Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Η Νόρα δραπετεύει ξανά από το «Κουκλόσπιτό» της

Η Νόρα δραπετεύει ξανά από το «Κουκλόσπιτό» της
Από Γιώργος Μητρόπουλος

Ο Γιώργος Σκεύας επιστρέφει στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, πρώτη φορά μετά τον θάνατο Λευτέρη Βογιατζή. Είχαν συνεργαστεί αρκετές φορές τα προηγούμενα 15 χρόνια όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στον κινηματογράφο. Αισθανόταν μέλος της οικογένειάς του, συγγενής του. Γι’ αυτό δεν αισθάνεται καμιά αμηχανία που σκηνοθετεί τώρα το «Κουκλόσπιτο» του Χένρικ Ίψεν. Αντίθετα μάλιστα, αισθάνεται μεγάλη οικειότητα και θαλπωρή στο συγκεκριμένο χώρο. Αυτό μάλιστα ενδυναμώνεται από την παρουσία ενός άλλου μέλους της «οικογένειας» του Λευτέρη, της Αμαλίας Μουτούση, η οποία ερμηνεύει την Νόρα, την πρωταγωνίστρια του έργου. Χωρίς αυτήν δεν θα έκανε αυτό το βήμα, δεν θα επέλεγε το συγκεκριμένο έργο. Αισθάνεται ότι πιστεύουν τα ίδια πράγματα, είναι ο ένας προέκταση του άλλου, έχουν την ίδια οπτική, τον ίδιο κώδικα, μιλούν την ίδια γλώσσα. Πιστεύουν και οι δύο στη δύναμη των λέξεων.

Κατά τη γνώμη του, η Νόρα, η εμβληματική ηρωίδα, η πρώτη χειραφετημένη γυναίκα στην ιστορία του θεάτρου εξακολουθεί να προκαλεί σεισμικές δονήσεις. Ο ίδιος ομολογεί ότι υπάρχουν χιλιάδες αναγνώσεις σ’ αυτό το πολυπρισματικό αριστούργημα. Αυτόν που ενδιέφερε τον ίδιο είναι η οντολογική διάσταση του έργου, ο πραγματικός λόγος που οδηγεί τη Νόρα, να εγκαταλείψει την παλιά ζωή της, τον άνδρα και τα παιδιά της. Να εγκαταλείψει το Κουκλόσπιτό της. Είναι η ίδια η φύση του ανθρώπου, που τον οδηγεί να ζητήσει «καθαρό αέρα», να πετάξει μακριά από τις συμβάσεις που πνίγουν το χαρακτήρα του και τον καθηλώνουν σε μια ζωή εφιαλτική. Είναι η έμφυτη, διαχρονική ανάγκη για ελευθερία, που μας κάνει να δραπετεύουμε από τα Κουκλόσπιτα που στήνουμε οι ίδιοι στη ζωή μας. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τη δράση του έργου σε ένα αισθητικό πλαίσιο άχρονο, αφαιρετικό. Μέσα από το λόγο δημιουργούνται συνδέσεις με το σήμερα. Αυτό είναι το στοίχημα με τα κλασικά έργα: αν καταφέρεις να συνδεθείς με τον ψυχισμό των ηρώων, ξεχνάς την εποχή του έργου, αισθάνεσαι ότι σε αφορά, ακόμη και σήμερα.

-Τι ήταν αυτό που σας ήλκυσε στο «Κουκλόσπιτο» του Ίψεν; Γιατί αυτό το έργο και όχι κάποιο άλλο;

Το ότι κάναμε το «Κουκλόσπιτο» γεννήθηκε μέσα από μια συνθήκη, μέσα από τη συνάντηση μου με την Αμαλία. Γνωριζόμασταν χρόνια και όταν συνεργαστήκαμε, γεννήθηκε και στους δύο η επιθυμία να το προχωρήσουμε. Μας ενδιέφερε ένα κοινό πεδίο. Είχαμε μια κοινή αντίληψη στα πράγματα, το θέατρο και τη φύση του. Υπήρχε μια βαθιά συνεννόηση, πράγμα σπάνιο. Γι’ αυτό ήταν κοινή απόφαση να πάμε παρακάτω. Το πρώτο βήμα που αποφασίσαμε να κάνουμε λοιπόν είναι το «Κουκλόσπιτο». Το έκανα γιατί ήμουν με την Αμαλία. Αλλιώς δεν θα το έκανα. Συμφωνήσαμε να δουλέψουμε. Είναι ένα σπουδαίο κλασικό έργο με ένα εμβληματικό ρόλο και μια δραματουργία, που με ήλκυσε.

-Πώς πλησιάζεις αυτά τα κείμενα και πώς τα κάνεις δικά σου;

Ο τρόπος που εγώ διάλεξα να προσεγγίσω αυτό το κείμενο ήταν ξεκινώντας από τη μετάφρασή του. Πάρα τις πολλές μεταφράσεις που υπάρχουν, ένιωσα ότι για να γίνει κάπως δικό μου αυτό το κείμενο, έπρεπε να περάσω από αυτόν τον δρόμο. Έπρεπε να διασχίσω το μονοπάτι των συγκεκριμένων αυτών λέξεων. Οι λέξεις, οι συνδέσεις τους, τα νοήματα, η τριβή και η σύγκρουση που γεννιέται με τις λέξεις με ενδιαφέρει πολύ.

-Τι διακρίνει λοιπόν τη δική σας μετάφραση;

Για μένα ήταν πολύ σημαντικό ο λόγος να κρατά κάτι από την μουσικότητα του αρχικού κειμένου, το οποίο αδυνατούσα να διαβάσω. Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά, αλλά χρησιμοποίησα επίσης δύο γερμανικές μεταφράσεις και μια γαλλική. Με έναν Νορβηγό φίλο «πήγαινα» συνεχώς στο αρχικό κείμενο, μετρούσα τον αριθμό των συλλαβών, τον έβαζα να μου διαβάζει τις φράσεις και μπορώ να πω ότι ήταν πολύ σημαντική η επαφή μου με το πρωτότυπο. Αυτό που έχω κάνει είναι μια πιστή προσαρμογή, μια πιστή διασκευή. Δηλαδή κρατώ τους πέντε βασικούς χαρακτήρες κι έχω βγάλει κάποια δευτερεύοντα πρόσωπα. Έχουν φύγει πράγματα και πρόσωπα και υπάρχουν επίσης και κάποιες προσθέσεις, που πηγάζουν από προηγούμενα drafts του Ίψεν, δηλαδή προηγούμενες εκδοχές του έργου, πριν λάβει την τελική του μορφή. Τις βρήκα σε μια παλιά έκδοση του 1906 στη Νέα Υόρκη. Ήταν πολύτιμος οδηγός. Έγινε λοιπόν ένας συνδυασμός. Έγραφα, μετέφραζα, έχοντας στο νου μου την Αμαλία, άκουγα τη φωνή της, τον τρόπο εκφοράς της. Αυτό με οδήγησε να λάβω μερικές αποφάσεις, που αν ήταν κάποια άλλη ηθοποιός δεν θα πήγαινα προς αυτή την κατεύθυνση.

-Τι προτάσσετε στο δικό σας σκηνοθετικό ανέβασμα; Τι «Κουκλόσπιτο» θα δούμε από εσάς, γιατί είναι ένα έργο που έχει ανεβεί πολλές φορές;

Προσπάθησα να προσεγγίσω την Νόρα από διαφορετική πλευρά. Με ενδιέφερε ένας ψυχισμός, που έχει να κάνει με ένα παιδί. Για μένα η κεντρική ηρωίδα συνδέεται βαθιά με μια παιδικότητα. Είναι για μένα ένα 8χρονο, 10χρονο παιδί. Ακριβώς όπως το παιδί σ’ αυτήν την ηλικία μπορεί να αρθρώνει μια αλήθεια και να βιώνει κάτι με έναν τρόπο που δεν περνά από το μυαλό των ενηλίκων. Είναι μια αίσθηση, ένας τρόπος συμπεριφοράς και βίωσης που τον χάνουμε όταν μεγαλώνουμε.

-Αυτό όμως δεν ακυρώνει τη χειραφέτηση της Νόρας. Δεν φτάνει με ωριμότητα, στην τελική της επιλογή; Είναι απλά ένα συναισθηματικό ξέσπασμα ενός παιδιού, μια συναισθηματική, χωρίς σκέψη απόφαση, όταν κλείνει την πόρτα πίσω της και φεύγει;

Αυτό που καταλαβαίνω εγώ είναι ότι φτάνει σε ένα σημείο, που πρέπει να κάνει αυτό που κάνει, γιατί αλλιώς δεν γίνεται να συνεχίσει τη ζωή της. Είναι μια βίαιη ωρίμανση, που έχει μέλλον. Το μέλλον είναι άδηλο, αλλά αυτό είναι το ποιητικό μεγαλείο που κρύβει το φινάλε του συγγραφέα. Μοιάζει σαν ένα πέταγμα της ηρωίδας στο κενό, στο σκοτάδι, το απόλυτο φως. Έχει μια κοσμική διάσταση. Είναι μια βουτιά φοβερή, με όλο το κόστος που μπορεί να περιέχει αυτή η βουτιά. Γίνεται και δεν ασχολείται με το τι γίνεται αμέσως μετά. Ότι μένει ανοιχτό το άνυσμα. Ο ψυχισμός της έχει να κάνει με τον ψυχισμό της κούκλας. Είναι ο τρόπος που δρουν τα παιδιά. Έχουν μια αθωότητα, αλλά παράλληλα είναι και πολύ σκληρά. Αυτό υπάρχει κάτω από τη δικιά μας Νόρα.

-Η Νόρα θεωρείται ότι η πρώτη χειραφετημένη γυναίκα στην ιστορία του θεάτρου. Είναι ακούσιά της;

Η Νόρα αγάπησε βαθιά τον άνδρα που βρισκόταν δίπλα της. Του δόθηκε απόλυτα. Φτάνει κάποια στιγμή, λόγω του τρομερού μυστικού, που κράταγε χρόνια, να λυγίσει. Είχε δανειστεί χρήματα προκειμένου να σώσει τη ζωή του άνδρα της, που είχε πολύ εύθραυστη υγεία. Το γεγονός ότι δημιούργησε τη δική της συνθήκη για να αντέξει αυτό το βάρος, οδηγείται στο να έχει αυτή τη φοβερή δύναμη. Για μένα είναι μια φυσική δύναμη. Είναι γεννημένη για κάτι τέτοιο. Απλά δεν της είχε δοθεί η ευκαιρία να δείξει ποια είναι. Ήταν υπόγειος ο τρόπος που λειτουργούσε όλα τα χρόνια και αυτό είναι βαθιά συγκινητικό, για όσους παρακολουθούν πώς κλιμακώνεται η συμπεριφορά της. Όταν τα πράγματα γίνονται ασφυκτικά και φτάνει πλέον να αντιμετωπίζει το θάνατο και την αυτοκτονία, αλλάζει η συμπεριφορά της προς τον Τόρβαλντ και γίνεται μονόδρομος η αντίδραση που θα έρθει. Για μένα λοιπόν υπερισχύει η οντολογική προσέγγιση της ηρωίδας: είναι σαν να ξαναγεννιέται ένας άνθρωπος, όταν οι συνθήκες τον οδηγούν σε μια έξοδο από την προηγούμενη ζωή του. Είναι τόσο ισχυρή η ψυχική της ανάγκη, ώστε δεν μπορεί να μην πετάξει προς την ελευθερία. Το κόστος της αποκόλλησης από την παλιά ζωή είναι τεράστιο. Δεν είναι εύκολο ακόμη και σήμερα για μια γυναίκα να αφήνει τον άνδρα και τα παιδιά της. Φανταστείτε τότε.

-Η Νόρα ακρωτηριάζει ένα μέρος της ζωής της, του εαυτού της για να πάει σε κάτι άλλο. Εμείς τι πρέπει να ακρωτηριάσουμε για να μπορέσουμε να κάνουμε μια νέα αρχή; Να αναγεννηθούμε όπως η Νόρα;

Νομίζω ότι δεν είναι καθόλου εύκολο. Υπάρχει η ανάγκη, αλλά σκεφτόμαστε διαρκώς το κόστος. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμη και σε ατομικό επίπεδο δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να αλλάξουμε, να θυσιάσουμε πράγματα. Το σάπιο που υπάρχει γύρω μας δεν έχει βρωμίσει ακόμη τόσο πολύ, ώστε να μας κάνει να πάρουμε μέτρα, να αντιδράσουμε σ’ αυτό που συμβαίνει, να βάλουμε τέλος στη νωθρότητά μας. Είναι πολύ δύσκολο να πάρουμε αποφάσεις σε ατομικό επίπεδο, πόσο μάλλον σε συλλογικό. Δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Αυτό που χρειάζεται είναι μια πνευματική εγρήγορση, η οποία θα μας δώσει δύναμη. Ο καθένας να κάνει καλά τη δουλειά του. Αυτό είναι για μένα το όπλο που έχουμε σ’ αυτή την εποχή. Να είμαστε σε εγρήγορση με το «όπλο» μας παρά πόδα. Να περιμένουμε να εμφανιστεί το καινούργιο.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ – ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: Γιώργος Σκεύας
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιώργος Σκεύας
ΣΚΗΝΙΚΑ: Εύα Μανιδάκη
ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ: Άγγελος Μέντης
ΜΟΥΣΙΚΗ – ΣΥΝΘΕΣΗ ΗΧΩΝ: Σήμη Τσιλαλή
ΦΩΤΙΣΜΟΙ: Κατερίνα Μαραγκουδάκη
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ: Σύλβια Λιούλιου
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟΥ: Φιλάνθη Μπουγάτσου
ΒΟΗΘΟΣ ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΟΥ: Βέρικο Μγκελάτζε
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΧΤΕΝΙΣΜΑΤΩΝ: Αλέξανδρος Μπαλαμπάνης
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Κώστας Ορδόλης
ΓΡΑΦΙΣΤΙΚΑ: Γιώργος Ρυμενίδης
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Λυκόφως – Γ. Λυκιαρδόπουλος
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ: Κατερίνα Μπερδέκα

ΔΙΑΝΟΜΗ:
Αμαλία Μουτούση Νόρα
Άρης Λεμπεσόπουλος Τόρβαλντ Χέλμερ
Μαρία Ζορμπά Κριστίνα Λίντε
Γιώργος Συμεωνίδης Νιλς Κρόγκσταντ
Νικόλας Παπαγιάννης Γιατρός Ρανκ

INFO

Θέατρο Οδού Κυκλάδων «Λευτέρης Βογιατζής»
Κυκλάδων 11 & Κεφαλληνίας, Κυψέλη | τηλ. 210 8217877
Τιμές των εισιτηρίων: 16 ευρώ κανονικό & 12 μειωμένο (Φοιτητικό, Ανέργων ΑμεΑ & Άνω των 65).
Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Τετάρτη 20.00, Πέμπτη & Παρασκευή 20.30, Σάββατο 21.15
Κυριακή στις 19.00
Τις 3 πρώτες Τετάρτες (10, 17 & 24/02) δεν θα πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις.