Μια πρόσφατη επιστημονική μελέτη δείχνει ότι ένα κοινό βακτήριο μπορεί να διαδραματίσει απροσδόκητο ρόλο στην ανάπτυξη της νόσου Αλτσχάιμερ, με τους ερευνητές να στρέφουν την προσοχή τους σε μια αντισυμβατική περιοχή για την παρακολούθηση των συμπτωμάτων της: Τον αμφιβληστροειδή χιτώνα
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, η ερευνητική ομάδα παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι το βακτήριο Chlamydia pneumoniae, γνωστό κυρίως για την πρόκληση πνευμονίας και λοιμώξεων των ιγμορείων, μπορεί να παραμένει στον οργανισμό για πολλά χρόνια και ενδέχεται να συνδέεται με τις μεταβολές που παρατηρούνται σε άτομα με νόσο Αλτσχάιμερ.
Τα ευρήματα αυτά ανοίγουν τον δρόμο στο ενδεχόμενο μια χρόνια λοίμωξη να προκαλεί φλεγμονώδη αντίδραση που βλάπτει τα νευρικά κύτταρα, ενώ παράλληλα προτείνουν νέες θεραπευτικές προσεγγίσεις, τόσο μέσω της αντιμετώπισης της φλεγμονής όσο και με έγκαιρη παρέμβαση με αντιβιοτικά.
Ο αμφιβληστροειδής χιτώνας… ο «καθρέφτης» του εγκεφάλου
Η μελέτη έδειξε ότι τα βακτήρια Chlamydia pneumoniae μπορούν να εντοπιστούν στον αμφιβληστροειδή, το λεπτό στρώμα νευρικού ιστού στο πίσω μέρος του ματιού που είναι άμεσα υπεύθυνο για την επεξεργασία των οπτικών σημάτων. Καθώς ο αμφιβληστροειδής αποτελεί τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος και μπορεί να εξεταστεί με μη επεμβατικό τρόπο, προσφέρει μια σπάνια δυνατότητα παρατήρησης βιολογικών διεργασιών που σχετίζονται με τον εγκέφαλο σε πραγματικό χρόνο.
Η ερευνητική ομάδα διαπίστωσε ότι η παρουσία των βακτηρίων σε αυτόν τον ιστό συνδέεται με φλεγμονώδη ανοσολογική δραστηριότητα, θάνατο νευρικών κυττάρων και γνωστική έκπτωση. Η Μάγια Κορόνιο-Χαμαόι, καθηγήτρια Νευροχειρουργικής στο Cedars-Sinai Health Sciences και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε: «Η επανειλημμένη παρακολούθηση της Chlamydia pneumoniae μάς επέτρεψε να εντοπίσουμε μια μέχρι πρότινος άγνωστη σχέση μεταξύ βακτηριακής λοίμωξης, φλεγμονής και νευροεκφυλισμού».
Και πρόσθεσε: «Το μάτι είναι ο καθρέφτης του εγκεφάλου και η μελέτη αυτή δείχνει ότι η βακτηριακή λοίμωξη στον αμφιβληστροειδή και η χρόνια φλεγμονή μπορούν να αντανακλούν και να προαναγγέλλουν εγκεφαλική νόσο, ενισχύοντας τη χρήση της απεικόνισης του αμφιβληστροειδούς ως μη επεμβατικής μεθόδου για τον εντοπισμό ατόμων που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης της νόσου Αλτσχάιμερ».
Για να εξετάσουν αυτή την υπόθεση, οι ερευνητές συνδύασαν προηγμένες τεχνικές απεικόνισης με γενετικές και πρωτεομικές αναλύσεις και μελέτησαν ιστό αμφιβληστροειδούς από 104 άτομα, με εύρος από φυσιολογική γνωστική λειτουργία έως ήπια γνωστική διαταραχή και νόσο Αλτσχάιμερ. Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα βακτηρίων στους αμφιβληστροειδείς και στους εγκεφάλους των ατόμων με νόσο Αλτσχάιμερ σε σύγκριση με εκείνα που είχαν φυσιολογική γνωστική λειτουργία, ενώ οι μεγαλύτερες ποσότητες βακτηρίων συσχετίστηκαν με πιο σοβαρές εγκεφαλικές αλλοιώσεις και εντονότερη γνωστική έκπτωση.
Γενετικοί παράγοντες φάνηκε επίσης να διαδραματίζουν ρόλο, καθώς υψηλότερα επίπεδα βακτηρίων εντοπίστηκαν συχνότερα σε άτομα που έφεραν την παραλλαγή του γονιδίου APOE4, γνωστό παράγοντα κινδύνου για τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Από το εργαστήριο στα ζωικά μοντέλα
Επεκτείνοντας την έρευνα στο εργαστήριο, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η λοίμωξη από Chlamydia pneumoniae οδηγεί σε αυξημένη φλεγμονή, θάνατο νευρικών κυττάρων και γνωστική επιδείνωση, γεγονός που υποδηλώνει ότι το βακτήριο μπορεί να επιταχύνει τις παθολογικές διεργασίες της νόσου. Η λοίμωξη πυροδότησε επίσης την παραγωγή της πρωτεΐνης αμυλοειδές-β, η οποία συσσωρεύεται στους εγκεφάλους των ατόμων με Αλτσχάιμερ.
Ο Τίμοθι Κρόουδερ, καθηγητής έρευνας στο Cedars-Sinai Guerin Children’s και στο Τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών του Cedars-Sinai και συν-συγγραφέας της μελέτης, δήλωσε: «Η ανακάλυψη αυτή ενισχύει τη δυνατότητα στόχευσης του άξονα της φλεγμονής για τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ».
Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η αντιμετώπιση της χρόνιας βακτηριακής λοίμωξης και της φλεγμονής θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική στρατηγική, ενώ ενισχύουν και τη δυναμική των απεικονιστικών εξετάσεων του αμφιβληστροειδούς ως μη επεμβατικού εργαλείου για τη διάγνωση και την παρακολούθηση της νόσου.