Έρευνες για φωτοβολταϊκό πάρκο στη Χέση: αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν κελικό ηγεμονικό τάφο με σπάνια κτερίσματα κοντά στο Μπαντ Κάμπεργκ, εύρημα ευρωπαϊκής σημασίας.
Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατασκευής για ένα φωτοβολταϊκό πάρκο αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά ένας κελτικός τάφος ηγεμόνα. Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν την ανακάλυψη και τα ευρήματα εξαιρετικά σημαντικά.
Ανάμεσα στα κτερίσματα που ανασύρθηκαν βρίσκονται αρκετά χρυσά δαχτυλίδια, ένα ετρουσκικό κανάτι με ρύγχος, πιθανότατα εισαγόμενο από την περιοχή της σημερινής Τοσκάνης στην Ιταλία, καθώς και κατάλοιπα όπλων. Επιπλέον, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν ίχνη δίτροχης άμαξας, ανάμεσά τους διακοσμητικά εξαρτήματα από κράμα μετάλλων για τα μουαγέ και τα καπάκια των αξόνων, καθώς και σιδερένια ελάσματα για τα στεφάνια των τροχών. Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο νεκρός ήταν πιθανότατα άνδρας, όπως εξήγησε ο αρχαιολόγος Ούντο Ρέκερ.
Χάρη στην ανακάλυψη αυτή μπορεί να αποδειχθεί «η έως τώρα μόνο υποτιθέμενη παρουσία μιας τοπικής κελτικής ελίτ».
Κελτική ταφή με άμαξα
Ο τάφος πρόκειται τώρα να αναλυθεί με τις πιο σύγχρονες μεθόδους έρευνας. Οι αρχαιολόγοι ελπίζουν έτσι να αποκτήσουν νέες γνώσεις για τη ζωή των ανθρώπων στην Εποχή του Σιδήρου, πριν από περισσότερα από 2.000 χρόνια.
Απεικονιστικές μέθοδοι όπως η ακτινογραφία και η αξονική τομογραφία δείχνουν ότι μέσα στον τάφο υπάρχουν και άλλα ευρήματα, τα οποία πρέπει ακόμη να αποκαλυφθούν.
Ο τάφος χρονολογείται περίπου στα μέσα της πρώτης χιλιετίας π.Χ. Το εύρημα αποδίδεται στον αποκαλούμενο πολιτισμό Χούνσρικ-Άιφελ.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, πρόκειται για μία από τις σπάνιες κελτικές ταφές με άμαξα. Στο ομόσπονδο κρατίδιο της Έσης είναι έως σήμερα γνωστοί μόλις τρεις παρόμοιοι τάφοι, κανένας όμως δεν φτάνει την ποιότητα των ευρημάτων από το Μπαντ Κάμπεργκ.
Εντελώς διαφορετική κοινωνική δομή
Οι Κέλτες είχαν μια κοινωνική δομή διαφορετική από τη σημερινή.
Επειδή οι Κέλτες δεν άφησαν γραπτές μαρτυρίες, οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί στηρίζονται κυρίως σε αρχαίες πηγές από την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, καθώς και σε αρχαιολογικά ευρήματα. Οι Κέλτες δεν αποτέλεσαν έναν ενιαίο λαό ούτε μια πρώιμη ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ζούσαν στην Εποχή του Σιδήρου σε πολυάριθμες ανεξάρτητες φυλετικές ενώσεις.
Αυτό που ένωνε αυτές τις ομάδες ήταν μια κοινή ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών, καθώς και παρόμοια πολιτιστικά χαρακτηριστικά, παραδόσεις, θρησκευτικές αντιλήψεις και τρόποι ζωής. Από τους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού στην Κεντρική Ευρώπη αναπτύχθηκαν οι δύο καθοριστικές κελτικές περίοδοι: ο πολιτισμός του Χάλστατ (περ. 650–450 π.Χ.) και ο πολιτισμός Λα Τεν (περ. 450–50 π.Χ.).
Σε πολιτικό επίπεδο, οι Κέλτες ήταν οργανωμένοι αποκεντρωμένα: δεν υπήρχε ενιαίο σύστημα εξουσίας ούτε υπερτοπικοί βασιλείς. Πέρα από τους φυλάρχους και τους ηγεμόνες, κεντρικό ρόλο είχαν οι δρυίδες ως θρησκευτικές και πνευματικές αυθεντίες. Λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως ιερείς, θεραπευτές, δάσκαλοι και δικαστές.
Η παρακμή των Κελτών δεν ήρθε απότομα, αλλά διήρκεσε αρκετούς αιώνες. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε κυρίως η επέκταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας: πολλές κελτικές περιοχές κατακτήθηκαν και ενσωματώθηκαν στη ρωμαϊκή διοίκηση, ιδιαίτερα μετά τις εκστρατείες του Ιούλιου Καίσαρα στη Γαλατία τον 1ο αιώνα π.Χ.
Φυλετικές ενώσεις αντί για μία κοινότητα
Επειδή οι Κέλτες ζούσαν σε πολυάριθμες ανεξάρτητες φυλετικές ενώσεις και δεν συγκροτούσαν πολιτική ενότητα, μπορούσαν μόνο σε περιορισμένο βαθμό να αντισταθούν συλλογικά σε εξωτερικές δυνάμεις. Επιπλέον, σημειώθηκε μια σταδιακή πολιτισμική προσαρμογή στον ρωμαϊκό τρόπο ζωής – η γλώσσα, η διοίκηση και τα έθιμα υιοθετήθηκαν σε πολλές περιοχές. Σε άλλες περιοχές, κελτικές ομάδες εκτοπίστηκαν από γερμανικές φυλές ή εντάχθηκαν σε νέες κοινωνίες.
Οι Κέλτες, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκαν πλήρως: σε περιοχές όπως η Ιρλανδία, η Σκωτία, η Ουαλία ή η Βρετάνη διατηρήθηκαν κελτικές γλώσσες και πολιτιστικές παραδόσεις. Οι σημερινές κελτικές γλώσσες (όπως τα ιρλανδικά, τα ουαλικά ή τα βρετονικά) προέρχονται από αυτή την κληρονομιά.
Τις έρευνες για τα πρόσφατα ευρήματα στο Μπαντ Κάμπεργκ πραγματοποιούν από κοινού ειδικοί της «Hessen-Archäologie», του ερευνητικού κέντρου Keltenwelt am Glauberg και του Κέντρου Λάιμπνιτς για την Αρχαιολογία στο Μάιντς.