Ο Εύθυμης Kosemund – Σανίδης κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο μεγάλο μήκος με την ταινία «Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν», που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι
Παγκόσμια πρεμιέρα στο διαγωνιστικό τμήμα Proxima του 60ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι (3-11/7) έκανε την Κυριακή 5 Ιουλίου, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Εύθυμη Kosemund – Σανίδη «Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν».
Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Ηλίας, ο οποίος φτάνει σε ένα απομακρυσμένο νησί, ελπίζοντας να κληρονομήσει τον πατέρα του Χρήστο, που μόλις πέθανε και με τον οποίο υπήρξε αποξενωμένος για χρόνια. Αμέσως έρχεται αντιμέτωπος με τη μικρή κοινότητα, κέντρο της οποίας ήταν ο πατέρας του, που ήταν ο γιατρός. Σύντομα αρχίζουν να εξαπλώνονται ανεξήγητες ασθένειες στους κατοίκους, ενώ οι διαρκείς διακοπές ρεύματος προκαλούν ένταση.
Χωρίς να κληρονομεί τίποτε και ανήμπορος να φύγει ή να πάρει οποιαδήποτε απόφαση, ο Ηλίας παραμένει μετέωρος και ανένταχτος σ’ αυτόν τον καινούργιο κόσμο, μέχρι που γνωρίζει την Καλλιόπη, μια ντόπια με όνειρα φυγής από το νησί.
Στο ασφυκτικό περιβάλλον της μικρής κοινότητας, τα σώματα των χαρακτήρων αποτυπώνουν την ψυχική αλλά και φυσική εξάντλησή τους, αναδεικνύουν τους περιορισμούς που τίθενται στην κατανόηση της πραγματικότητας και της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί. Φιλτράρουν και μεταβολίζουν όσα συμβαίνουν και δημιουργούν τελικά μια νέα γλώσσα επικοινωνίας, έναν διαφορετικό τρόπο σύνδεσης και συναισθηματικής έκφρασης. Φτιάχνουν έναν αλλιώτικο δρόμο που οδηγεί στην αγάπη, τη συνύπαρξη και σε μια πιο ολοκληρωμένη σύλληψη του κόσμου γύρω τους.
Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας του Ευθύμη Kosemund-Σανίδη «Ένας ολόκληρος άνθρωπος σχεδόν», συναντάμε τον Αναστάση Γεωργούλα, που κάνει το υποκριτικό του ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους, τη Φλομαρία Παπαδάκη, την Έλενα Τοπαλίδου και τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη.
Άρτι αφιχθείς από το διάσημο κινηματογραφικό φεστιβάλ, ο Ελληνογερμανός σκηνοθέτης μίλησε στο Euronews για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στο μεγάλο μήκος.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της ταινίας; Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης;
Για να είμαι ειλικρινής, η πηγή έμπνευσης είναι τόσο παλιά, έχουν περάσει τόσα χρόνια που δεν θυμάμαι ακριβώς τις καταβολές της. Παρόλα αυτά μας αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό οι οικογενειακές μας ιστορίες και της Ελιζαμπέττας Ηλία Γεωργιάδου και οι δικές μου, γιατί μαζί γράψαμε το σενάριο. Σίγουρα υπάρχει μια αναφορά στον παππού μου, ο οποίος ήταν γιατρός και ήταν το κέντρο μιας κοινότητας, όχι βέβαια όπως εμφανίζεται στην ταινία. Προσέφερε δωρεάν τις υπηρεσίες του κάθε Τρίτη και Πέμπτη, όπως έγραφε η κάρτα του τότε. Εγώ δεν τον γνώρισα ποτέ. Ο πατέρας μου δεν τον γνώρισε ποτέ, οπότε είναι λίγο μια μυθική, φαντασματική φιγούρα. Και κάπως έτσι εμφανίζεται ο Χρήστος στο σενάριο, γιατί δεν τον βλέπουμε ποτέ στην πραγματικότητα. Βλέπουμε το πρόσωπό του στην αγρύπνια, αλλά δεν τον βλέπουμε ζωντανό. Οπότε, ναι! Ίσως από εκεί προέρχεται η έμπνευση.
Η ιστορία σου έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα. Πώς συνδέονται και πού οδηγούν;
Υπάρχουν διάφορα storylines στην ταινία και αφορμές. Υπάρχει το στόρι πατέρα-γιου, που εξελίσσεται. Υπάρχει η ερωτική ιστορία, όπως μεταβολίζεται στο δεύτερο μισό της ταινίας. Υπάρχει όλο το γκανγκστερικό κομμάτι. Υπάρχει η επαφή με την κοινότητα, που είναι τελείως άγνωστη στο γιο. Έρχεται και ακουμπάει ένα μεταφυσικό στοιχείο σε όλο αυτό που υπάρχει. Υπάρχουν δηλαδή πολλά στοιχεία, ένας πλούτος ιδεών και ένας πλουραλισμός, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο εστιάζουμε στο τι από αυτά ξεδιαλύνεται και κάνει resolve στο τέλος. Αυτό που μας αφορούσε σε ένα μεγάλο βαθμό είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος ο οποίος είναι αστός, έχει ένα σύγχρονο τρόπο σκέψης, τοποθέτησης και ζωής, έρχεται αντιμέτωπος με έναν τοίχο, τον οποίο δεν μπορεί να ξεπεράσει, παρά μόνο εάν αλλάξει τον τρόπο θέασης των πραγμάτων. Στην ταινία, αυτός ο τρόπος είναι εν τέλει σωματικός, ήτοι όχι εγκεφαλικός.
Τι συμβαίνει λοιπόν σε αυτή την κοινότητα αυτού του απομακρυσμένου νησιού; Τι είναι αυτό που έρχεται και βρίσκει ο ήρωάς σου εκεί; Πώς μπαίνει σε αυτή την κοινότητα και πώς ο ίδιος τελικά διυλίζει μέσα από το σώμα του και φιλτράρει οτιδήποτε συμβαίνει σε αυτόν τον χώρο;
Υπάρχει το προφανές set up: ένας γιατρός πεθαίνει, η καρδιά του αίρεται από την κοινότητα. Επομένως η κοινότητα αρχίζει να ασθενεί, αρχής γενομένης με τον Ηλία, τον γιο του, ο οποίος φτάνει εκεί. Όλη επαφή λοιπόν με την κοινότητα γίνεται με ένα σωματικό τρόπο, αρκετά visceral θα έλεγα. Αρχίζουν και παρουσιάζονται διάφορες ανεξήγητες ασθένειες. Ο χαρακτήρας μας, κόντρα σε όλα τα storylines που νομίζει πως τον αφορούν, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι παντελώς νέο γι’ αυτόν και κατά βάση ανεξήγητο, το οποίο πρέπει να αντιμετωπίσει. Πρέπει να γκελάρει, ή πρέπει να το δεχτεί με κάποιο τρόπο. Οπότε αυτός είναι ο τρόπος και η οδός μέσα από την οποία συνομιλούμε με τον χαρακτήρα αλλά και αυτός και με τον κόσμο γύρω του.
Πώς βιώνει ο Ηλίας αυτή την κατάσταση; Πώς τη διυλίζει μέσα από το σώμα του; Τι είναι αυτό που καλείται να αντιμετωπίσει και να υπερβεί σε αυτή την απομακρυσμένη κοινότητα;
Ο Ηλίας έρχεται βασικά αντιμέτωπος με ένα αίτημα, το οποίο δεν περνάει από λογικές οδούς. Έρχεται αντιμέτωπος με τα βαθιά, κρυμμένα συναισθήματα που έχει απέναντι στον πατέρα του, απέναντι στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του, στα κουμπώματα που έχει. Βρίσκει μια μικρή σωτηρία, μια μικρή λύση, μια ανακούφιση, έναν άλλο τρόπο να υπάρχει μέσα σε αυτό, όταν επιτέλους δέχεται αυτό που του συμβαίνει σωματικά, όταν δηλαδή ξεχνάει λίγο τον τρόπο που υπάρχει. Και για να συμβεί αυτό πρέπει να περάσει χρόνος. Αυτό συμβαίνει στην ταινία. Από ένα σημείο και μετά, γίνεται μια ταινία δύο ταχυτήτων, σχεδόν δίπτυχη. Και σε κάποιο σημείο αλλάζουμε ταχύτητα.
Είναι εκπληκτικό πώς αποτυπώνεις το σώμα και την εξάντλησή του στην ταινία. Αυτό δεν αφορά μόνο τον πρωταγωνιστή, αλλά όλους τους χαρακτήρες της ταινίας. Πώς λειτουργεί το σώμα για σένα και γιατί εξαντλείται; Τι σε ενδιέφερε να δείξεις μέσα από αυτή την οπτική;
Πιστεύω γενικά πως το ανθρώπινο σώμα είναι πολιτικό τοπίο, υπό την έννοια ότι αντανακλά και αντηχεί κάπως την κατάσταση γύρω μας κοινωνικά, πολιτικά, οικονομικά. Έχει δηλαδή μια επιτελεστικότητα στον τρόπο που στέκεται, στον τρόπο που κινείται, στον τρόπο που επιτρέπει να αγκαλιαστεί, αλλά και σε ένα πιο χημικό, κυριολεκτικό, βιολογικό επίπεδο, δηλαδή στην ίδια του την παθολογία. Το βλέπουμε άλλωστε καθημερινά με τα ψυχοσωματικά, που όλοι έχουμε λίγο πολύ. Νιώθω ότι συνεχίζουμε πολλές φορές να τα αντιμετωπίζουμε ως κάτι παθολογικό, που είναι ξέχωρο από κάτι που συμβαίνει πιο ριζικά μέσα μας, καθημερινά.
Δεν βλέπουμε δηλαδή συχνά τη ρίζα. Βλέπουμε μόνο το σύμπτωμα. Αυτό καλείται να κάνει εδώ ο Ηλίας. Να κοιτάξει κατάματα το πρόβλημα και να αλλάξει την οπτική του. Επομένως αυτή είναι η θέση μου και το βλέμμα μου πάνω στο σώμα στο πλαίσιο της ταινίας. Το σώμα είναι και παραγωγός μηνυμάτων, αλλά και δέκτης όσων συμβαίνουν στο περιβάλλον. Βασικά είμαστε και μέσα από το σώμα. Νιώθω ότι αυτό είναι κάτι που έχουμε ξεχάσει. Το κάνω και εγώ ακόμα και ενσυνείδητα, έχοντας αυτή την ιδέα στο μυαλό μου. Μου είναι πολύ δύσκολο συχνά να προσεγγίσω ένα τέτοιο χώρο ύπαρξης.
Σε σχέση με αυτή τη σωματική προσέγγιση, τι είναι αυτό που ζήτησες από τους πρωταγωνιστές, τον Αναστάση και τη Φλομαρία να κάνουν για να αποτυπωθεί αυτό στην ταινία;
Τους ζήτησα να κινηθούν. Το λέω γιατί η συγκεκριμένη συνθήκη υπήρχε εξαρχής στο σενάριο. Απέφυγα να κάνουμε μεγάλες αναλύσεις με τους ηθοποιούς για το τι θα έπρεπε να κάνουν και πώς θα έπρεπε να κουμπώσουν την κατανόηση που οι ίδιοι έχουν από το σενάριο και την εμπειρία που πέρασαν και περάσαμε στις πρόβες και στα γυρίσματα και να το φιλτράρουν όλο αυτό μέσα από το δικό μου βλέμμα. Επομένως εκεί δεν υπήρξε κάποια μεγάλη συζήτηση. Υπήρξε το σενάριο, το οποίο επίσης δεν εξηγεί πράγματα και η δική τους αντίδραση σ’ αυτό. Από εκεί και πέρα, το σινεμά είναι ένα παζλ.
Οπότε ήταν θέμα προβών ή ουσιαστικά προετοιμασίας του ίδιου του ηθοποιού_;_
Και τα δύο. Κάναμε πρόβες αρκετούς μήνες με τους ηθοποιούς, και για τις εκάστοτε σκηνές, αλλά φυσικά και για τις σωματικές καταστάσεις. Υπάρχει και ένα explicitness στο σεξ στην ταινία. Επομένως και αυτό αντιμετωπίστηκε με έναν αντίστοιχο τρόπο, δηλαδή και αμιγώς σωματικά, αλλά προφανώς ψάξαμε να βρούμε τη δραματουργία κάτω από την εκάστοτε σκηνή. Και το λέω αυτό, γιατί οι σκηνές σεξ είναι πολύ συχνά σχεδόν ταμπού στο σινεμά. Και αυτό συμβαίνει νομίζω, γιατί υπάρχει στις σκηνές σεξ πολύ συχνά μια εκμετάλλευση στο βλέμμα. Εγώ θα ήθελα να μπορώ να δουλέψω αυτές τις σκηνές με την υπόγεια δραματουργία τους. Γιατί η ανάγκη της σωματικότητας αυτών των σκηνών είναι κάπως προφανής από το premise της. Αλλά πέρα από αυτό, τις δουλέψαμε όπως κάθε άλλη σκηνή.
Πώς συνδέεται αυτή η σωματική εξάντληση με την ψυχική κατάσταση των ηρώων και της κοινότητας αλλά και με τις συνεχείς πτώσεις του ρεύματος; Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον τρίγωνο πτώσης του σωματικού, του ψυχολογικού ηλεκτρισμού των ανθρώπων με τις πραγματικές πτώσεις ρεύματος.
Έχουμε ένα τόξο που διανύει ο κεντρικός μας χαρακτήρας και αντίστοιχα όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας. Ξεκινάνε βλέποντας τα πράγματα με έναν τρόπο και κατά τη διάρκεια της ταινίας συμβαίνουν καταστάσεις, τις οποίες δεν μπορούν να ελέγξουν και να εξηγήσουν. Και αυτό τους βυθίζει σταδιακά, κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά, σε ένα είδος μεσαίωνα. Μεσαίωνα, υπό την έννοια ότι δεν έχουν τις απαντήσεις. Επομένως σε αυτόν τον χώρο, τον χωροχρόνο, αυτή τη φούσκα που χτίζεται, αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να λειτουργήσουν διαφορετικά, γιατί αυτός ο κόσμος έχει στην ουσία άλλους κανόνες. Νιώθω πως το σώμα με έναν τρόπο είναι αυτός ο ανεξήγητος χώρος και καλώς και είναι ανεξήγητος. Απλά πρέπει να μάθουμε να τον ακούμε και έτσι και να τον δεχόμαστε έτσι.
Μόλις γύρισες από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι. Πώς πήγε η πρεμιέρα; Ποιες ήταν οι αντιδράσεις του κοινού και πώς είδες την ταινία σου στη μεγάλη οθόνη;
Είναι το κινηματογραφικό μου ντεμπούτο, επομένως υπήρχε και η αντίστοιχη αγωνία για το πώς θα λειτουργήσει η ταινία σε σχέση με τον κόσμο. Γιατί η εμπειρία μου μέχρι τώρα ήταν μόνο από ταινίες μικρού μήκους. Η μικρού μήκους είναι 10-15 λεπτά. Μπαίνεις και τελειώνει γρήγορα. Όσο άσχημα και να πάει αυτό, διαρκεί λίγο. Σε μια δίωρη μεγάλου μήκους, δεν ξέρεις τι θα συμβεί. Δεν ξέρεις, αν οι θεατές θα μείνουν στην αίθουσα. Δεν ξέρεις πώς θα αντιδράσουν, πώς θα γκελάρουν με την ταινία. Παραδόξως και ενώ δεν το περίμενα, κατάφερα να συνδεθώ με την προβολή και να την απολαύσω. Και το ίδιο συνέβη και με το κοινό. Ένιωσα δηλαδή πως το Κάρλοβι Βάρι έχει ένα αρκετά engaged κοινό, το οποίο φάνηκε βασικά και στο Q&A, που είχαμε τη δεύτερη μέρα στην επαναληπτική προβολή με έξυπνες ερωτήσεις, έξυπνες τοποθετήσεις, νοιάξιμο. Εντυπωσιάστηκα. Το φεστιβάλ έχει πολύ ωραίο κλίμα. Είναι κάπως cool και μαζεμένο_._
Και μια τελευταία ερώτηση. Πέρασαν επτά χρόνια από την μικρού μήκους ταινία «Όλες οι Φωτιές, η Φωτιά», μέχρι σήμερα. Γιατί μεσολάβησε τόσος χρόνος;
Υπάρχει τεράστια δυσκολία του να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα. Γενικά όπως ξέρεις, η χρηματοδότηση του ελληνικού κινηματογράφου είναι μια πονεμένη ιστορία στην χώρα μας. Τα μπάτζετ είναι πενιχρά. Είμαστε σταθερά, αναλογικά, στις χαμηλότερες θέσεις στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Αυτό σημαίνει υποχρεωτικά συμπαραγωγές, ούτε καν συμπαραγωγή. Συμπαραγωγές πάντα, ένα σχήμα συμπαραγωγών, το οποίο είναι δύσκολο να συμβεί. Παίρνει πάρα πολύ χρόνο. Φέρνει έξτρα δυσκολίες σε ένα γύρισμα. Υπάρχουν overheads κόστους στη συνέργεια διαφορετικών χωρών. Αλλά το σημαντικότερο είναι πως παίρνει χρόνο. Και γι’ αυτό το λόγο χρειάστηκαν επτά χρόνια. Θα ήθελα πάρα πολύ τελειώνοντας αυτή την ταινία, να ξέρω ότι η επόμενη δεν θα πάρει άλλα επτά χρόνια. Μα δεν το ξέρω. Ζούμε σε αυτή τη χώρα.
