Intermón, Alejandro García-Gil. «Υπάρχει και μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα: άνθρωποι που εργάζονται και καταφέρνουν με το ζόρι να πληρώνουν το σπίτι τους κάθε μήνα, αλλά μετά από αυτό δεν διαθέτουν επαρκές εισόδημα για να στηρίξουν μια αξιοπρεπή ζωή».
Το ενοίκιο, ένα κόστος που δυσκολεύει την αγορά κατοικίας
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην τιμή αγοράς. Σύμφωνα με την τελευταία ετήσια έκθεση (πηγή στα Ισπανικά) της Τράπεζας της Ισπανίας, τέσσερα στα δέκα νοικοκυριά που ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία σηκώνουν υπερβολικό οικονομικό βάρος, καθώς διαθέτουν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για την πληρωμή του ενοικίου. Στις μεγάλες πόλεις και στις περιοχές που επηρεάζονται περισσότερο από τον τουρισμό, η πίεση στις τιμές επιτείνει τις δυσκολίες.
«Στα προβλήματα πρόσβασης συμβάλλει το γεγονός ότι οι τιμές της κατοικίας έχουν αυξηθεί περισσότερο από το εισόδημα των νοικοκυριών, κάτι που έχει αυξήσει την απαιτούμενη προσπάθεια και έχει σκληρύνει τις προϋποθέσεις για την αγορά κατοικίας στην Ισπανία σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι στις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες», αναφέρεται στο έγγραφο.
Το ενοίκιο δημιουργεί επίσης ένα πρόσθετο εμπόδιο για όσους φιλοδοξούν να αγοράσουν κατοικία. Αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η δόση ενός στεγαστικού δανείου θα μπορούσε να είναι πιο διαχειρίσιμη από το μηνιαίο ενοίκιο, το να συγκεντρώσει κανείς τα χρήματα που απαιτούνται για να αποκτήσει πρόσβαση σε δάνειο γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο, όταν ένα σημαντικό μέρος του μισθού κατευθύνεται στην πληρωμή του ενοικίου, εξηγεί ο Pampillón, ο οποίος τονίζει ότι «η ύπαρξη χρημάτων για την προκαταβολή δεν αρκεί».
«Μια μισθοδοσία επιτρέπει την κάλυψη μηνιαίων πληρωμών, αλλά η αγορά κατοικίας απαιτεί υψηλή προκαταβολή για την αγορά ενός διαμερίσματος, για την οποία πρέπει να υπάρχει σημαντική αποταμίευση», σημειώνει ο ίδιος, διδάκτωρ Οικονομικών και Επιχειρησιακών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και κάτοχος MBA από το IESE. «Όσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται για να συγκεντρώσει την προκαταβολή, τόσο περισσότερα χρόνια συνεχίζει να πληρώνει ενοίκιο».
Με μέση τιμή κατοικίας γύρω στις 200.000 ευρώ, ένας αγοραστής χρειάζεται περίπου 60.000 ευρώ για να καλύψει την προκαταβολή και τα έξοδα που συνδέονται με την αγορά. Χωρίς δυνατότητα αποταμίευσης, προσθέτει ο Pampillón, πολλές φορές η οικογενειακή βοήθεια είναι ο μόνος τρόπος για να «σπάσει αυτός ο κύκλος». «Όσοι δεν την έχουν πρέπει να διανύσουν πολύ πιο μακρύ δρόμο. Έτσι, η οικογενειακή περιουσία –σε συνδυασμό με γενναιόδωρες συντάξεις– αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος στις ευκαιρίες των παιδιών», σημειώνει.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δυσκολία της αυτονομίας από την οικογένεια αντανακλά μια αυξανόμενη ανισότητα ανάμεσα σε όσους μπορούν να στηριχθούν σε οικογενειακούς πόρους και σε όσους εξαρτώνται αποκλειστικά από τους μισθούς τους. Από το 2008, το ποσοστό των νοικοκυριών που δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία έχει αυξηθεί κατά 45%, όπως καταγράφει (πηγή στα Ισπανικά) η Έρευνα Συνθηκών Διαβίωσης του INE.
Ένα δομικό πρόβλημα που ξεπερνά το ζήτημα των μισθών
Η πτώση των αποδοχών κατά την κρίση, η πιο αργή μισθολογική ανάκαμψη και η είσοδος επενδυτικών κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων έχουν συμβάλει στη διεύρυνση αυτού του χάσματος. Σε αυτά προστίθεται η περιορισμένη προσφορά: μεταξύ 2021 και 2025 συσσωρεύτηκε έλλειμμα που εκτιμάται σε περίπου 750.000 κατοικίες, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ισπανίας. Το 2025 δημιουργήθηκαν περίπου 225.000 νοικοκυριά, ενώ ολοκληρώθηκαν γύρω στις 92.000 νέες κατοικίες.
Παρά τον αντίκτυπο αυτού του χάσματος, πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι η απόκλιση ανάμεσα στα εισοδήματα και στη στέγαση δεν πρόκειται να λυθεί αποκλειστικά με αυξήσεις μισθών. «Πάντα θεωρούνταν ότι το καλύτερο εργαλείο κατά της φτώχειας ήταν η εργασία και η ανάλυση αυτή δείχνει ότι το να δουλεύει κανείς δεν αρκεί», επισημαίνει ο García-Gil, αναφερόμενος στη μελέτη της Oxfam Intermón.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμφανίζεται κατηγορηματική στο διαγνωστικό πόρισμά (πηγή στα Ισπανικά) της για την κατάσταση του κλάδου: «Ο τομέας της κατοικίας στην Ισπανία αντιμετωπίζει βαθιά ριζωμένες δομικές προκλήσεις. Η ισπανική αγορά ακινήτων παρουσιάζει σοβαρή ανισορροπία ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, σε συνδυασμό με την απουσία ενός ουσιαστικού αποθέματος οικονομικά προσιτής και κοινωνικής κατοικίας, συμπεριλαμβανομένων επιλογών κοινωνικού ενοικίου».
Μπροστά στη σημερινή κατάσταση, τα συνδικάτα CC.OO. και UGT αποφάσισαν να προκηρύξουν 24ωρη γενική απεργία, στις 11 Νοεμβρίου, με σύνθημα «μισθοί, κατοικία, τιμές», με την οποία ελπίζουν να διοχετεύσουν τη κοινωνική δυσαρέσκεια που προκαλεί αυτή η κρίση στην Ισπανία, ιδίως μετά την έξωση –και τον επακόλουθο θάνατο– της Maricarmen, μιας 87χρονης γυναίκας που πέθανε στις αρχές Οκτωβρίου, λίγες ημέρες αφότου είχε εκδιωχθεί από το σπίτι της.
«Στις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχει μισθός ούτε σύμβαση που να μπορεί να μας επιτρέψει να αποκτήσουμε κατοικία», κατήγγειλε (πηγή στα Ισπανικά) πρόσφατα ο γενικός γραμματέας της UGT, Pepe Álvarez, σε δηλώσεις του στα μέσα ενημέρωσης. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε για πολύ ακόμη με μια κατάσταση όπου είναι σχεδόν αδύνατο για τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων της χώρας μας –με τους μισθούς που έχουμε– να αποκτήσουμε κατοικία, ούτε με ενοίκιο ούτε ως ιδιόκτητη».
Τα δύο συνδικάτα ζητούν αύξηση τουλάχιστον 7% στον κατώτατο μισθό το 2027, ώστε να ξεπεράσει τα 1.300 ευρώ σε 14 καταβολές. Ωστόσο, ο Unai Sordo, γενικός γραμματέας της CC.OO., αναγνωρίζει τα όρια των μισθολογικών πολιτικών απέναντι στην άνοδο των τιμών των ακινήτων.
«Δεν υπάρχει μισθολογική πολιτική σε καμία χώρα του κόσμου ικανή να αντιμετωπίσει τη βαναυσότητα που συνιστά αύξηση της τιμής της κατοικίας κατά 12% σε ετήσια βάση», δήλωσε ο συνδικαλιστής σε ανακοίνωση (πηγή στα Ισπανικά) με ημερομηνία 13 Οκτωβρίου.
Η οργάνωση προτείνει να διατεθεί τουλάχιστον το 1% του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) σε δημόσια κατοικία για μια δεκαετία και ζητεί μέτρα για την ανάσχεση της κερδοσκοπίας και τον περιορισμό της ανόδου στις τιμές των ακινήτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Pampillón ζητεί επίσης μεταρρυθμίσεις που να πηγαίνουν πολύ πέρα από μια απλή αύξηση μισθών, η οποία, σε τελική ανάλυση, θα απαιτούσε επίσης «πιο παραγωγικές επιχειρήσεις, επενδύσεις και θέσεις εργασίας με μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία», και υπογραμμίζει ότι ένα από τα βασικά προβλήματα είναι πως «η ζήτηση για κατοικία αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τον χρόνο που απαιτείται για να χτιστεί».
«Η οικονομική πολιτική πρέπει να δράσει όσον αφορά τους μισθούς, αλλά κυρίως την προσφορά κατοικιών», υποστηρίζει ο καθηγητής. «Πρέπει να διευκολυνθεί η ανέγερση εκεί όπου υπάρχει ζήτηση: να υπάρχει διαθέσιμη οικοδομήσιμη γη, να επιταχυνθούν οι άδειες, να συντονιστούν οι υποδομές και να περιοριστούν οι διαδικασίες που προσθέτουν κόστος χωρίς να προσφέρουν ουσιαστική προστασία».
Σε κάθε περίπτωση, σε ένα σημείο συμφωνούν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές –πολιτική τάξη, συνδικάτα, ειδικοί και η πλειονότητα του πληθυσμού–: ότι η κρίση της κατοικίας στην Ισπανία είναι ένα δομικό πρόβλημα, με λίγες λύσεις βραχυπρόθεσμα και που απαιτεί ευρύτερο σχεδιασμό σε βάθος χρόνου.