Η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία συγκαταλέγονται στις ευρωπαϊκές οικονομίες που εκτίθενται περισσότερο στο αυξανόμενο κόστος της ακραίας ζέστης, η οποία μπορεί να μειώσει την παραγωγή έως και 7% σε ορισμένες χώρες μέχρι το 2030, εκτιμά η Allianz Trade.
Η ακραία ζέστη μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό φρένο για την ανάπτυξη στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπης, καθώς μειώνεται η παραγωγικότητα της εργασίας και αυξάνεται η ζήτηση για ψύξη, σύμφωνα με νέα έκθεση της Allianz Trade.
Μέχρι το 2030, οι σωρευτικές απώλειες στο ΑΕΠ θα μπορούσαν να φτάσουν το 5% έως 7% στις χώρες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στην άνοδο της θερμοκρασίας. Η Γαλλία βρίσκεται στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης, με πιθανές απώλειες 240 δισ. δολαρίων (209 δισ. ευρώ) τα επόμενα πέντε χρόνια, σύμφωνα με την Allianz.
Η Ιταλία είναι η δεύτερη πιο εκτεθειμένη ευρωπαϊκή οικονομία, με εκτιμώμενες απώλειες 147 δισ. δολαρίων (128 δισ. ευρώ), ακολουθούμενη από τη Γερμανία με 131 δισ. δολάρια (114 δισ. ευρώ) και την Ισπανία με 120 δισ. δολάρια (104 δισ. ευρώ). Για σύγκριση, οι σωρευτικές απώλειες στην Ιαπωνία θα μπορούσαν να φτάσουν τα 354 δισ. δολάρια (308 δισ. ευρώ).
Για να εκτιμήσουν το πιθανό οικονομικό κόστος, οι ερευνητές υπέθεσαν ότι οι χώρες θα βιώσουν μια σταθερή αύξηση της ακραίας ζέστης την περίοδο 2026-2030, η οποία κορυφώνεται σε συνθήκες αντίστοιχες με το θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί. Η ανάλυση βασίστηκε στα πέντε θερμότερα έτη που κατέγραψε κάθε χώρα μεταξύ 2014 και 2024.
Τα ευρήματα αντανακλούν τις ανησυχίες που έχει εκφράσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μιλώντας στο συνέδριο Climate, Nature and Monetary Policy στη Φρανκφούρτη τον Μάιο, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Ρ. Λέιν, δήλωσε ότι «η υπερθέρμανση του πλανήτη και η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων προκαλούν σημαντικές οικονομικές ζημιές».
Ο Λέιν πρόσθεσε ότι πρόσφατες έρευνες δείχνουν πως το παγκόσμιο ΑΕΠ ανά κάτοικο θα ήταν σήμερα υψηλότερο κατά περισσότερο από 20% αν δεν είχε σημειωθεί καμία άνοδος της θερμοκρασίας μεταξύ 1960 και 2019. Αυτό αντιστοιχεί σε μείωση κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης κατά την περίοδο αυτή.
Μειωμένη παραγωγικότητα και αυξημένη ζήτηση ενέργειας
Εργάτες στις κατασκευές, εργοστασιακοί υπάλληλοι, οδηγοί διανομών και αγροτικοί εργάτες χάνουν ολοένα και περισσότερες παραγωγικές ώρες κατά τη διάρκεια καυσώνων, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενα κόστη για ψύξη.
Εργάτες στις κατασκευές, εργοστασιακοί υπάλληλοι, οδηγοί διανομών και αγροτικοί εργάτες χάνουν ολοένα και περισσότερες παραγωγικές ώρες κατά τη διάρκεια καυσώνων, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξανόμενα κόστη για ψύξη.
Σύμφωνα με την Allianz Trade, όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30°C, η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται κατά περίπου 3% για κάθε επιπλέον βαθμό, ενώ η ζήτηση ενέργειας αυξάνεται κατά περίπου 1,2% ανά βαθμό, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις βασίζονται περισσότερο στην ψύξη.
Η έκθεση αποδίδει τις απώλειες παραγωγικότητας στη σωματική καταπόνηση, την εξασθένηση των γνωστικών λειτουργιών και την κακή ποιότητα ύπνου που προκαλεί η ακραία ζέστη.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, το ποσοστό των ωρών εργασίας που χάνονται λόγω θερμικού στρες αναμένεται να αυξηθεί από 1,4% το 1995 σε 2,2% έως το 2030, με πολύ υψηλότερες απώλειες στη Νότια Ασία (5,3%) και τη Δυτική Αφρική (4,8%), σύμφωνα με την Allianz Trade.
Η ζέστη ασκεί πίεση και στα ενεργειακά συστήματα. Πάνω από τους 30°C, η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται απότομα, ενώ η παραγωγική ικανότητα μπορεί να τεθεί υπό δοκιμασία. Το ενεργειακό μίγμα της Ευρώπης βασίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό στην θερμοηλεκτρική παραγωγή, δηλαδή φυσικό αέριο (51%), πυρηνική ενέργεια (18%) και άνθρακα (17%), τα οποία εξαρτώνται όλα από τη διαθεσιμότητα νερού και την αποδοτικότητα των συστημάτων ψύξης.
Κατά τη διάρκεια του καύσωνα του 2019 στη Γαλλία, για παράδειγμα, η παραγωγή πυρηνικής ενέργειας μειώθηκε λόγω περιορισμών στην ψύξη, γεγονός που περιόρισε την προσφορά και προκάλεσε έντονες αυξήσεις στις τιμές του ρεύματος.
Ευάλωτες είναι και οι υποδομές μεταφορών. Οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προκαλέσουν φθορές σε δρόμους και σιδηροδρομικά δίκτυα, οδηγώντας σε διακοπές δρομολογίων και υψηλότερα κόστη συντήρησης.
Η άνοδος της θερμοκρασίας μπορεί να επιβαρύνει την ανάπτυξη και τα δημόσια οικονομικά
Η έκθεση προειδοποιεί ότι ο οικονομικός αντίκτυπος της ακραίας ζέστης επεκτείνεται πολύ πέρα από τη μείωση της παραγωγικότητας.
Οι επενδύσεις αναμένεται να δεχθούν ισχυρότερο πλήγμα από ό,τι η καταναλωτική δαπάνη, με τον σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου να μειώνεται κατά μέσο όρο κατά 8% στις πληγείσες χώρες. Καθώς η ζέστη μειώνει τις αναμενόμενες αποδόσεις των επενδύσεων, οι επιχειρήσεις περιορίζουν τις δαπάνες τους, αποδυναμώνοντας τη μελλοντική παραγωγική ικανότητα και δημιουργώντας ένα αυτοτροφοδοτούμενο φρένο στην ανάπτυξη.
Η Allianz Trade αναμένει επίσης ότι τα σοκ που σχετίζονται με τη ζέστη θα δημιουργήσουν στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, με τον πληθωρισμό να αυξάνεται παράλληλα με την ανεργία. Αυτό θα μπορούσε να φέρει τις κεντρικές τράπεζες αντιμέτωπες με δύσκολα διλήμματα, ειδικά στη ζώνη του ευρώ, όπου μια ενιαία νομισματική πολιτική πρέπει να εξυπηρετεί οικονομίες με πολύ διαφορετικά επίπεδα κλιματικής έκθεσης.
Πίεση αναμένεται να δεχθούν και τα δημόσια οικονομικά. Η χαμηλότερη οικονομική δραστηριότητα μειώνει τα φορολογικά έσοδα, ενώ οι κυβερνήσεις καλούνται να αυξήσουν τις δαπάνες για παροχές που συνδέονται με τον πληθωρισμό, για την υγεία και για έκτακτες επισκευές υποδομών.
Οι ετήσιες απώλειες φορολογικών εσόδων θα μπορούσαν να φτάσουν το 1,8% στη Γαλλία, το 1,3% στην Ιταλία και την Ισπανία και το 0,7% στη Γερμανία. Τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να επιδεινωθούν κατά περίπου 0,5% του ΑΕΠ ετησίως κατά μέσο όρο.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ιταλία και η Ισπανία κινδυνεύουν να υπερβούν το όριο ελλείμματος του Μάαστριχτ όταν ληφθούν υπόψη οι πιέσεις που σχετίζονται με τη ζέστη. Η Γαλλία, η οποία ήδη προβλέπεται να εμφανίσει δημοσιονομικό έλλειμμα 4,9% του ΑΕΠ, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει πρόσθετο δημοσιονομικό βάρος που συνδέεται με τη ζέστη, ισοδύναμο με το 2,2% του ΑΕΠ.
Πόσο προετοιμασμένη είναι η Ευρώπη;
Η Allianz Trade διαπιστώνει ότι καμία μεγάλη ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι πλήρως προετοιμασμένη για τις οικονομικές συνέπειες της ακραίας ζέστης.
Η Ισπανία βρίσκεται πιο κοντά στα πρότυπα προστασίας των εργαζομένων, ενώ η Γαλλία προηγείται στα πρότυπα κτιρίων ανθεκτικών στη ζέστη. Ωστόσο, η έκθεση καταλήγει ότι καμία χώρα δεν διαθέτει σήμερα έναν ολοκληρωμένο συνδυασμό μέτρων προστασίας για εργαζομένους, κτίρια, δημόσια οικονομικά και ευάλωτα νοικοκυριά.
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταρτίσει στρατηγικές προσαρμογής, αλλά λίγες έχουν εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για την εφαρμογή τους. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συχνά βασίζονται σε έκτακτες δαπάνες μετά την εκδήλωση καυσώνων.
Η ΕΕ έχει δεσμευθεί να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου τουλάχιστον κατά 55% έως το 2030, στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων Fit for 55, με στόχο την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050. Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι η μετάβαση δεν θα συμβάλει μόνο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά θα ενισχύσει και την οικονομία της Ένωσης, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και βελτιώνοντας την ανθεκτικότητα στους κλιματικούς κινδύνους.
Η Allianz Trade υποστηρίζει ότι ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και τα νοικοκυριά. Τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά διαθέτουν σχεδόν 40 τρισ. ευρώ σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, αλλά πολλές κατοικίες παραμένουν ανεπαρκώς εξοπλισμένες για πιο ζεστά καλοκαίρια. Κίνητρα για βελτιώσεις στη μόνωση, την εγκατάσταση συστημάτων ψύξης και την επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης θα μπορούσαν να συμβάλουν στον περιορισμό του αντίκτυπου της ακραίας ζέστης.
Ωστόσο, η έκθεση προειδοποιεί ότι τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα είναι συχνά τα πιο ευάλωτα στη ζέστη και ενδέχεται να μην μπορούν να αντέξουν οικονομικά αυτές τις αναβαθμίσεις. Αυτό σημαίνει ότι η κρατική στήριξη θα παραμείνει απαραίτητη, ώστε οι προσπάθειες προσαρμογής να μην διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες.