Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά τις προβλέψεις, φτάνει τα 40,05 τρισ. δολάρια, σημειώνει ρεκόρ και προκαλεί δικομματική κριτική στην κυβέρνηση Τραμπ
Το ακαθάριστο δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε για πρώτη φορά τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν την Τετάρτη, το χρέος αυξήθηκε ταχύτερα από ό,τι προέβλεπαν οι προηγούμενες εκτιμήσεις, εν μέρει λόγω των τελωνειακών δασμών του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που τελικά ακυρώθηκαν.
Η άνοδος του δανεισμού συνιστά πλήγμα για τον Τραμπ, ο οποίος στην προεκλογική εκστρατεία του 2024 έχει δεσμευθεί να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες, και έχει προκαλέσει αντιδράσεις μελών και των δύο κομμάτων στο Κογκρέσο.
Το νέο ρεκόρ του εθνικού χρέους έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία αυξάνονται οι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις για την κοινωνική ασφάλιση και την υγεία, ενώ μεγαλώνουν και οι δαπάνες για τόκους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα την Τετάρτη το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, το συνολικό δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο τέλος της εργάσιμης ημέρας της Τρίτης στα 40,05 τρισ. δολάρια.
Το ποσό αυτό υπερβαίνει την προηγούμενη πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, σύμφωνα με την οποία το συνολικό χρέος θα έφθανε τα 39,4 τρισ. δολάρια στο τέλος του δημοσιονομικού έτους 2026.
Η αύξηση του αμερικανικού χρέους σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός, οι δημόσιες δαπάνες και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού εντείνουν την ανησυχία των επενδυτών.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή αυξάνει επίσης τις πιέσεις προς τον Τραμπ. Στις συγκρούσεις, που συνεχίζονται εδώ και περίπου έξι μήνες με ελάχιστα σημάδια επίλυσης, έχουν σκοτωθεί 18 Αμερικανοί στρατιώτες, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες έχουν φθάσει τα 37,5 δισ. δολάρια.
Δεν διαφαίνεται σημάδι επιβράδυνσης στις αμυντικές δαπάνες. Τον Ιούλιο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε οριακά το ετήσιο νομοσχέδιο για την αμυντική πολιτική, το οποίο επιτρέπει την παροχή χρηματοδότησης-ρεκόρ 1,15 τρισ. δολαρίων στο Πεντάγωνο.
Παραμένει επίσης δύσκολο να προσδιοριστεί το ύψος των εξοικονομήσεων από την επιτροπή που συγκρότησε ο Τραμπ με στόχο τη μείωση του αριθμού των ομοσπονδιακών υπαλλήλων και υπηρεσιών.
Ανεξάρτητοι παρατηρητές υποστηρίζουν ότι τα στοιχεία που ανακοινώνει η αμερικανική κυβέρνηση δεν αποτυπώνουν τις πραγματικές περικοπές. Στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Αποδοτικότητας της Κυβέρνησης (DOGE) αναφέρεται ότι μέχρι στιγμής έχουν γίνει περικοπές ύψους 215 δισ. δολαρίων.
Ο δισεκατομμυριούχος σύμμαχος του Τραμπ, Ίλον Μασκ, ο οποίος ηγείται των προσπαθειών μείωσης του κόστους, είχε δηλώσει ότι θεωρεί τη θητεία του το 2025 «κάπως επιτυχημένη».
«Μη βιώσιμη πορεία»
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρικ Σκοτ κάλεσε το Κογκρέσο «να περιορίσει τις δαπάνες και να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό», γράφοντας ότι «οι Αμερικανοί αξίζουν κάτι καλύτερο».
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Κέλι, από την πλευρά του, κατηγόρησε τον Τραμπ ότι πλούτισε ο ίδιος ενώ αύξησε το εθνικό χρέος. «Ο πρόεδρος είχε πει ότι στην πρώτη του θητεία θα αποπλήρωνε ολόκληρο το χρέος. Όλοι ξέραμε ότι αυτό ήταν ψέμα», δήλωσε, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ οδήγησε το χρέος στα 40 τρισ. δολάρια ενώ ο ίδιος και η οικογένειά του κέρδισαν δισεκατομμύρια.
Ο Δημοκρατικός βουλευτής Τεντ Λιου κατηγόρησε επίσης τον Τραμπ ότι «εγκαινίασε τη Χρυσή Εποχή του χρέους».
Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων έφθασαν την Τρίτη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Η άνοδος αυτή αντανακλά τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος εναντίον του Ιράν και τις ανησυχίες για τις δημοσιονομικές δαπάνες των ΗΠΑ.
Αυτό αναγκάζει την αμερικανική κυβέρνηση να αναχρηματοδοτεί το χρέος της με τα υψηλότερα επιτόκια που έχουν καταγραφεί από την περίοδο πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Μετά την παρέμβαση του υπουργείου Οικονομικών στις αγορές την Τετάρτη, οι αποδόσεις υποχώρησαν.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δανείζεται για να καλύψει τις υποχρεώσεις της, μεταξύ άλλων για τις πολεμικές δαπάνες και τις φορολογικές ελαφρύνσεις.
Η Τζέσικα Ριντλ, ειδικός σε θέματα προϋπολογισμού και φορολογίας στο Ινστιτούτο Brookings, δήλωσε: «Εδώ και καιρό είναι γνωστό ότι η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται σε μια εξαιρετικά μη βιώσιμη πορεία όσον αφορά τα δημοσιονομικά ελλείμματα». Όπως σημείωσε, τα τελευταία χρόνια η χώρα καταγράφει ελλείμματα της τάξης των 2 τρισ. δολαρίων ακόμη και σε περιόδους ειρήνης και ευημερίας.
Η Ριντλ υπενθύμισε ότι στο παρελθόν ελλείμματα ίσα με το 3 έως 4% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) ανησυχούσαν τις αγορές, ενώ πλέον το ποσοστό αυτό πλησιάζει το 6 με 7%. «Αυτό έχει ανησυχήσει ακόμη περισσότερο τις αγορές», πρόσθεσε.
Μελλοντικοί κίνδυνοι
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο όριο στην αναλογία χρέους προς ΑΕΠ που να πυροδοτεί αυτομάτως μια κρίση. Αν και το γεγονός ότι το ακαθάριστο χρέος υπερβαίνει τα 40 τρισ. δολάρια έχει συμβολική σημασία, πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν πιο ενδεικτικό μέγεθος το ομοσπονδιακό χρέος που κατέχουν οι επενδυτές, εξαιρουμένων των ενδοκυβερνητικών λογαριασμών.
«Σε ψυχολογικό επίπεδο, αυτά είναι όρια που λειτουργούν ως προειδοποίηση προς τις χρηματοπιστωτικές αγορές ότι πρέπει να επανεξετάσουν την αύξηση του χρέους», ανέφερε η Ριντλ.
Ο Κέιλεμπ Κουέικενμπους, διευθυντής δημοσιονομικής πολιτικής στο Κέντρο Διμερούς Πολιτικής, σημείωσε ότι ο ομοσπονδιακός δανεισμός αυξήθηκε ραγδαία μετά την αντίδραση της κυβέρνησης στη Μεγάλη Ύφεση του 2007-2009 και στην οικονομική κάμψη που προκάλεσε η Covid-19.
Ο Κουέικενμπους προειδοποίησε για την αβεβαιότητα που προκαλούν τα σημερινά «πρωτοφανή επίπεδα δανεισμού», επισημαίνοντας ότι ούτε το Κογκρέσο ούτε οι αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν δώσει «ουσιαστική ή διαρκή» λύση στην πορεία των δημοσιονομικών δαπανών.
Ο ίδιος τόνισε ότι σε περίπτωση κρίσης οι αγορές ομολόγων θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα, ενώ ακόμη και χωρίς κρίση το αυξανόμενο κόστος δανεισμού για καταναλωτές και επιχειρήσεις ενδέχεται να πιέσει την οικονομία.
Ο υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, έχει θέσει στο παρελθόν ως στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ στο 3% του ΑΕΠ.