Η ύπαρξη προκατειλημμένων απόψεων αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα μελλοντικών προβλημάτων ψυχικής υγείας, σύμφωνα με νέα έρευνα.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, τόσο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης όσο και ορισμένοι ακαδημαϊκοί κύκλοι λειτουργούσαν με την υπόθεση ότι τα "προβλήματα ψυχικής υγείας" αποτελούν τη ρίζα των ρατσιστικών ή εξαιρετικά προκατειλημμένων απόψεων.
Ωστόσο, μια νέα μετα-ανάλυση που διεξήχθη στην Αυστραλία ανατρέπει αυτή την πεποίθηση: Η διατήρηση προκατειλημμένων απόψεων οδηγεί σε επιδείνωση της ψυχικής υγείας με την πάροδο του χρόνου.
Ειδικά μετά από μαζικές επιθέσεις με ρατσιστικά κίνητρα, συχνά λέγεται ότι ο δράστης παρουσίασε "ψυχωτική συμπεριφορά" ή ήταν "ψυχικά άρρωστος". Αυτό τείνει να αγνοεί τις κοινωνικές ρίζες του ρατσισμού κωδικοποιώντας τον ως ατομική ασθένεια (παθολογία).
Ωστόσο, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτή η σύνδεση είναι επιστημονικά αδύναμη και χρησιμεύει μόνο για τον στιγματισμό των ψυχικά ασθενών που δεν είναι προκατειλημμένοι.
Πώς επηρεάζει ο ρατσισμός την ψυχική υγεία;
Αναλύθηκαν τρεις διαφορετικές διαχρονικές μελέτες με περισσότερους από 2.000 συμμετέχοντες στην Αυστραλία.
Εξετάζοντας μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δεν υπήρχαν ισχυρές ενδείξεις ότι τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας είχαν περισσότερες πιθανότητες να έχουν ρατσιστικές απόψεις.
Ωστόσο, η κατοχή προκατειλημμένων απόψεων ήταν ισχυρός προγνωστικός παράγοντας για μελλοντικά προβλήματα ψυχικής υγείας (κατάθλιψη, άγχος, ψυχολογικό στρες).
Ειδικά σε περιόδους αυξημένης πόλωσης, όπως η πανδημία, το αίσθημα μοναξιάς αυξάνεται με την αύξηση του ρατσιστικού λόγου. Ακόμη και αν η πανδημία περάσει και το ψυχολογικό στρες μειωθεί, η βλάβη στο μυαλό που προκαλούν οι ρατσιστικές συμπεριφορές μπορεί να είναι μόνιμη.
Ο ισχυρότερος προστάτης: Κοινωνική σύνδεση
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της μελέτης είναι ότι η κοινωνική απομόνωση αποτελεί κοινό παράγοντα που πυροδοτεί τόσο τον ρατσισμό όσο και την ψυχική κατάρρευση.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι άνθρωποι που ανήκουν σε περισσότερες από μία κοινωνικές ομάδες, όπως το να είναι μέλη ενός αθλητικού συλλόγου, εθελοντές ή γονείς, έχουν πολύ λιγότερες πιθανότητες να θεωρούν τις "εξωομάδες" ως πρόβλημα.
Οι ερευνητές σημειώνουν ότι όσο περισσότερους κοινωνικούς κύκλους έχουν οι άνθρωποι, τόσο μικρότερη είναι η πιθανότητα τόσο του ψυχολογικού στρες όσο και των προκατειλημμένων σκέψεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ισχυροί κοινωνικοί δεσμοί μπορούν να εξουδετερώσουν πλήρως την αρνητική συσχέτιση μεταξύ ρατσισμού και ψυχικής υγείας.
Ένας νέος δρόμος για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής
Η ερευνητική ομάδα τονίζει ότι η ψυχική υγεία θα πρέπει να θεωρείται αποτέλεσμα κοινωνικών και συμπεριφορικών διαδικασιών και όχι σταθερό χαρακτηριστικό.
Η θεώρηση του ρατσισμού όχι μόνο ως "μια ιδέα που πρέπει να τιμωρηθεί", αλλά και ως μια διαδικασία που διαταράσσει την κοινωνική ενσωμάτωση και βλάπτει την υγεία του ίδιου του ατόμου μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη νέων μεθόδων παρέμβασης (προγράμματα κοινωνικών δεσμών κ.λπ.) τόσο για την ψυχική υγεία όσο και για την κοινωνική συνοχή.