Το αποτύπωμα των 1,9 δισεκατομμυρίων ευρώ στην οικονομία και το στοίχημα των 750 εκατ. ευρώ- Τι αποκαλύπτει η μελέτη ΙΟΒΕ/ ΕΚΟΜΜΕΔ
Από τα διεθνή γυρίσματα και τις επενδύσεις έως τον τουρισμό και τα ψηφιακά παιχνίδια, η οπτικοακουστική βιομηχανία εξελίσσεται σε έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Η νέα μελέτη του ΙΟΒΕ αποτυπώνει για πρώτη φορά το πλήρες οικονομικό αποτύπωμα του κλάδου και αναδεικνύει τη συμβολή του στην ανάπτυξη της χώρας.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία να μετατραπεί από έναν περιφερειακό προορισμό γυρισμάτων σε έναν αναγνωρίσιμο διεθνή κόμβο οπτικοακουστικών παραγωγών. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μεταμόρφωση διαδραμάτισε ο μηχανισμός cash rebate, δηλαδή η επιστροφή μέρους των επιλέξιμων δαπανών που πραγματοποιούν στην Ελλάδα κινηματογραφικές, τηλεοπτικές και άλλες οπτικοακουστικές παραγωγές.
Ο μηχανισμός, ο οποίος θεσπίστηκε το 2017 και σήμερα επιστρέφει έως και το 40% των επιλέξιμων δαπανών, θεωρείται από τους πλέον ανταγωνιστικούς στην Ευρώπη και συνέβαλε αποφασιστικά στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων στον τομέα.
Τα αποτελέσματα είναι πλέον ορατά. Σύμφωνα με τη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η οποία εκπονήθηκε με την υποστήριξη του ΕΚΚΟΜΕΔ, την περίοδο 2019-2024 πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα 90 διεθνείς κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές, σε δεκάδες διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Τα γυρίσματα δεν περιορίστηκαν στην Αττική. Παραγωγές φιλοξενήθηκαν στην Κρήτη, την Κέρκυρα, τις Κυκλάδες και σε πολλές ακόμη περιφερειακές ενότητες, δημιουργώντας ένα νέο παραγωγικό οικοσύστημα που εκτείνεται πλέον σε ολόκληρη τη χώρα.
Από τον πολιτισμό στην οικονομία
Η μελέτη του ΙΟΒΕ καταλήγει σε ένα σαφές συμπέρασμα: ο οπτικοακουστικός τομέας δεν αποτελεί πλέον μόνο έναν πολιτιστικό κλάδο, αλλά μια δραστηριότητα με σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα.
Η συνολική επίδραση του οπτικοακουστικού τομέα στην ελληνική οικονομία εκτιμάται σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ ετησίως σε όρους ΑΕΠ, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 0,9% της ελληνικής οικονομίας.
Παράλληλα, ο κλάδος στηρίζει σχεδόν 44.000 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης και συνδέεται με δημόσια έσοδα ύψους περίπου 581 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ακόμη και αν εξαιρεθούν οι ραδιοτηλεοπτικές δραστηριότητες και εξεταστεί αποκλειστικά ο κλάδος παραγωγής οπτικοακουστικών έργων, το οικονομικό αποτύπωμα παραμένει υψηλό: περίπου 1,1 δισ. ευρώ στο ΑΕΠ, 25.000 θέσεις εργασίας και περίπου 340 εκατ. ευρώ δημόσια έσοδα.
Η ανάλυση του ΙΟΒΕ δείχνει επίσης ότι για κάθε 1 ευρώ άμεσης συνεισφοράς του οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ δημιουργούνται επιπλέον 1,47 ευρώ στην υπόλοιπη οικονομία.
Με άλλα λόγια, κάθε ευρώ που παράγεται άμεσα από τον κλάδο οδηγεί σε συνολική επίδραση 2,47 ευρώ στην οικονομία μέσω των έμμεσων και προκαλούμενων επιδράσεων.
Αντίστοιχα, για κάθε 1 ευρώ που προστίθεται στο ΑΕΠ από την παραγωγή μιας κινηματογραφικής ταινίας δημιουργούνται συνολικά 2,67 ευρώ οικονομικής δραστηριότητας, ενώ στην περίπτωση των ψηφιακών παιχνιδιών η συνολική επίδραση ανέρχεται στα 2,71 ευρώ.
Η Ελλάδα έφτασε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η Ελλάδα έχει πλέον συγκλίνει με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς τη συμβολή του οπτικοακουστικού τομέα στο ΑΕΠ.
Το 2013 η συμμετοχή του κλάδου στην ελληνική οικονομία ήταν περίπου η μισή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Ωστόσο, από το 2018 και μετά καταγράφεται σταθερή σύγκλιση, με αποτέλεσμα από το 2021 και έπειτα η Ελλάδα να κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παράλληλα, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του τομέα αυξήθηκε κατά 78% μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας τα 756 εκατ. ευρώ το 2024 από 425 εκατ. ευρώ το 2013.
Την ίδια περίοδο η συνολική αξία παραγωγής του κλάδου ανήλθε στα 1,4 δισ. ευρώ.
Αύξηση επενδύσεων και επιχειρηματικής δραστηριότητας
Η αναπτυξιακή πορεία του κλάδου αποτυπώνεται και στις επενδύσεις.
Το ύψος των επενδύσεων στον οπτικοακουστικό τομέα υπερδιπλασιάστηκε, από περίπου 146 εκατ. ευρώ το 2013 σε 337 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ το 2023 καταγράφηκε ιστορικό υψηλό δεκαετίας με επενδύσεις 390 εκατ. ευρώ.
Η επενδυτική ένταση του ελληνικού κλάδου συγκαταλέγεται πλέον στις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2023 οι επενδύσεις αντιστοιχούσαν στο 47,7% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του τομέα, κατατάσσοντας την Ελλάδα στην τέταρτη θέση μεταξύ των κρατών-μελών που εξετάστηκαν.
Η ανάπτυξη αποτυπώνεται και στα βασικά μεγέθη των επιχειρήσεων.
Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων παραγωγής οπτικοακουστικών έργων αυξήθηκε κατά 137% την περίοδο 2013-2024, φτάνοντας τα 745 εκατ. ευρώ.
Την ίδια περίοδο η απασχόληση αυξήθηκε κατά 147%, με τους εργαζόμενους να ξεπερνούν πλέον τους 12.700, έναντι περίπου 5.100 το 2013.
Σήμερα δραστηριοποιούνται στον κλάδο περίπου 3.000 επιχειρήσεις.
Δημόσια στήριξη άνω των 300 εκατ. ευρώ
Σύμφωνα με τη μελέτη, από το 2019 έως τα μέσα του 2026 έχουν διατεθεί 307 εκατ. ευρώ δημόσιας χρηματοδότησης για την παραγωγή και προώθηση οπτικοακουστικών έργων.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των πόρων προήλθε από τον μηχανισμό cash rebate, ο οποίος εξελίχθηκε στον βασικό πυλώνα χρηματοδότησης του κλάδου.
Οι ερευνητές του ΙΟΒΕ εκτιμούν ότι το σημερινό ποσοστό επιστροφής 40% είναι ανταγωνιστικό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και έχει συμβάλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της ελκυστικότητας της Ελλάδας ως τόπου γυρισμάτων.
Νέο πενταετές σχέδιο με «κουμπαρά» 750 εκατ. ευρώ
Η δυναμική που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω μέσω του νέου πενταετούς στρατηγικού σχεδίου δράσης για τον οπτικοακουστικό τομέα.
Το σχέδιο προβλέπει συνολικούς διαθέσιμους πόρους που προσεγγίζουν τα 750 εκατ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, με στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, την προσέλκυση νέων διεθνών παραγωγών και τη διεύρυνση της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Στόχος δεν είναι μόνο η αύξηση των γυρισμάτων, αλλά και η ενίσχυση δραστηριοτήτων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως το post-production, τα οπτικά εφέ, η εικονική παραγωγή και η ανάπτυξη ψηφιακών παιχνιδιών.
Το φαινόμενο του screen tourism
Ίσως το πιο ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης αφορά τον τουρισμό.
Διεθνώς, ολοένα και περισσότερες χώρες επενδύουν στο λεγόμενο screen tourism, δηλαδή στον τουρισμό που δημιουργείται όταν οι θεατές επισκέπτονται προορισμούς που έχουν δει σε ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές.
Η Ελλάδα φαίνεται ότι αρχίζει να απολαμβάνει τα οφέλη αυτής της τάσης.
Οι ερευνητές του ΙΟΒΕ πραγματοποίησαν οικονομετρική ανάλυση για να εξετάσουν εάν η αύξηση των γυρισμάτων συνδέεται με την αύξηση των τουριστικών αφίξεων.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η σχέση είναι στατιστικά σημαντική.
Συγκεκριμένα, για κάθε επιπλέον 1.000 ευρώ δαπάνης μέσω του μηχανισμού cash rebate σε μια περιφερειακή ενότητα, οι αφίξεις αλλοδαπών τουριστών αυξάνονται κατά 31 έως 43 άτομα.
Παράλληλα, οι διανυκτερεύσεις αυξάνονται κατά 45 έως 105.
Με βάση τη μέση τουριστική δαπάνη, η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε επιπλέον τουριστικά έσοδα που κυμαίνονται από περίπου 17.700 έως 24.600 ευρώ.
Εξίσου εντυπωσιακό είναι το εύρημα που αφορά τη δημοφιλία των ίδιων των παραγωγών.
Η μελέτη δείχνει ότι για κάθε επιπλέον 1.000 ψήφους δημοφιλίας που συγκεντρώνουν οι διεθνείς ταινίες και σειρές που έχουν γυριστεί σε μια περιοχή, οι αφίξεις αλλοδαπών τουριστών αυξάνονται κατά 512 έως 773 άτομα.
Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν τη θεωρία ότι οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές λειτουργούν ως ισχυρό εργαλείο διεθνούς προβολής, επηρεάζοντας άμεσα τις ταξιδιωτικές επιλογές των θεατών.
Η επόμενη πρόκληση
Παρά τη σημαντική πρόοδο, η μελέτη επισημαίνει ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης του κλάδου απαιτεί νέες παρεμβάσεις.
Οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη ενίσχυσης του ανθρώπινου δυναμικού, αξιοποίησης των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης και virtual production, ανάπτυξης δραστηριοτήτων post-production και επέκτασης των ωφελειών σε περισσότερες περιφέρειες της χώρας.
Την ίδια στιγμή, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον κλάδο των ψηφιακών παιχνιδιών, ο οποίος παραμένει μικρός αλλά αναπτύσσεται ταχύτατα. Το 2023 καταγράφηκαν στην Ελλάδα 18 στούντιο ανάπτυξης παιχνιδιών και περίπου 90 εργαζόμενοι, αριθμός σχεδόν τριπλάσιος σε σχέση με το 2021.
Με την αγορά των ψηφιακών παιχνιδιών να αναπτύσσεται διεθνώς και την Ελλάδα να διαθέτει ήδη εξειδικευμένα εκπαιδευτικά προγράμματα, ο τομέας θεωρείται από πολλούς ως το επόμενο μεγάλο αναπτυξιακό στοίχημα της ελληνικής δημιουργικής οικονομίας.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ένας ελκυστικός τόπος γυρισμάτων, αλλά ως μια αναδυόμενη βιομηχανία οπτικοακουστικού περιεχομένου με διεθνή προσανατολισμό, σημαντική οικονομική συμβολή και ολοένα μεγαλύτερη επίδραση στον τουρισμό, την απασχόληση και τις επενδύσεις.