Ο πειραματικός καλλιτέχνης αποτέλεσε μια ξεχωριστή περίπτωση που διαμόρφωσε την εικαστική του γλώσσα στη Βιέννη σε διάλογο με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και τους αξιονιστές
Το ΕΜΣΤ διοργανώνει μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του πειραματικού δημιουργού Στάθη Λογοθέτη (1925-1997) με τίτλο Στη γη (Earth to Earth). Ο Λογοθέτης αποτέλεσε μια ξεχωριστή περίπτωση καλλιτέχνη, που διαμόρφωσε την εικαστική του γλώσσα στη Βιέννη σε διάλογο με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του και τους αξιονιστές, χωρίς όμως να έχει συνομιλητές στην Ελλάδα, όπου εγκαταστάθηκε μετά το 1973.
Η έκθεση περιλαμβάνει 70 περίπου έργα από κάθε περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας. Συγκεντρώνει δημιουργίες από σημαντικές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Οι ανολοκλήρωτες σπουδές του καλλιτέχνη στην ιατρική είναι σαφές ότι επηρέασαν την πρακτική του. Στο επίκεντρο του έργου του βρίσκεται το τραύμα και η επούλωσή του, η εμμονή της πληγής, η σπλαχνική αναφορά και η τελετουργία. Το χαρακτηριστικό στα έργα του είναι ότι η «βία» εκφράζεται στον καμβά, που γίνεται τόπος διάρρηξης και αλλαγών, είτε από τον ίδιο τον δημιουργό, είτε από τη φύση. Αυτή η φιλοσοφία και πρακτική οδήγησε τον καλλιτέχνη να ξεπεράσει γρήγορα τα στενά δισδιάστατα όρια του μουσαμά, δημιουργώντας εντυπωσιακές συνθέσεις:
«Ο Στάθης Λογοθέτης είναι μια περίπτωση η οποία είναι αρκετά μοναδική στην ιστορία της τέχνης στην Ελλάδα. Κάνει κάτι το οποίο είναι πολύ δικό του και είναι πάρα πολύ αναγνωρίσιμο. Είναι κάτι πολύ χαρακτηριστικό. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν βρίσκεται σε διάλογο με τους σύγχρονούς του καλλιτέχνες. Είναι περισσότερο επικεντρωμένος στις παραστάσεις που είχε κατά τα χρόνια της διαμόρφωσης της καλλιτεχνικής του ταυτότητας, στη Βιέννη.
Τον ενδιαφέρουν οι ιδέες περί τραύματος και της επούλωσης του. Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, ότι ξεκίνησε, προσπαθώντας να σπουδάσει αρχικά ιατρική. Είναι πολύ χαρακτηριστικό του, πώς πολλοί καμβάδες του παραπέμπουν σε ράμματα και σε ανοιχτές πληγές. Υπάρχει μια βασική ταύτιση και σύνδεση, ένας πολύ ξεκάθαρος παραλληλισμός ανάμεσα στο σώμα, τα κόκαλα, το αίμα και το δέρμα ενός ανθρώπινου σώματος με το τελάρο, τον καμβά και το κόκκινο χρώμα ενός ζωγραφικού έργου. Σχεδόν όλα τα έργα του είναι σε κόκκινες αποχρώσεις, από πάρα πολύ κόκκινο, πολύ σκούρο, σχεδόν μαύρο μέχρι σχεδόν άσπρο και όλα τα ενδιάμεσα» αναφέρει ο επιμελητής της έκθεσης Σταμάτης Σχιζάκης.
Στο πλαίσιο των πειραματισμών του, ο Λογοθέτης πραγματοποίησε καλλιτεχνικές δράσεις εμψύχωσης των ζωγραφικών του έργων με το ίδιο του το σώμα ή με τη συνεργασία του κοινού, που καλούνταν να ενεργοποιήσει το έργο. Αυτό που τον ενδιέφερε, ήταν η διεύρυνση της ζωγραφικής του γλώσσας. Στη συνέχεια της καλλιτεχνικής του έρευνας ενσωμάτωσε στο έργο του τις φυσικές φθορές και το τυχαίο, εκθέτοντάς το στα στοιχεία της φύσης.
Έθαβε δηλαδή τους καμβάδες του ή τους βύθιζε στο νερό, αφήνοντάς τους να αλλάξουν από τα στοιχεία της φύσης. Κάπως έτσι η ζωγραφική διαδικασία «παντρευόταν» με την εγκατάσταση και την περφόρμανς:
«Σε αυτή την προσπάθεια κάποια στιγμή θα κάνει ένα μεγάλο βήμα. Αρχίζει και θάβει τους καμβάδες του, είτε τους έχει μισο-επεξεργαστεί, είτε τους έχει επεξεργαστεί, είτε όχι. Μπαίνει στη διαδικασία να τους θάψει. Τους αφήνει για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα στα στοιχεία της φύσης, κυρίως μέσα στο χώμα αλλά και μέσα στο νερό. Τυλίγει πανιά, τους δένει και τους αφήνει δεμένους για πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στο νερό, είτε είναι της θάλασσας, είτε κάποιου ποταμού, είτε κάποιας λίμνης.
Στη συνέχεια τους επαναφέρει με όλες τις φθορές και όπως τους έχει μεταβολίσει η φύση. Ολοκληρώνει το έργο είτε τελαρώνοντας το, είτε κάνοντας κάποια διαμόρφωση, είτε ράβοντας το πάλι προσπαθώντας να το συγκρατήσει, γιατί είναι πλέον κάτι το οποίο έχει συνδιαμορφωθεί. Έχει πολύ ενδιαφέρον το πώς ο ίδιος δεν προσπαθεί να επιβληθεί πάνω σε ένα αντικείμενο που βγάζει μέσα από το χώμα, αλλά προσπαθεί με πάρα πολύ ήπιες χειρονομίες να συνδημιουργήσει με αυτό το οποίο έχει προκύψει μέσα από μια φυσική διαδικασία» τονίζει ο επιμελητής της έκθεσης.
Το έργο και η καλλιτεχνική πρακτική του ήταν αρκετά πρωτόγνωρα για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά όχι για τα ευρωπαϊκά. Ποια είναι η συνομιλία του με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία της εποχής του;
«Έτσι όπως ξεκινάει τη δεκαετία του 1960, είναι όντως μέσα σε μια ευρωπαϊκή πρωτοπορία. Δεν έχει να κάνει, νομίζω, με την Ελλάδα ή το εξωτερικό. Μην ξεχνάμε ότι είναι ένας άνθρωπος που διαμορφώνεται καλλιτεχνικά στη Βιέννη. Εκεί επικρατούν οι Βιεννέζοι αξιονιστές. Ο αδερφός του Ανέστης είναι άτυπα μέλος της ομάδας τoυς. Κάνει μουσική για τις περφόρμανς του Χέρμαν Νιτς. Ο Στάθης Λογοθέτης βρίσκεται μέσα σε αυτό τον κύκλο, αλλά για πάρα πολλά χρόνια θα παραμείνει στη ζωγραφική. Υπάρχει αυτή η σπλαχνική αναφορά, η τελετουργία και το τραύμα που μπορούμε να δούμε στην ακραία τέχνη των Βιεννέζων αξιονιστών, αλλά αυτός το κρατάει, το διατηρεί με ζωγραφικούς όρους, με ζωγραφικά εργαλεία.
Η βία δεν γίνεται πάνω στο ίδιο το σώμα ή σε ένα ανθρώπινο ή μη ανθρώπινο σώμα που βλέπουμε στις τελετουργίες των αξιονιστών, αλλά γίνεται μόνο στον καμβά. Ο Λογοθέτης καίει τα τελάρα του, σκίζει τον καμβά, τον θάβει στην άμμο, τον πασαλείβει με κόλλα ή άλλα υλικά και μετά τον επεξεργάζεται με βιομηχανικά χρώματα πιο φυσικά. Μόνο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, θα αρχίσει και ο ίδιος να τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε αυτό. Δεν φέρνει άλλους.
Αρχίζει δηλαδή και βάζει το ίδιο του το σώμα μέσα στον καμβά ή δημιουργεί καταστάσεις που οι άλλοι μπορούν να συμμετέχουν με διάφορους τρόπους, είτε απλά για να αλλάξουν το σχήμα ενός έργου, είτε για να βρεθούν πίσω από τα δομικά στοιχεία ενός ζωγραφικού έργου τέχνης και να το ενεργοποιήσουν: οι συμμετέχοντες βρίσκονται πίσω από ένα άδειο κάδρο, ή μέσα σε ένα άγραφο και άβαφο καμβά. Και θα το συνεχίσει αυτό. Θα το αναπτύξει πάρα πολύ, μέσα από δράσεις που θα κάνει σε συνεργασία με τον αδερφό του ή μόνος του, ακόμα και σε συμμετοχικές δράσεις. Αυτό που συμβαίνει μέσα από αυτούς τους πειραματισμούς, είναι μια διεύρυνση της ζωγραφικής γλώσσας, μέσα σε άλλα καλλιτεχνικά είδη, όπως η γλυπτική, η περφόρμανς και τα installations. Με ένα τρόπο όμως παραμένει ζωγραφική» υπογραμμίζει ο Σταμάτης Σχιζάκης.
Στόχος της έκθεσης είναι η βαθύτερη κατανόηση των καλλιτεχνικών στόχων του Στάθη Λογοθέτη, η ανάδειξη της θέσης του στην πρωτοπορία της εποχής του, καθώς και η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την καλλιτεχνική του πρακτική, μέσα από μια νέα οπτική, που έχει να κάνει με την οικολογία και την πολιτική του σώματος.
Παράλληλα, η έκθεση αναδεικνύει τις πολλαπλές συνδέσεις ανάμεσα στο έργο του και τα γεγονότα της ταραχώδους κοσμοπολίτικης ζωής του, καθώς και τη δια βίου δημιουργική σχέση και συνεργασία με τον αδελφό του, αναγνωρισμένο Ελληνοαυστριακό συνθέτη Ανέστη Λογοθέτη (1921–1994).
Σχεδιασμός έκθεσης: Γιάννης Αρβανίτης
Η αναδρομική έκθεση του Στάθη Λογοθέτη με τίτλο «Στη Γη», που φιλοξενείται στο ΕΜΣΤ, διαρκεί μέχρι τις 8 Νοεμβρίου.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Στάθης Λογοθέτης γεννήθηκε στον Πύργο της Ανατολικής Ρωμυλίας (Μπουργκάς, Βουλγαρία) το 1925 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη το 1934. Ασχολήθηκε αρχικά με τη μουσική, εγκαταλείποντας τις σπουδές του στην ιατρική (1943). Πήρε δίπλωμα βιολιού από το Κρατικό Ωδείο της Θεσσαλονίκης (1951-1952) και συνέχισε στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης (1952-1953). Από το 1954 επέλεξε να αφοσιωθεί στη ζωγραφική. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970 εργάστηκε κατά διαστήματα σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (Δυτική και Ανατολική Γερμανία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία), με υποτροφίες του Ινστιτούτου Γκαίτε, του Ινστιτούτου Dante Alighieri, της D.A.A.D. κ.ά. Μετά το 1973 η μόνιμη κατοικία του ήταν στην Αθήνα.
Παρουσίασε το έργο του σε ατομικές, ομαδικές και διεθνείς εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μεταξύ άλλων συμμετείχε στις διοργανώσεις: Avantgarde Griechenland (Βερολίνο, Φραγκφούρτη, Στουτγκάρδη, 1967-1969), 12η Μπιενάλε του Sao Paulo (1975), 9ο Φεστιβάλ Ζωγραφικής Cagnes-sur-mer (1977), όπου τιμήθηκε με ειδική διάκριση, Avanguardia e Sperimentazione (Μόδενα και Βενετία, 1978), Europalia (Βρυξέλλες, 1982) κ.ά.
Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα σταμάτησε πρόωρα το 1987, όταν προσβλήθηκε από ανίατη ασθένεια που εξελίχτηκε σε παράλυση. Πριν από τον θάνατό του (Αθήνα 1997), το έργο του παρουσιάστηκε σε δύο αναδρομικές εκθέσεις, στη Galerie Satire της Χαϊδελβέργης (1990) και στην Αποθήκη 1 του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (1994).