Το έργο «It’s the end of the amusement phase» της χορογράφου και χορεύτριας Χαράς Κότσαλη συνεχίζει την επιτυχημένη πορεία του εντός και εκτός ελληνικών συνόρων
Μία από τις ελληνικές χορευτικές παραγωγές που έχει κερδίσει την αγάπη και την αποθέωση κοινού και κριτικών, τόσο εντός, όσο και εκτός Ελλάδας είναι το «It’s the end of the amusement phase» (Είναι το τέλος της φάσης της διασκέδασης) της χορογράφου και χορεύτριας Χαράς Κότσαλη.
Σε ένα μαραθώνιο χορού που διατρέχει το ιστορικό συνεχές, τρεις γυναίκες παλινδρομούν επί σκηνής ανάμεσα στην προσωπική και τη συλλογική ιστορία. Με επίκεντρο το σώμα που χορεύει και με υλικό τον ήχο και την ποίηση, το έργο αναμετριέται με την έννοια της προόδου ως του πιο εξαντλητικού γραμμικού αφηγήματος.
Η χορογραφία εστιάζει στην αμφίθυμη σχέση του ατομικού και συλλογικού σώματος με την Ιστορία, στον άρρηκτο δεσμό προόδου και καταστροφής, στο πώς ο χορός μπορεί να είναι διασκέδαση, απόλαυση, αλλά και προπαγάνδα.
Οι τρεις χορεύτριες συνδιαλέγονται με το παρελθόν που απλώνεται μπροστά μας και το μέλλον που έχουμε αφήσει πίσω μας. Επιδίδονται σε έναν χορό που εξαντλεί τις συναισθηματικές και σωματικές τους δυνάμεις και σχολιάζουν με το δικό τους τρόπο όχι μόνο τα ιστορικά γεγονότα, αλλά και τη σύγχρονη κατάσταση που ζούμε.
Η παραγωγή έκανε πρεμιέρα στην Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση πέρσι τον Απρίλιο, στο πλαίσιο του Onassis Dance Days και από τότε έχει ταξιδέψει σε 12 ευρωπαϊκές πόλεις. Επιλέχθηκε στο φετινό πρόγραμμα της ευρωπαϊκής πλατφόρμας χορού Aerowaves, όπου και παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Spring Forward Festival στο Γκιμαράες της Πορτογαλίας.
Μέχρι τις αρχές του 2027, το έργο της Χαράς Κότσαλη θα ταξιδέψει σε άλλες 6 ευρωπαϊκές πόλεις (Βερολίνο, Ντίσελντορφ, Βίλνιους, Ρώμη, Φράιμπουργκ, Λονδίνο), με την υποστήριξη Onassis Stegi Touring Program, ενώ ήδη υπάρχουν συζητήσεις να παρουσιαστεί και σε πολλά ακόμη μέρη στο εξωτερικό. Με αφορμή αυτή την παράσταση, η χορογράφος είναι υποψήφια για το διεθνές βραβείο Bloom του Sadler’s Wells για νέους χορογράφους.
Είχαμε μιλήσει με την Χαρά Κότσαλη για το έργο, λίγο πριν την πρεμιέρα του στην Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, πέρσι τον Απρίλιο. Την συναντήσαμε ξανά στο πλαίσιο του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας και κάναμε μια πιο διεξοδική συζήτηση μαζί της για τη συγκεκριμένη παραγωγή.
Πώς γεννήθηκε το «It’s the end of the amusement phase»;
Η παράσταση γεννήθηκε μέσα από μια ανάθεση από την Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Οπότε, με έναν τρόπο ανταποκρίθηκα σε αυτή την πρόταση, με πράγματα που ήδη ερευνούσα λίγο και μόνη μου. Ήρθαν και πήραν όμως μια μορφή, με αφορμή την πολύ σημαντική ευκαιρία που μου δόθηκε.
Με ενδιέφερε και εξακολουθεί να με ενδιαφέρει τι σημαίνει η αλληλοπλοκή της Ιστορίας, της μεγάλης ιστορικής αφήγησης με τις μικροαφηγήσεις και τα μικρά γεγονόταπου για τις ατομικότητες και τις συλλογικότητες είναι πολύ σημαντικά και πώς αυτά συνομιλούν μεταξύ τους. Αυτό είναι στο οποίο κατέληξε η παράσταση. Αλλά αν θες, η πηγή του από πού ξεκίνησε όλο αυτό το ενδιαφέρον και η προσωπική κάψα ήταν το ότι δεν νιώθω ότι τα πράγματα θα πάνε, ούτε καλά ούτε κακά. Νιώθω ότι τα πράγματα δεν πάνε κάπου. Είναι μια μεγάλη κουβέντα που «τρέχει» φιλοσοφικά, εδώ και χρόνια για την ακύρωση του μέλλοντος, για την έλλειψη προοπτικών, για το τι σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές. Είναι το περίφημο θατσερικό ΤΙΝΑ (There Is No Alternative-Δεν υπάρχει εναλλακτική).
Οπότε όλα αυτά με οδήγησαν στην έννοια της ιστορίας και της προόδου, που είναι ένα βασικό αφηγηματικό εργαλείο της κυρίαρχης ιστορικής καταγραφής ότι όλα προοδεύουν, όλα πηγαίνουν προς το καλύτερο, η τεχνολογία αναπτύσσεται. Παρόλα αυτά, οιάνθρωποι, οι λαοί και οι κοινωνίες παραμένουν χωρίς εναλλακτικές, χωρίς ελπίδα. Αυτή είναι μια πολύ προσωπική δήλωση, ένα συναισθηματικό statement, που μετά έγινε δραματουργία. Eπειδή είμαι χορεύτρια και χορογράφος, με ενδιέφερε πολύ πώς ο χορός και το κινούμενο σώμα συνομιλούν με όλο αυτό το αφήγημα, πώς ο χορός έχει γίνει ο ίδιος ιστορικός μάρτυρας, πώς τα χορευτικά σώματα στηρίζουν αφηγήματα, διαλύουν αφηγήματα, περνούν από τη συλλογική διασκέδαση των μεγάλων γιορτών στην ιδιωτική διασκέδαση, στα χορευτικά που είναι σε μια οθόνη. Πώς δηλαδή και το σώμα μετασχηματίστηκε μαζί με αυτή την αφήγηση.
Οπότε, τι ήταν αυτό που σε απασχόλησε στη συγκεκριμένη παράσταση; Ποια ήταν τα στοιχεία αυτής της συνομιλίας που ήθελες να σχολιάσεις; Ποια είναι τα γεγονότα που επέλεξες, ποιες ήταν οι αφετηρίες και οι συνθήκες τις οποίες ήθελες να μελετήσεις με τις υπόλοιπες δύο χορεύτριες; Πώς συνδέεται τελικά η προσωπική ιστορία των τριών σωμάτων με τη συλλογική Ιστορία μιας ολόκληρης κοινωνίας;
Στην πραγματικότητα δεν εστίασα κάπου συγκεκριμένα, όταν ξεκίνησε αυτό το έργο. Υπάρχει μια μεθοδολογία που ακολουθώ, χωρίς να το ξέρω. Είναι ότι αντί να αφαιρώ, βάζω πράγματα. Σε ένα δεύτερο στάδιο της έρευνας και της επεξεργασίας, θα αρχίσει να μου δείχνει το ίδιο το υλικό, τι χρειάζεται να μείνει, ή αν χρειάζεται να φύγει κάτι. Διότι αυτός ο πλουραλισμός που είναι κομμάτι αυτού του έργου, έχει μια πληθώρα πραγμάτων, σε σημείο που κάποια στιγμή μπουκώνεις. Αυτό είναι άλλωστε και ένα στοιχείο του πολιτισμού μας.
Σε αυτή τη λογική λοιπόν, ξεκίνησα φτιάχνοντας ένα προσωπικό χρονολόγιο, που αφορά όμως και τη μεγάλη ιστορία, χωρίς να ιεραρχώ τα γεγονότα. Μπλέκονται δηλαδή σημαντικές προσωπικές ημερομηνίες με ημερομηνίες που συνέβησαν σημαντικά ιστορικά γεγονότα. Όλα αυτά, στο δικό μου προσωπικό continuum, έχουν καμιά φορά την ίδια σημασία ή μπορεί και πολύ δυσανάλογη. Μπορεί δηλαδή να συμβεί κάτι προσωπικό που θα μου αλλάξει τη ζωή και ταυτόχρονα να γίνεται ένας μεγάλος πόλεμος ή μια επανάσταση. Οπότε ξεκίνησα στην πραγματικότητα να φτιάχνω ένα χρονολόγιο με αυτά που θεωρούσα ως σημαντικά για καλό και για κακό.
Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον, πώς ο τρόπος που αφηγούμαστε την ιστορία και ο τρόπος που ο δυτικός πολιτισμός μετράει το χρόνο, έχει αυτή τη συσσώρευση. Μετράμε και ανεβαίνουμε και ανεβαίνουμε, μέχρι να φτάσουμε στο 5.000 ή 6.000 μ.Χ., όσο πάει, μέχρι να αντέξει αυτή η γη. Παράλληλα όμως η ιστορία δεν κινείται έτσι, τουλάχιστον με τον τρόπο που τη διαβάζω εγώ. Κινείται με ασυνέχειες, ρωγμές και με ρήξεις. Όπως εγώ καταλαβαίνω και διαβάζω την ιστορία, αυτή δεν προοδεύει σώνει και ντε. Η πρόοδος είναι μια αρκετά ύπουλη λέξη έτσι κι αλλιώς: έχει σταματήματα, επανεκκινήσεις και ορισμούς εξαρχής των εννοιών.
Γι’ αυτό και κάποια στιγμή παραθέτω και μια διαφορετική λίστα επαναστάσεων, οι οποίες χωράει συζήτηση που οδήγησαν: πολλές οδήγησαν σε εφιαλτικά σκηνικά, αλλά αυτό το διαπιστώνουμε τώρα. Η αλήθεια είναι όμως ότι υπάρχουν στιγμές που αυτή η αφήγηση που λέει ότι ξέρουμε πώς πάνε τα πράγματα και πώς θα πάνε, γύρισε τούμπα. Και αυτό έχει σημασία να το θυμόμαστε. Οπότε για να επιστρέψω στην ερώτησή σου, αυτό στο οποίο εστίασα ήταντο πέρασμα του χρόνου. Εστίασα στα χρόνια που περνάνε, τι φέρνει το πέρασμα του χρόνου και πώς υπάρχει αυτή η διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας_._
Κατά τη γνώμη σου, έχει τελειώσει η φάση της αισιοδοξίας, της χαράς και της «ευμάρειας» των προηγούμενων δεκαετιών; Και τι πιστεύεις ότι έρχεται, γιατί η παράσταση για μένα μιλάει περισσότερο για το μέλλον, όχι μόνο για το παρόν και το παρελθόν;
Η παράσταση όντως μιλάει για το μέλλον, είτε για το ότι δεν υπάρχει μέλλον ή δεν μπορούμε να το φανταστούμε ή δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Συνομιλεί συνέχεια με το μέλλον και πώς αυτό λογοδοτεί συνέχεια στο παρελθόν και στο παρόν. Καταλαβαίνω ότι στα αυτιά πολύ κόσμου ίσως να έχει και μια απαισιόδοξη νότα γιατί ο τίτλος (It’s the end of the amusement phase) αναφέρεται στο τέλος της διασκέδασης. Εμένα, δεν είναι τόσο αυτή η οπτική μου. Ούτως ή άλλως, όταν μπουν στην κουβέντα λέξεις όπως ευμάρεια, αισιοδοξία, διασκέδαση είναι από μόνες τους διαφιλονικούμενες. Δεν εννούμε όλες κι όλοι το ίδιο πράγμα. Κι αυτό το εμείς γενικά θέλει μια διασαφήνιση. Ποιοι και ποιες είμαστε κάθε φορά που μιλάμε; Η ευμάρεια που έζησαν κάποιες γενιές, για ποιους ήταν ευμάρεια; Ήταν όντως έτσι τα πράγματα; Αφορούσε όλο τον κόσμο;
