Ο πρώην πρωθυπουργός σπολογείται για τη διάσωση της Plus Ultra και τα κοσμήματα που βρέθηκαν στο γραφείο του στη Φερράθ, αξίας άνω του 1 εκατ. ευρώ.
Για τον Χοσέ Λουίς Θαπατέρο και την Ισπανία, η σημερινή ημέρα αποτελεί ορόσημο. Ο πρώην πρωθυπουργός κάθεται στο εδώλιο του δικαστηρίου και γίνεται ο πρώτος επικεφαλής της ισπανικής κυβέρνησης που εμφανίζεται ως κατηγορούμενος σε υπόθεση διαφθοράς από τη μετάβαση της χώρας στη δημοκρατία.
Η κλήτευση, που ξεκίνησε σήμερα από τις 09:00 και θα συνεχιστεί έως αύριο, στοχεύει να ρίξει φως σε δύο μέτωπα ταυτόχρονα. Αφενός, στην κρατική διάσωση ύψους 53 εκατομμυρίων ευρώ της αεροπορικής εταιρείας «Plus Ultra». Αφετέρου, στον εντοπισμό πολυτελών κοσμημάτων κατά την έρευνα στο γραφείο του στη Φεράθ, γεγονός που υποχρέωσε τον δικαστή να ανοίξει ξεχωριστή δικογραφία λόγω της αξίας τους. Αυτά αποτιμώνται προκαταρκτικά σε 1,3 εκατομμύρια ευρώ, ενώ, όπως επισημαίνεται στην ανάκριση, η προέλευσή τους δεν δικαιολογείται.
Στο κατηγορητήριο γίνεται αναφορά στην εταιρεία των θυγατέρων του πρώην πρωθυπουργού, What The Fav, η οποία έλαβε έως και 2 εκατομμύρια ευρώ για υπηρεσίες «συμβουλευτικής» και μακετογράφησης που ενδέχεται να χρησιμοποιήθηκαν για να συγκαλύψουν την είσπραξη υποτιθέμενων μιζών. Ο ανακριτής, που περιγράφει τον Θαπατέρο ως επικεφαλής «οργανωμένου κυκλώματος», θα ακούσει σήμερα κεκλεισμένων των θυρών τις εξηγήσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Δύσκολη εβδομάδα για την κυβέρνηση
Ο Θαπατέρο δεν είναι απλώς ένας πρώην πρωθυπουργός που κάθεται απέναντι σε δικαστή· επί σειρά ετών υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Η παρουσία του σε προεκλογικές συγκεντρώσεις καθώς και η καλή του σχέση με τον Πέδρο Σάντσεθ από τότε που εκείνος ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 2018, καθιστούν την υπόθεση αυτή ένα από τα πιο σοβαρά πλήγματα για το PSOE και την ίδια την κυβέρνηση.
Παρότι η υπεράσπιση του πρώην πρωθυπουργού, με επικεφαλής τον Víctor Moreno Catena, είχε ήδη επιχειρήσει να περιορίσει το εύρος της ανάκρισης, απαιτώντας το ζήτημα των κοσμημάτων να μείνει εκτός της πρώτης συνεδρίασης, ο δικαστής απέρριψε το αίτημα, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία «πραγματική βλάβη στο δικαίωμα υπεράπισής του».