Οι εταιρείες Big Tech επενδύουν μαζικά στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, αυξάνοντας τις προβλεπόμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες τους φέτος σε πάνω από 700 δισ. δολάρια (590,3 δισ. ευρώ), περίπου 60% περισσότερες από το 2025.
Πληθώρα εταιρειών Big Tech έχει ανακοινώσει αποτελέσματα τις τελευταίες εβδομάδες. Ωστόσο, ο δείκτης που ίσως έχει τραβήξει περισσότερο την προσοχή της Wall Street είναι οι εκτιμώμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες (CapEx) για το 2026, οι οποίες συνολικά ξεπερνούν τα 700 δισ. δολάρια (590,3 δισ. ευρώ).
Η μερίδα του λέοντος από αυτά τα κεφάλαια θα κατευθυνθεί σε υποδομές, προϊόντα και υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει την αποφασιστική στροφή που ξεκίνησε πέρυσι, όταν εκτιμάται ότι δαπανήθηκαν 460 δισ. δολάρια (387 δισ. ευρώ) από τις Big Tech για CapEx που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Στην κορυφή της κλίμακας δαπανών για το 2026 βρίσκεται η Amazon, η οποία από μόνη της δίνει κατευθυντήριες για γιγαντιαίες κεφαλαιουχικές δαπάνες 200 δισ. δολαρίων (170 δισ. ευρώ). Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, το ατομικό επενδυτικό της σχέδιο προσεγγίζει πλέον το σύνολο του ετήσιου ΑΕΠ της Ελλάδας.
Ακολουθεί η Alphabet, η μητρική της Google, με περίπου 185 δισ. δολάρια (155 δισ. ευρώ), ενώ η Meta και η Microsoft αναμένεται να δαπανήσουν περίπου 135 δισ. (113 δισ. ευρώ) και 105 δισ. δολάρια (88 δισ. ευρώ) αντίστοιχα.
Επιπλέον, η Oracle αύξησε το CapEx του 2026 στα 50 δισ. δολάρια (42,1 δισ. ευρώ), σχεδόν 15 δισ. δολάρια (12,6 δισ. ευρώ) πάνω από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, και η Tesla σχεδιάζει να διπλασιάσει τις δαπάνες της φέτος σε περίπου 20 δισ. δολάρια (16,8 δισ. ευρώ).
Η Apple εξακολουθεί να υστερεί στις δαπάνες, με προβλεπόμενο CapEx 13 δισ. δολαρίων (10,9 δισ. ευρώ). Ωστόσο, τον περασμένο μήνα ανακοίνωσε μια πολυετή συνεργασία με την Google για την ενσωμάτωση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης Gemini στην επόμενη γενιά του Apple Intelligence.
Ειδικότερα, η συνεργασία θα επικεντρωθεί στην πλήρη αναμόρφωση της Siri και στην ενίσχυση των δυνατοτήτων on-device AI. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Apple «εξωτερικεύει» μέρος των δαπανών που χρειάζεται για να παραμείνει ανταγωνιστική στην ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης.
Όσο για τη Nvidia, η εταιρεία θα ανακοινώσει τα αποτελέσματα και τις προβλέψεις της αργότερα μέσα στον μήνα, αλλά γενικά δεν δαπανά τόσο όσο οι λεγόμενοι hyperscalers για την τεχνητή νοημοσύνη.
Στην πραγματικότητα, καθώς δραστηριοποιείται κυρίως στην πώληση GPU, δηλαδή εξειδικευμένων επεξεργαστών, η Nvidia αναμένεται να είναι από τους βασικούς αποδέκτες μεγάλου μέρους των κεφαλαίων που επενδύουν οι άλλες Big Tech, ιδίως για τον εξοπλισμό κέντρων δεδομένων.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο Jensen Huang, τα έσοδα της εταιρείας από τα κέντρα δεδομένων προβλέπεται να φτάσουν τα 500 δισ. δολάρια (421,2 δισ. ευρώ) έως το τέλος του 2026.
Η μεγάλη μετατόπιση κεφαλαίων
Η Wall Street εμφανίζεται διχασμένη απέναντι στο τεράστιο κύμα δαπανών που έχουν προγραμματίσει οι Big Tech για το 2026.
Από τη μία πλευρά, οι επενδυτές κατανοούν την αναγκαιότητα και την επείγουσα ανάγκη να αποκτήσει κανείς ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την άλλη, το ίδιο το μέγεθος των δαπανών έχει τρομάξει τους μετόχους, καθώς η χρηματοδότηση προέρχεται από τεράστιες εκδόσεις χρέους και σπάνιες αναστολές προγραμμάτων επαναγοράς ιδίων μετοχών.
Παραδοσιακά, οι Big Tech δοξάζονται ως μηχανές παραγωγής μετρητών που επιστρέφουν τεράστιο πλούτο στους επενδυτές μέσω επαναγορών μετοχών. Αυτή η δυναμική φαίνεται να αντιστρέφεται στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.
Στοιχεία από το τελευταίο τρίμηνο του 2025 δείχνουν ότι οι συνολικές επαναγορές μετοχών στον τεχνολογικό κλάδο κατρακύλησαν πάνω από 12,5 δισ. δολάρια (10,5 δισ. ευρώ), στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2018. Αντ’ αυτού, οι Big Tech στρέφονται στις αγορές χρέους.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι οι hyperscalers θα δανειστούν γύρω στα 400 δισ. δολάρια (335,7 δισ. ευρώ) το 2026, πάνω από τα διπλάσια από τα 165 δισ. δολάρια (138,5 δισ. ευρώ) που είχαν αντληθεί το 2025.
Η έκρηξη αυτή θα μπορούσε να εκτοξεύσει τη συνολική έκδοση ομολόγων υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης από αμερικανικές εταιρείες σε ιστορικό ρεκόρ 2,25 τρισ. δολαρίων (1,88 τρισ. ευρώ) φέτος.
Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Alex Haissl, αναλυτής στη Rothschild & Co, βρέθηκε να αποτελεί σχεδόν μοναδική διαφωνούσα φωνή, καθώς υποβάθμισε τις αξιολογήσεις για την Amazon και τη Microsoft.
Σε σημείωμα προς τους πελάτες του, ο αναλυτής έγραψε ότι «οι επενδυτές μοιάζουν να αποτιμούν τα σχέδια CapEx της Amazon και της Microsoft σαν να εξακολουθούν να ισχύουν τα οικονομικά της cloud-1.0», αναφερόμενος στη δομή χαμηλού κόστους των υπηρεσιών cloud που επέτρεψαν στις εταιρείες Big Tech να απογειωθούν την τελευταία δεκαετία.
Ωστόσο, ο αναλυτής πρόσθεσε ότι «υπάρχουν ορισμένα προβλήματα που υποδηλώνουν πως η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης δύσκολα θα εξελιχθεί με τον ίδιο τρόπο και πιθανότατα είναι πολύ πιο δαπανηρή απ’ όσο αντιλαμβάνονται οι επενδυτές».
Δεν αποκλείεται οι ανησυχίες που εξέφρασε ο Haissl να βρουν πλέον μεγαλύτερη απήχηση σε περισσότερους αναλυτές, καθώς οι δαπάνες CapEx που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη εκτοξεύονται σε πολύ υψηλότερα επίπεδα για το 2026.
Η κούρσα των Big Tech στην τεχνητή νοημοσύνη τροφοδοτείται από τεράστια μόχλευση. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, και ποιες εταιρείες θα είναι οι κερδισμένες και ποιες οι χαμένες, μόνο ο χρόνος θα το δείξει.
Το βιομηχανικό έλλειμμα της Ευρώπης
Μέσα σε όλο αυτό το κύμα δαπανών, εγείρονται επείγοντα ερωτήματα για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να ανταγωνιστεί σε μια κούρσα που εξελίσσεται ταχύτατα σε μάχη ισολογισμών.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η διατλαντική αντίθεση είναι αποθαρρυντική. Ενώ οι αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες κινητοποιούν σχεδόν 600 δισ. ευρώ μέσα σε έναν μόνο χρόνο, οι συντονισμένες προσπάθειες της ΕΕ δυσκολεύονται να φτάσουν τη χρηματοδοτική ισχύ ακόμη και ενός μόνο αμερικανικού κολοσσού.
Οι Βρυξέλλες επιχείρησαν να αντιδράσουν με την πρωτοβουλία AI Factories και το σχέδιο δράσης AI Continent Action Plan, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2025 και στοχεύει στην κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Ωστόσο, οι αριθμοί λένε μια σκληρή αλήθεια. Οι συνολικές ευρωπαϊκές δαπάνες για υποδομές κυρίαρχου cloud εκτιμάται ότι θα φτάσουν μόλις τα 11,5 δισ. ευρώ το 2026.
Παρότι πρόκειται για αξιοσημείωτη ετήσια αύξηση κατά 83%, το ποσό παραμένει σχεδόν αμελητέο σε σύγκριση με τον αμερικανικό εξοπλισμό.
Πέρυσι, την περίοδο που συζητούνταν ορισμένες από τις παραπάνω πρωτοβουλίες, ο Arthur Mensch, διευθύνων σύμβουλος της γαλλικής εταιρείας Mistral AI, δήλωσε ότι «οι αμερικανικές εταιρείες χτίζουν κάθε χρόνο το αντίστοιχο ενός νέου προγράμματος Apollo».
Ο Mensch πρόσθεσε επίσης ότι «η Ευρώπη δημιουργεί εξαιρετικό ρυθμιστικό πλαίσιο με τον Νόμο για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), αλλά δεν μπορείς να φτάσεις στην υπεροχή στην υπολογιστική ισχύ μόνο με κανονισμούς».
Η Mistral αποτελεί μία από τις ελάχιστες εστίες ευρωπαϊκής αντίστασης στην κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Η γαλλική εταιρεία τεχνολογίας ακολουθεί παρόμοια στρατηγική με τους αμερικανούς ανταγωνιστές της και επεκτείνει επιθετικά τη φυσική της παρουσία.
Μετά από γύρο χρηματοδότησης 1,7 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025, στον οποίο συμμετείχε μεταξύ άλλων και ο κολοσσός των ημιαγωγών ASML, η Mistral ανακοίνωσε επενδυτικό σχέδιο CapEx 1 δισ. ευρώ για το 2026. Μόλις αυτή την εβδομάδα, η εταιρεία επιβεβαίωσε ότι ξεκίνησε εργασίες για την κατασκευή μεγάλου κέντρου δεδομένων στο Borlänge της Σουηδίας.
Πρόκειται για μια σημαντική κίνηση για τη Mistral, καθώς αποτελεί την πρώτη μεγάλη επένδυση σε υποδομές εκτός Γαλλίας και μια ουσιαστική απόφαση για την ευρωπαϊκή κυριαρχία.
Σε συνεργασία με τον σουηδό διαχειριστή κέντρων δεδομένων EcoDataCenter, θα δαπανηθούν περίπου 1,2 δισ. ευρώ για την κατασκευή μιας εγκατάστασης σχεδιασμένης να προσφέρει υπολογιστική ισχύ τύπου «sovereign compute», πλήρως εναρμονισμένη με τα αυστηρά πρότυπα δεδομένων της ΕΕ και αξιοποιώντας την άφθονη πράσινη ενέργεια της Σουηδίας.
Την ίδια ώρα, οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί προσπαθούν να κατευνάσουν τους ευρωπαίους ρυθμιστές προσφέροντας λύσεις τύπου «sovereign-light». Έχουν ανακοινωθεί πολλά έργα των Big Tech για τοπικές ζώνες cloud, για παράδειγμα στη Γερμανία και την Πορτογαλία, με την υπόσχεση της τοπικής αποθήκευσης δεδομένων.
Οι επικριτές υποστηρίζουν όμως ότι οι λύσεις αυτές παραμένουν τεχνικά εξαρτημένες από τις αμερικανικές μητρικές εταιρείες, αφήνοντας τη βιομηχανία της Ευρώπης ευάλωτη στις διαθέσεις της αμερικανικής οικονομίας και εξωτερικής πολιτικής.
Καθώς ξεδιπλώνεται το 2026, τα διακυβεύματα είναι σαφή. Οι ΗΠΑ ποντάρουν τα πάντα, ακόμη και την πιστοληπτική τους αξιολόγηση, στην κυριαρχία στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η Ευρώπη, πιο επιφυλακτική και με περιορισμένη πρόσβαση σε κεφάλαια, ελπίζει ότι οι στοχευμένες επενδύσεις και η ρύθμιση θα αρκέσουν για να εξασφαλίσει μια κυρίαρχη θέση σε έναν κόσμο που λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με αμερικανική τεχνολογία.