Η ταινία του Στέργιου Ντινόπουλου και τις Χρυσιάννας Παπαδάκη κέρδισε το βραβείο Europa Cinemas Label ως η καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία στο τμήμα Giornate degli Autori του 82ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της.
Η Αργυρώ και η Αννέτα είναι δύο κολλητές που ζουν στο ορεινό χωριό της Τύρνας. Η ερωτική έλξη μεταξύ τους είναι κάτι παραπάνω από σαφής, αλλά η ζωή θα τις οδηγήσει να ακολουθήσουν διαφορετικές διαδρομές. Η Αννέτα μένει έγκυος και φεύγει με τον πατέρα του παιδιού της για τη Λάρισα, αφήνοντας την φίλη της στο χωριό.
Η «Αρκουδότρυπα» του Στέργιου Ντινόπουλου και τις Χρυσιάννας Παπαδάκη είναι μια ιστορία νεανικής αγάπης που κινείται ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη και αντλεί στοιχεία από τη βαλκανική ορεινή παράδοση. Είναι ένα απολαυστικό queer ρομάντζο που εστιάζει με πρωτοτυπία, χιούμορ και φρεσκάδα στη ζωή των νέων στην επαρχία και αναδεικνύει την συναισθηματική ένταση στη σχέση των δύο χαρακτήρων, αλλά και τα αδιέξοδά τους. Η δύναμη της ταινίας στηρίζεται κυρίως στη χημεία των δύο ηθοποιών που ερμηνεύουν τις δύο κοπέλες, αλλά και στον πρωταγωνιστικό ρόλο του τοπίου και της φύσης.
Η ταινία είχε ξεκινήσει ως μικρού μήκους και είχε κερδίσει πριν από τρία περίπου χρόνια τον Χρυσό Διόνυσο στο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους της Δράμας. Οι δύο σκηνοθέτες είχαν ήδη κάνει τότε τα γυρίσματα για να υπάρξει η μεγάλου μήκους εκδοχή της ιστορίας της Αργυρούς και της Αννέτας και της σχέσης τους στο ορεινό χωριό των Τρικάλων:
«Η Αρκουδότρυπα έχει στοιχεία μιας ταινίας ενηλικίωσης, ενώ είναι ενήλικες αυτές οι δύο κοπέλες. Κι εμείς έτσι νιώθαμε ότι στις ταινίες ο κόσμος ενηλικιώνεται ψυχολογικά στα 17-18, αλλά εμείς ήμασταν 26 και δεν ξέραμε τι μας γινόταν. Δεν ξέραμε πού να ζήσουμε και με ποιους και τι σχέση έχεις με την οικογένειά σου, τον σύντροφό σου και λοιπά. Άρα οι χαρακτήρες της ταινίας είναι στην ηλικία μας, αλλά κάπως ενηλικιώνονται, γιατί τελικά αποφασίζουν τι έχει σημασία γι αυτές. Είναι ένα love story, με το οποίο νομίζω όλοι ταυτιζόμαστε. Δηλαδή όλοι έχουμε ζήσει έναν έρωτα στο χωριό. Όλοι έχουν ζήσει έναν έρωτα που έφυγαν και σκέφτονται πάντα: “άμα είχα γυρίσει, τι θα είχε γίνει”. Η ταινία έχει διάφορα, παραδοσιακά και μοντέρνα στοιχεία, που εμπλουτίζουν κατά τη γνώμη μου το love story. Έχει κάτι το φολκλορικό, αλλά έχει και πολύ σύγχρονα στοιχεία από τις ζωές μας και τις ζωές των φίλων μας» αναφέρει η Χρυσιάννα Παπαδάκη.
Ο Στέργιος Ντινόπουλος επισημαίνει: «Είναι μια ταινία που πέρα από το γεγονός ότι διαδραματίζεται στην επαρχία, έχει ως κομβικό ερώτημα τι κάνουν οι νέοι της επαρχίας; Ποιες είναι οι δυνάμεις που προσπαθούν να τους τραβήξουν μακριά; Μπορούν να γίνουν κατά κάποιο τρόπο οι εαυτοί τους και οι εαυτές τους; Υπάρχει πάντα το ερώτημα της ελευθερίας στην ταινία και πώς κάποιος μπορεί να διεκδικήσει αυτή την ελευθερία. Δηλαδή η Αννέτα ζει σε ένα πλαίσιο στο οποίο έχει κάπως εγκλωβιστεί. Είναι με έναν γκόμενο που γουστάρει και δεν γουστάρει. Δεν νιώθει και πολύ ενταγμένη στην πραγματικότητα του χωριού και με έναν τρόπο οι δυνάμεις και η πίεση της οικογένειας την οδηγούν στη μεγάλη πόλη. Και εκεί πέρα κάπως βλέπει ότι εν τέλει αυτή η ζωή που ίσως είχε φανταστεί ή που άλλοι είχαν φανταστεί για εκείνη, δεν τη χωράει και είναι ανήσυχη. Την τραβάει λοιπόν το κάλεσμα στο να γυρίσει στο χωριό και στον έρωτά της που είναι η Αργυρώ.
Αντίστοιχα, η Αργυρώ που είναι από κτηνοτροφική οικογένεια, είναι πολύ ενταγμένη στο πλαίσιο του χωριού. Φεύγει το αμόρε της και μένει κι αυτή ξαφνικά μόνη στο χωριό. Οπότε είναι λίγο διαλεκτική η σχέση πόλης και επαρχίας, το αν πρέπει να μείνω ή αν πρέπει να φύγω. Δεν δίνουμε δηλαδή στην ταινία μας κάποιου είδους απάντηση ή κάποια ερμηνεία. Αντιθέτως και οι δυο γυρνούν στο χωριό και γυρνούν και στην αγάπη τους. Οπότε νομίζω ότι είναι πιο πολύ η αναζήτησή τους να είναι ελεύθερες και να μπορούν να προσδιοριστούν με έναν τρόπο. Και ο τρόπος που καταλήγουν μαζί είναι πολύ ετερόκλητος. Δεν ακολουθεί ένα συγκεκριμένο καλούπι της παράδοσης ή του μοντέρνο. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στη μουσική της ταινίας, η οποία μπλέκει το μοντέρνο στοιχείο, το hip hop, τη rave μουσική με παραδοσιακά μουσικά στοιχεία, όπως τα ηπειρώτικα, τα κλαρίνα και τα πολυφωνικά. Ένα μεγάλο μέρος της μουσικής είναι πρωτότυπο και φέρνει την υπογραφή του συνθέτη Τζον Τουρνά».
Η ταινία κέρδισε το βραβείο Europa Cinemas Label ως η καλύτερη ευρωπαϊκή ταινία στο τμήμα Giornate degli Autori του 82ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της.
Η ελληνική πρεμιέρα έγινε στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου η ταινία κέρδισε επτά βραβεία (Βραβείο FIPRESCI, Βραβείο Mermaid - Ειδική Μνεία, Βραβείο Women in Film & Television, Βραβείο Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Βραβείο Επιτροπής Νεότητας - Ειδική Μνεία, Βραβείο ΕΡΤ, Βραβείο ΦΩΣ Πρωτοεμφανιζόμενης). Πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι θα είναι υποψήφια για 7 Βραβείο Iris.
Τι συμβολίζει όμως η Αρκουδότρυπα για τους δημιουργούς της;
«Για εμάς είναι κάτι σαν σύμβολο της αβύσσου που κοιτάς όταν δεν έχεις αυτοπροσδιοριστεί. Δηλαδή η Αργυρώ κοιτάει μέσα στο σκοτάδι, στη σπηλιά και πρέπει να πάρει μια απόφαση: “Να πάω πίσω στην Αννέτα, ή να συνεχίσω να είμαι τσαντίλας, μόνη μου;” Κοιτάει το χάος μπροστά της και έχει άπειρες πιθανότητες. Η ελευθερία είναι τρομακτική, όταν έχεις μπει στο καλούπι σου. Αυτή είναι μια εκδοχή της αρκουδότρυπας. Είναι όλες οι πιθανότητες του τι θα μπορούσε να συμβεί, όταν είσαι όντως ελεύθερος. Και αυτό είναι τρομακτικό πραγματικά, όταν το καταλαβαίνεις στην αρχή.
Υπάρχουν και πιο εικαστικές αντιλήψεις που έχουν να κάνουν με τη σεξουαλικότητα, γιατί η σπηλιά έχει ένα σεξουαλικό στοιχείο και και έχει να κάνει και με τη σεξουαλικότητα της θηλυκότητας. Και αυτό είναι ίσως λίγο πιο αφηρημένο, αλλά πολλοί το έχουν επισημάνει και πιστεύω ότι ισχύει σε ένα βαθμό. Αλλά αυτό νομίζω ότι σχετίζεται με το ότι εμείς χρησιμοποιούσαμε τη φύση και τα βουνά και τους χώρους σαν καθρέφτες του τι βίωναν αυτές. Άρα υπάρχει ανοικτότητα, υπάρχει κλεισούρα, υπάρχει κάτι πιο αισθησιακό» μας εξηγεί η Χρυσιάννα Παπαδάκη.
Η «Αρκουδότρυπα» του Στέργιου Ντινόπουλου και της Χρυσιάννας Παπαδάκη προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους από την Πέμπτη 21 Μαΐου.
Βιογραφικά Σκηνοθετών
Η Χρυσιάννα Παπαδάκη κατάγεται από την Κρήτη και ζει στην Αθήνα. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές της σπουδές στις Κοινωνικές Σπουδές, με έμφαση στην πολιτική θεωρία και τη φιλοσοφία, στο Harvard University, και συνέχισε με μεταπτυχιακό στις σπουδές μέσων, γλώσσας και performance στη διεθνή πολιτική στο University of Oxford. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της ασχολήθηκε επίσης με τη συγγραφή θεατρικών έργων, τη σκηνοθεσία κωμωδίας και τη σκηνογραφία, όπου ανέπτυξε το ενδιαφέρον της για τη γραφή και τη σκηνοθεσία. Συνίδρυσε θεατρική ομάδα στο Λονδίνο και εργάστηκε ως σκηνοθέτις και συγγραφέας στο θέατρο, πριν στραφεί στον κινηματογράφο. Από το 2016 καθοδηγεί εφήβους στη δημιουργική γραφή και στις κοινωνικές επιστήμες, βοηθώντας τους να αναλύουν ζητήματα, να δομούν αφηγήσεις και να βρίσκουν τη δική τους φωνή.
Ο Στέργιος Δινόπουλος μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε Film & Video Production στο Harvard University, από όπου αποφοίτησε με άριστα. Είναι σκηνοθέτης, διευθυντής φωτογραφίας και φωτογράφος και δραστηριοποιείται σε ταινίες μυθοπλασίας, μουσικά βίντεο, video installations και ντοκιμαντέρ. Έχει εργαστεί ως βοηθός επιμελητή κινηματογραφικών προγραμμάτων στο The Museum of Modern Art (MoMA) και έχει πολυετή εμπειρία στη διδασκαλία κινηματογράφου και αφήγησης σε νέους και εφήβους. Έχει υλοποιήσει, μεταξύ άλλων, σεμινάρια φωτογραφίας για έφηβους πρόσφυγες στην Αθήνα, καλλιτεχνικά εργαστήρια για νέους πρόσφυγες στη Λέσβο, εργαστήρια ντοκιμαντέρ και ακτιβισμού για νέους ενήλικες στο Exile Room στην Αθήνα, καθώς και σεμινάρια κινηματογράφου για εφήβους στην ελληνική περιφέρεια σε συνεργασία με το Exile Room. Η προηγούμενη μικρού μήκους ταινία του BLUEBIRD συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Χρυσιάννα Παπαδάκη, Στέργιος Ντινόπουλος
Ηθοποιοί: Χαρά Κυριαζή, Πάμελα Οικονομάκη, Σώζος Χρήστου, Βάσω Γκουγκάρα, Λήδα Κατσανούλη
Διεύθυνση φωτογραφίας: Αρσινόη Πηλού
Μοντάζ: Στέργιος Ντινόπουλος, Χρυσιάννα Παπαδάκη, Βαγγέλης Κατσαρός
Μουσική: Τζον Τουρνάς
Ήχος: Arielle Esther
Κοστούμια: Μαριάνθη Χριστοδούλου
Σκηνικά: Λουκία Λυμπέρη Ωραιοπούλου
Παραγωγός: Χρυσιάννα Παπαδάκη, Στέργιος Ντινόπουλος, Emily Hickin, Ishan Deshpande, Θανάσης Μιχαλόπουλος, Αρσινόη Πηλού
Παραγωγή: Pame Ligo Collective, Pucci Productions
Συμπαραγωγή: ΕΚΚΟΜΕΔ
'Ετος: 2025
Διάρκεια: 121'