Η αισιοδοξία είναι μια βαθιά πολιτική έννοια για μένα. Το ίδιο και η απαισιοδοξία. Είναι μια πολιτική έννοια, που με ελκύει ιδιαίτερα. Η πολιτική απαισιοδοξία είναι ένα εργαλείο για μένα. Με βοηθά να βλέπω αλλιώς τα πράγματα και να προχωράω. Καταλαβαίνω ότι στην καθομιλουμένη απλά δείχνει έναν άνθρωπο που δεν βλέπει διαφυγή ή διέξοδο. Εγώ όμως επισκέπτομαι έτσι συχνά πυκνά τη γνωστή ρήση του Γκράμσι, που είναι καθοδηγητική αρχή για μένα που λέει: «Πρέπει να υπάρχει η απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της θέλησης», ότι δηλαδή υπάρχει κάτι βουλητικό που μας κάνει να αισιοδοξούμε και να προχωράμε. Και υπάρχει και η άλλη πλευρά, να διαβάζεις πώς είναι κατάσταση και να είσαι ντελούλου που λέει και η νέα γενιά. Αν εστιάσουμε στο δικό μας συγκείμενο στην Ελλάδα, τα πράγματα δεν πάνε καλά. Είναι εξαιρετικά προβληματικό το τοπίο. Από την άλλη, επειδή ακριβώς αυτό το χρονολόγιο που έχουμε στην παράσταση, μου θυμίζει διαρκώς ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει και σε ιστορικές συγκυρίες που φαινόντουσαν ακόμα πιο ακλόνητα και ακόμα πιο ακούνητα από ότι σήμερα, εκεί μπαίνει το στοιχείο της αισιοδοξίας ότι ανά πάσα στιγμή μπορούν να γκρεμιστούν και τα πιο στέρεα οικοδομήματα.
Πώς σχολιάζουν τα σώματα της παράστασης αυτή την πολιτική πραγματικότητα; Ποιος είναι ο ρόλος του χορού απέναντι σε όσα συμβαίνουν;
Ο χορός είναι η ζωή μου. Δεν το λέω βαριά, αλλά κυριολεκτικά. Δουλεύω σε αυτόν τον χώρο πολλά χρόνια. Έχω βρει και πολιτική διέξοδο, χάρη σ’ αυτό το εργαλείο. Θεωρώ ότι βιοπολιτικά η τέχνη και τα σώματα είναι ένα πεδίο στο οποίο ασκείται πολιτική ή προτείνονται ανταγωνιστικές προοπτικές. Τα σώματα είναι ένα πεδίο πολιτικής και κυριαρχίας και ο χορός συγκεκριμένα νομίζω ότι μπορεί να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο και για καλό και για κακό.
Το αναφέρω, καθώς κι εγώ είμαι σε ένα ίδρυμα με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, χρόνια τώρα. Οπότε δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι μια παράσταση σαν κι αυτή μπορεί να φύγει τελείως από το πλαίσιό της. Αναφέρομαι κυρίως στο τι σημαίνει να υπάρχουν εναλλακτικές και διαφορετικά αφηγήματα που δεν πατάνε μόνο πάνω στην επιστημοσύνη επαϊόντων, ότι μπορούν να υπάρχουν απαντήσεις που αρθρώνονται με διαφορετικό τρόπο.
Το κινητικό υλικό που χρησιμοποιείς σε αυτή την παραγωγή προκύπτει από ένα γενικότερο πολιτικό και φιλοσοφικό πλαίσιο, που έχει να κάνει με το «ξόδεμα» των σωμάτων αλλά και τις σωματικές «εγγραφές» από την ιστορική εμπειρία και την περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική κατάσταση. Πώς βλέπεις το σώμα σε αυτό το πλαίσιο και ποιες πτυχές της εμπειρίας του θέλεις να σχολιάσεις;
Όσο αφορά στο κινητικό υλικό, ακολουθήσαμε σε μεγάλο βαθμό μια πρακτική που είναι πολύ διαδεδομένη και καθόλου καινούργια, αλλά κατά τη γνώμη μου ανεξάντλητη. Επισκεφτήκαμε αρχεία και φτιάξαμε δικά μας αρχεία από χορούς και σωματικότητες σε πολύ καίριες στιγμές και σε πολιτισμικές αλλαγές. Μας απασχόλησε για παράδειγμα το τι σημαίνει το σώμα στον κινηματογράφο όταν γυρίζονται μεγάλες παραγωγές, ή πώς είναι το σώμα στα βίντεο TikTok, στα dance challenges, ή τι σημαίνουν τα σώματα σε τελετές έναρξης, λήξης και σε προπαγανδιστικές γιορτές. Μας ενδιέφερε πώς το σώμα από μόνο του αφηγείται μια ιστορική διαδρομή, την ίδια την Ιστορία, πώς αντανακλά την προσωπική και τη συλλογική εμπειρία**.**
Δουλέψαμε λοιπόν με την έννοια του κολάζ, του mashup και του medley, το οποίο με ενδιέφερε, γιατί πάλι αφηγείται αυτή τη διαλεκτική συνέχειας και ασυνέχειας. Έχουμε δηλαδή πράγματα που είναι πιο συνεχή, σαν ένα ίσο και ταυτόχρονα κάποιες μορφές που βασίζονται πολύ στη ρωγμή και στην αποσπασματικότητα. Το κολάζ, που είναι πολύ νεωτερική φόρμα, βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της δημιουργίας. Οπότε ξοδέψαμε κι αφιερώσαμε πάρα πολύ χρόνο να μελετήσουμε, να καταλάβουμε αυτή καθαυτή την κίνηση, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο παρήχθησαν αυτές οι σωματικότητες.
Το ξόδεμα, που ανέφερες είναι πολύ κεντρική έννοια στη δουλειά μου. Την αγαπώ και τη μισώ. Υπάρχει κάτι που είναι βαθιά καπιταλιστικό, πολύ πυρηνικό στην έννοια του ξοδέματος, αλλά υπάρχει και κάτι στο ξόδεμα που δεν «παράγεται», το οποίο είναι πολύ απελευθερωτικό. Αυτό το καταραμένο απόθεμα, που δεν μπορεί να «αξιοποιηθεί», είναι κάτι που το κάνει ο χορός. Παράγει κοινωνικά αποτελέσματα και παράγει χαρά και συναισθήματα. Δεν μπορείς όμως να τον κάνεις κάτι. Δεν μιλάω για τις παραστάσεις, αλλά για τον χορό σαν πρακτική.
Αυτό το ξόδεμα, το ότι χορεύεις και κουράζεσαι και αδειάζεις, είναι ένα άδειασμα για τον εαυτό του, το οποίο είναι πολύ επαναστατικό κατά τη γνώμη μου. Οπότε πάλι παίζουμε με αυτό το στοιχείο στη συγκεκριμένη δουλειά. Υπάρχει φυσικά ένα τρίο γυναικών που χορεύουν επί σκηνής και κατασπαταλούν, στερεύουν τις ενεργειακές και συναισθηματικές πηγές τους. Ταυτόχρονα όμως, όταν σπάσεις αυτό το φράγμα που έχεις αδειάσει μεταφορικά και κυριολεκτικά, υπάρχει εκεί μια δυνατότητα για κάτι που είναι κάτω από το ραντάρ. Ακριβώς γι’ αυτό, το ξόδεμα είναι διφυές για μένα.
Πώς διαχειρίζεσαι αυτή την εμπειρία, από αυτή την παραγωγή, όπου εκτός από το να χορογραφείς, χορεύεις κιόλας;
Για μένα παραμένει ένα craft. Είναι μια δουλειά πολύ συγκεκριμένη. Φυσικά περνάς από συναισθηματικά στάδια και σωματική εξάντληση, αλλά έχει και κάτι που είναι πάρα πολύ λεπτομερές στην παρτιτούρα του, στα τεχνικά του χαρακτηριστικά. Τυχαίνει να έχω χορογραφήσει το έργο και να χορεύω κιόλας. Υπάρχει λοιπόν ένας δεύτερος εγκέφαλος, που κάνει διαρκώς ένα monitoring για το τι συμβαίνει και κρατά σημειώσεις. Είναι κάτι που μου αρέσει και αγαπώ. Δεν το λέω σαν βάσανο. Είναι ο αργαλειός μου. Κάθομαι και κάνω, αυτό που πρέπει να κάνω.
Όταν τελειώνει η παράσταση, έχω καταγράψει τι πρέπει να μαζέψουμε και τι να διορθώσουμε για την επόμενη. Με ενδιαφέρει δηλαδή πάρα πολύ ότι επαναλαμβάνεται αυτό το πράγμα στις παραστατικές τέχνες, ότι όλη αυτή η αφήγηση δεν είναι ποτέ το ίδιο, αλλά εσύ προσπαθείς να φέρεις το σκηνικό σου, τη συναισθηματική και τη σωματική σου κατάσταση, για να ξαναπεί το ίδιο πράγμα, ξανά και ξανά κάθε βράδυ σε μια άλλη συνθήκη. Αυτό με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Με ενδιαφέρει δηλαδή ότι τελειώνει η παράσταση και πρέπει να μαζέψουμε τα πράγματά μας, να φάμε, να κοιμηθούμε και να την ετοιμάσουμε για κάπου αλλού. Εννοώ ότι αυτή η πρακτική ότι είμαστε ξανά εδώ και το ξανακάνουμε, με συγκινεί και με αφορά πάρα πολύ. Άρα μένεις και με μια φροντίδα για να ξαναχτίσεις, όλο αυτό που γκρεμίζεις. Γι’ αυτό και μου αρέσει πολύ το θέατρο, οι ζωντανές τέχνες δηλαδή.
Έχει κάτι το απρόβλεπτο και κρυφό όλη αυτή η διαδικασία;
Νιώθω ότι αυτή η μαγική δυνατότητα να χτίζεις και να γκρεμίζεις με μια ελαφράδα, είναι κάτι που συμβαίνει στο μικρόκοσμο της θεατρικής σκηνής. Είναι κάτι που περνάει κάτω από το ραντάρ του θεατή και αφορά μόνο τον ερμηνευτή. Από το χέρι σου περνάει, πώς θα πάει το πράγμα. Είναι πολύ τεχνικό. Είμαστε σε ένα θέατρο, μιλάμε με ένα φορέα, αλλά την στιγμή που συμβαίνει η παράσταση, υπάρχει κάτι που όντως είναι απρόβλεπτο. Ευτυχώς.
Τι άλλο ετοιμάζεις για την επόμενη σεζόν;
Θα βρεθώ στη Σουηδία, όπου ετοιμάζω, μετά από ανάθεση, μια χορογραφία για την ομάδα χορού Norrdans στο Härnösand, 4 ώρες βόρεια από την Στοκχόλμη. Κάνει πρεμιέρα στις 2 Οκτωβρίου. Στη συνέχεια θα κάνω μια παράσταση με ένα μικτό θίασο ηθοποιών και χορευτών στο Εθνικό Θέατρο τον Μάιο του 2027, με τίτλο «Μπανάλ. Μια μέρα που δεν έγινε τίποτα».
ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Ιδέα, Χορογραφία, Κείμενο: Χαρά Κότσαλη
Ερμηνεία & Συνδημιουργία Υλικού: Σοφία Πουχτού, Χριστίνα Σκουτέλα, Χαρά Κότσαλη
Βοηθός Χορογράφου: Βάσια Ζορμπαλή
Β’ Βοηθός Χορογράφου: Clara Aguilar
Σχεδιασμός Ήχου & Μουσική: Άννα Μαρία Ράμμου, Χαρά Κότσαλη
Σκηνικά & Κοστούμια: Περικλής Πραβήτας
Σχεδιασμός Φωτισμών: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Σύμβουλος Δραματουργίας: Δήμητρα Μητροπούλου
Εξωτερικό Μάτι: Κωνσταντίνα Γεωργέλου
Οργάνωση & Εκτέλεση Παραγωγης: TooFarEast & Χαρά Κότσαλη
Οργάνωση & Εκτέλεση Περιοδείας: Χαρά Κότσαλη και Κορίνα Βασιλειάδου
Η έρευνα για το έργο υποστηρίχθηκε από το Onassis AiR και το Réseau Grand Luxe. Ιδιαίτερες ευχαριστίες στα TROIS C-L Luxembourg (Λουξεμβούργο), CAMPUS Paulo Cunha e Silva (Πόρτο), Grand Studio (Βρυξέλλες) και L’Abri (Γενεύη) για την καλλιτεχνική φιλοξενία.
Η παρουσίαση της παράστασης υποστηρίζεται από το Touring Program της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση.