Το σχέδιο ανακοίνωσης συνόδου ΕΕ-Καναδά προβλέπει μελέτη για μακροπρόθεσμες εξαγωγές LNG στην Ευρώπη, με στόχο διαφοροποίηση της ενέργειας, ενώ παραμένουν ερωτήματα για υποδομές, κόστος και τον αντίκτυπο στους κλιματικούς στόχους
Η ΕΕ και ο Καναδάς θα διερευνήσουν τις μακροπρόθεσμες εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς την Ευρώπη, καθώς η Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με εκρηκτικές τιμές φυσικού αερίου και ιστορικά χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης, σύμφωνα με προσχέδιο κοινής δήλωσης για τη σύνοδο ΕΕ-Καναδά στο Μοντρεάλ στις 29–30 Οκτωβρίου, το οποίο έχει δει το Euronews.
Οι δύο πλευρές σχεδιάζουν να πραγματοποιήσουν μελέτη σκοπιμότητας για τις εξαγωγές LNG προς την Ευρώπη, παράλληλα με στενότερη συνεργασία στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, την αποθήκευση μπαταριών και την φυσική και ψηφιακή προστασία της ενεργειακής υποδομής.
«Θα αξιολογήσουμε ευκαιρίες για μακροπρόθεσμη ενεργειακή διασύνδεση, επενδύσεις και συμφωνίες προμήθειας που συμβάλλουν στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και την οικονομική ανάπτυξη του Καναδά, στηρίζοντας παράλληλα τους κοινoύς μας κλιματικούς στόχους», αναφέρει το προσχέδιο.
Η πρωτοβουλία αυτή αντανακλά τις προσπάθειες των Βρυξελλών να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους προμήθειες και να μειώσουν τις στρατηγικές τους αδυναμίες εν μέσω κλιμακούμενων γεωπολιτικών εντάσεων.
Μετά τη μαζική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί στον μεγαλύτερο προμηθευτή LNG της ΕΕ, αντικαθιστώντας μεγάλο μέρος του φθηνότερου φυσικού αερίου που εισαγόταν προηγουμένως από τη Ρωσία.
Την ίδια στιγμή, οι συνεχιζόμενες αναταράξεις στην παραγωγή και τη ναυτιλία του καταριανού αερίου έχουν επίσης πλήξει την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της ΕΕ.
Ωστόσο, το προσχέδιο αφήνει αναπάντητα βασικά ερωτήματα σχετικά με το πόσο LNG θα μπορούσε να διαθέσει ο Καναδάς, με ποιο κόστος και ποιες υποδομές θα χρειάζονταν για να φτάσει στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο Καναδός πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ έχει υποστηρίξει σχέδια που θα μπορούσαν να διπλασιάσουν τη δυναμικότητα εξαγωγών LNG στη δυτική ακτή του Καναδά, με την Οτάβα να προβάλλει τον εαυτό της ως αξιόπιστο προμηθευτή για χώρες που επιδιώκουν να διαφοροποιήσουν τις ενεργειακές τους πηγές.
Ο Κάρνεϊ έχει επίσης δείξει διάθεση να εξετάσει την ανάπτυξη εξαγωγών φυσικού αερίου από το New Brunswick, εφόσον η επαρχία ανακαλέσει την απαγόρευση της υδραυλικής ρηγμάτωσης (fracking) και δημιουργήσει εγχώρια βιομηχανία παραγωγής.
«Θα αλλάξουμε σε ομοσπονδιακό επίπεδο όσα χρειάζεται να αλλάξουν, ώστε τα έργα να μπορέσουν να προχωρήσουν», δήλωσε ο Κάρνεϊ σε τοπικά μέσα ενημέρωσης τον Μάιο του 2025.
Πρόσθετες ποσότητες από πολιτικά σταθερούς παραγωγούς θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ενεργειακή ασφάλεια της ΕΕ, την ώρα που οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και αντιμετωπίζουν μια απρόβλεπτη κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι ασιατικές αγορές αποτελούν επίσης πιθανούς προορισμούς για το καναδικό LNG.
Παρόλα αυτά, η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα φυσικού αερίου δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή μετάβαση θα επιταχυνθεί.
Τα νέα τερματικά LNG και οι αγωγοί απαιτούν σημαντικές επενδύσεις και μπορούν να λειτουργούν για δεκαετίες. Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι ενθαρρύνουν τη μακροχρόνια κατανάλωση φυσικού αερίου ή αποσπούν κεφάλαια από τον εξηλεκτρισμό και τις ανανεώσιμες πηγές, επιβραδύνοντας ενδεχομένως τη μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα.
Η Εσθερ Μπόλεντορφ, υπεύθυνη του προγράμματος Fossil-free στην ΜΚΟ Climate Action Network (CAN) Europe, δήλωσε ότι ο Καναδάς δεν πρέπει να γίνει ο επόμενος προμηθευτής φυσικού αερίου της ΕΕ, αλλά εταίρος στην οικοδόμηση ενός προσιτού και ανθεκτικού ενεργειακού μέλλοντος.
Όπως είπε, η προτεινόμενη μελέτη σκοπιμότητας για τις εξαγωγές LNG προς την ΕΕ είναι μια «επικίνδυνη απόσπαση της προσοχής» από τον εξηλεκτρισμό με βάση τις ανανεώσιμες πηγές και την ενεργειακή αποδοτικότητα.
«Ενέχει τον κίνδυνο να μας εγκλωβίσει σε υποδομές ορυκτών καυσίμων, παγωμένα περιουσιακά στοιχεία και υψηλότερους λογαριασμούς για τους καταναλωτές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, υπονομεύοντας παράλληλα τους κλιματικούς στόχους της Ευρώπης», τόνισε η Μπόλεντορφ.
Περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι η επέκταση της προσφοράς ορυκτών καυσίμων μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές των χωρών-εισαγωγέων, καθιστώντας ενδεχομένως πιο ελκυστική τη συνέχιση της κατανάλωσης φυσικού αερίου σε σχέση με τις επενδύσεις σε εναλλακτικές λύσεις.