Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit: η οικονομία δεν καταρρέει ούτε ακμάζει, η χώρα μένει ξανά χωρίς ηγέτη μετά την παραίτηση του Σερ Κιρ Στάρμερ
Η ψηφοφορία της 23ης Ιουνίου 2016 στόχευε να δώσει οριστική απάντηση σε ένα ερώτημα. Δέκα χρόνια μετά, έχει ξεκαθαρίσει ελάχιστα.
Ειδικότερα, η οικονομική αποτίμηση του Brexit παραμένει ένα από τα πιο αμφισβητούμενα ζητήματα στη σύγχρονη Βρετανία, μπλεγμένη με μια πανδημία, ένα ενεργειακό σοκ και τη σφοδρότερη νομισματική σύσφιξη εδώ και πάνω από μία γενιά.
Δύο αναλυτικές μελέτες που δημοσιεύθηκαν αυτή την εβδομάδα, από την Allianz Research και τη Deutsche Bank, καταλήγουν σε εντυπωσιακά παρόμοιο συμπέρασμα: η καταστροφολογία ήταν υπερβολική, αλλά το ίδιο και οι προσδοκίες για το όφελος. Η Allianz το συνοψίζει σε τρεις λέξεις: 'αντοχή χωρίς ανάκαμψη'.
Η χρονική συγκυρία δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο χαρακτηριστική. Τη Δευτέρα, μια μέρα πριν από την επέτειο του Brexit, ο Στάρμερ ανακοίνωσε την παραίτησή του έξω από το Ντάουνινγκ Στριτ, λέγοντας στους υποστηρικτές του ότι άκουσε την απάντηση του κόμματός του για το αν πρέπει να το οδηγήσει στις επόμενες εκλογές και την αποδέχθηκε «με αξιοπρέπεια».
Η αποχώρηση του Στάρμερ, που προκλήθηκε από την κατάρρευση της στήριξης προς τους Εργατικούς και την ταχεία άνοδο του σκληρά δεξιού Reform UK, ανοίγει τον δρόμο για τον έβδομο πρωθυπουργό της Βρετανίας μέσα σε δέκα χρόνια, πιθανότερα τον πρώην δήμαρχο του ευρύτερου Μάντσεστερ, Άντι Μπέρνχαμ.
Η πολιτική αστάθεια έχει εξελιχθεί σε μία από τις πιο ορατές κληρονομιές του Brexit. Η Allianz σημειώνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε έξι πρωθυπουργούς μετά το δημοψήφισμα, σε σύγκριση με τέσσερις σε όλη την περίοδο 1997-2016, ενώ η Deutsche Bank επισημαίνει το οικονομικό κόστος της παρατεταμένης αβεβαιότητας γύρω από την πολιτική μετά την ψηφοφορία.
Οι προβλέψεις που διαψεύδονται και μία που δεν διαψεύδεται
Μεγάλο μέρος της απαισιοδοξίας πριν από το δημοψήφισμα δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ.
Όπως σημειώνει η βρετανική επενδυτική εταιρεία AJ Bell, η προειδοποίηση του υπουργείου Οικονομικών για άμεση ύφεση αποδείχθηκε εκτός πραγματικότητας: η οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται και η ανεργία μειώθηκε αντί να εκτοξευθεί, όπως προέβλεπαν τα σενάρια «σοκ», υποχωρώντας γύρω στο 4% τα δύο χρόνια μετά την ψηφοφορία.
Οι τιμές των κατοικιών, για τις οποίες οι αξιωματούχοι φοβούνταν ότι θα μπορούσαν να υποχωρήσουν έως και 18%, τελικά αυξήθηκαν περίπου κατά 7%.
Εκεί όπου οι αναλυτές δικαιώθηκαν, σύμφωνα με τον διευθυντή επενδύσεων της AJ Bell, Ρας Μόουλντ, ήταν στη στερλίνα, η οποία υποχώρησε απότομα, οδηγώντας σε υψηλότερο πληθωρισμό και, δέκα χρόνια μετά, δεν έχει ανακτήσει πλήρως την αξία της έναντι του δολαρίου ή του ευρώ.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την ανθεκτικότητα της οικονομίας και τα όχι και τόσο άσχημα πρώτα δύο χρόνια, και οι δύο τράπεζες εντοπίζουν πραγματικές και μόνιμες ζημιές στη διάρκεια της δεκαετίας, ορισμένες από τις οποίες είχαν προβλεφθεί από πολλούς επικριτές του Brexit πριν από το δημοψήφισμα.
Η Deutsche Bank, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο που συγκρίνει το Ηνωμένο Βασίλειο με έναν συνθετικό «σωσία» χτισμένο από παρόμοιες οικονομίες, υπολογίζει ότι το Brexit έχει αφήσει την παραγωγή περίπου 4% χαμηλότερη, την απασχόληση γύρω στο 2% χαμηλότερη και τις τιμές καταναλωτή περίπου 0,7% υψηλότερες απ’ όσο θα ήταν διαφορετικά, αν και τονίζει ότι πρόκειται για πιο ήπιες εκτιμήσεις σε σχέση με την ευρύτερη συναίνεση για πλήγμα 6% έως 8%.
Η Allianz τοποθετεί το έλλειμμα στο ΑΕΠ μεταξύ 2% και 4% και σημειώνει ότι τα πιο εμφανή σημάδια εντοπίζονται στο εμπόριο και τις επενδύσεις. Η έκθεση αναφέρει ότι το εμπόριο αγαθών με την ΕΕ είναι περίπου 21% χαμηλότερο απ’ όσο θα ήταν, ενώ η Deutsche Bank καταγράφει πώς οι επιχειρηματικές επενδύσεις παρέμειναν στάσιμες επί χρόνια μέσα στο κλίμα αβεβαιότητας, με την αύξηση της παραγωγικότητας να πλησιάζει στην πλήρη στασιμότητα.
Ωστόσο, καμία από τις δύο αναλύσεις δεν περιγράφει μια αδιάκοπη πορεία παρακμής.
Αμφότερες υπογραμμίζουν ότι η Βρετανία στηρίζεται πλέον ακόμη περισσότερο στα πλεονεκτήματα των υπηρεσιών. Η Allianz σημειώνει ότι οι εξαγωγές υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνιών προς την ΕΕ έχουν σχεδόν διπλασιαστεί, ενώ η χώρα εξακολουθεί να κατατάσσεται ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών παγκοσμίως.
Το χρηματοοικονομικό κέντρο του Λονδίνου έχει αντέξει καλύτερα απ’ όσο φοβούνταν πολλοί, εξακολουθώντας να διαχειρίζεται σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας διαπραγμάτευσης παραγώγων επιτοκίων. Η Deutsche Bank επισημαίνει υπαρκτά οφέλη από τη ρυθμιστική αυτονομία σε τομείς όπως οι βιοεπιστήμες και η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τη βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών καθώς σταμάτησαν οι εισφορές στον προϋπολογισμό της ΕΕ.
Κοιτάζοντας μπροστά, η Deutsche Bank υποστηρίζει ότι υπάρχουν ουσιαστικές «εύκολες νίκες» για τη βελτίωση της υφιστάμενης εμπορικής συμφωνίας, εκτιμώντας ότι στενότερη συνεργασία με την ΕΕ σε θέματα προτύπων τροφίμων, επαγγελματικών προσόντων και κινητικότητας των νέων θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ κατά 0,4% έως 0,8% την επόμενη δεκαετία.
Η Allianz αντιτείνει ότι πολλά από τα βαθύτερα προβλήματα της Βρετανίας, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, το υψηλό ενεργειακό κόστος και η χρόνια υποεπένδυση, αναδείχθηκαν από το Brexit, δεν προκλήθηκαν από αυτό.
Και οι δύο συμφωνούν ότι η πολιτική βούληση για αντιστροφή πορείας είναι περιορισμένη: οι δημοσκοπήσεις μπορεί πλέον να ευνοούν την επανένταξη υπό τους κατάλληλους όρους, αλλά κανένα μεγάλο κόμμα δεν δείχνει διάθεση να το επιδιώξει. Καθώς ένας νέος πρωθυπουργός ετοιμάζεται να κληρονομήσει αυτό το δίλημμα, η επέτειος μοιάζει λιγότερο με ετυμηγορία και περισσότερο με μια ανολοκλήρωτη συζήτηση.