Τι μένει από όλη αυτή την περιπέτεια;
Νιώθω ότι υπήρξε μια ολοκλήρωση και το κλείσιμο ενός κύκλου στην πρώτη προβολή της ταινίας, καθώς αυτή συνάντησε το κοινό που βρισκόταν εκεί. Επίσης γιατί βρεθήκαμε εκεί ένα μεγάλο μέρος της ομάδας που τη φτιάξαμε, για να τη δούμε μαζί και να την γιορτάσουμε. Τώρα ανοίγει ένας νέος κύκλος των φεστιβάλ, του follow up, των κριτικών. Νιώθω πως το σινεμά κάπως αναπνέει. Είναι μια εμπειρία που μου είναι φοβερά πλούσια και πολύτιμη για να συνεχίσω αυτό που κάνω αυτή την περίοδο.
Υπάρχει δηλαδή ένα νέο πρότζεκτ στα σκαριά;
Ναι, υπάρχουν διάφορα πρότζεκτ. Υπάρχει μια μικρού μήκους, που εγκρίθηκε τώρα από το Microfilm. Είναι ένα πολύ παράδοξο πρότζεκτ. Eίναι ένα fictional making of της τελευταίας μικρού μήκους που είχα κάνει, της «Όλες οι Φωτιές, η Φωτιά», επαναχρησιμοποιώντας υλικά εκείνου του πρότζεκτ, αλλά και δημιουργώντας και άλλο υλικό. Δουλεύουμε ήδη και ένα νέο μεγάλου μήκους πρότζεκτ. Υπάρχουν πολλές ιδέες γενικά.
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ
Σκηνοθεσία: Ευθύμης Kosemund-Σανίδης
Σενάριο: Ευθύμης Kosemund-Σανίδης, Ελιζαμπέττα Ηλία Γεωργιάδου
Παίζουν οι: Αναστάσης Γεωργούλας, Φλομαρία Παπαδάκη, Έλενα Τοπαλίδου, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης
Παραγωγός: Γιώργος Τσούργιαννης
Συμπαραγωγοί: Veselka Kiryakova, Nina Frese, Στέλιος Καμμίτσης, Anamaria Antoci, Anda Ionescu
Executive Producer: Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος
Συνεργάτες Παραγωγοί: Burkhard Althoff (ZDF), Holger Stern (ZDF/Arte), Ελίνα Ψύκου
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χρήστος Βουδούρης GSC
Μοντάζ: Λίβια Νερουτσοπούλου GFE
Σκηνογράφος: Πηνελόπη Βαλτή
Ενδυματολόγος: Άλκηστη Μάμαλη
Ηχοληψία: Boris Trayanov
Μακιγιάζ & Μαλλιά: Magdalena Boyadzhieva
Σχεδιασμός Ήχου: Βάλια Τσέρου
Τελική Μίξη Ήχου: Κώστας Βαρυμποπιώτης
Color Grading: Claudiu Doagă
Casting: Χριστίνα Ακζώτη, Alex Kelly - Athens Casting
Οργάνωση Παραγωγής: Διονυσία Δημητρακέλου
Α' Βοηθός Σκηνοθέτη: Κατερίνα Μπαρμπατσάλου
Η ταινία είναι μια παραγωγή της Horsefly Films, σε συμπαραγωγή με τις εταιρίες Red Carpet (Βουλγαρία), Wunderlust (Γερμανία), Felony Film (Κύπρος) και Tangaj (Ρουμανία), καθώς και τις ZDF/Das Kleine Fernsehspiel & ARTE, ΕΡΤ Α.Ε., Onassis Culture, Faliro House Productions, Panta Rhei, ενώ έχει την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας, του Bulgarian National Film Center, του Τμήματος Σύγχρονου Πολιτισμού του Υφυπουργείου Πολιτισμού Κύπρου, του Creative Europe – Media και του SEE Cinema Network, με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.