Μελέτη δείχνει: κοινό φάρμακο για ΔΕΠΥ δεν αυξάνει τον μακροχρόνιο κίνδυνο ψύχωσης και ίσως προσφέρει προστασία όταν χορηγείται νωρίς.
Μια μεγάλη νέα μελέτη (πηγή στα Αγγλικά) διαπίστωσε ότι τα φάρμακα που συνταγογραφούνται συχνότερα για τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στην παιδική ηλικία όχι μόνο φαίνεται να είναι ασφαλή μακροπρόθεσμα, αλλά ενδέχεται επίσης να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών ψυχωτικών διαταραχών αργότερα στη ζωή.
Η έρευνα, με επικεφαλής επιστήμονες του University College Dublin και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, αμφισβητεί τις μακροχρόνιες ανησυχίες ότι τα διεγερτικά φάρμακα μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων όπως η σχιζοφρένεια.
Η ΔΕΠΥ είναι μία από τις συχνότερες ψυχικές διαταραχές, που επηρεάζει περίπου το 8 τοις εκατό των παιδιών και εφήβων. Παγκοσμίως, περίπου 366 εκατομμύρια ενήλικες έχουν ΔΕΠΥ, με συμπτώματα όπως δυσκολία συγκέντρωσης, ανησυχία και παρορμητικότητα.
Καμία ένδειξη αυξημένου κινδύνου ψύχωσης
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο JAMA Psychiatry, ανέλυσε δεδομένα υγείας σχεδόν 700.000 ατόμων που γεννήθηκαν στη Φινλανδία, μεταξύ των οποίων περίπου 4.000 άτομα με διάγνωση ΔΕΠΥ.
Οι ερευνητές δεν βρήκαν καμία ένδειξη ότι η αγωγή με μεθυλφαινιδάτη, το φάρμακο που συνταγογραφείται συχνότερα για τη ΔΕΠΥ στα παιδιά, αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ψυχωτικών διαταραχών στην ενήλικη ζωή.
«Γνωρίζουμε ότι όταν τα παιδιά με ΔΕΠΥ παρακολουθούνται μέχρι την ενηλικίωση, μια μικρή αλλά σημαντική μειονότητα αναπτύσσει ψυχωτικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια», δήλωσε ο καθηγητής Ίαν Κέλεχερ, καθηγητής Παιδοψυχιατρικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και επικεφαλής της μελέτης.
«Ένα κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η φαρμακευτική αγωγή για τη ΔΕΠΥ προκαλεί αυτόν τον κίνδυνο ή αν πρόκειται για μια περίπτωση όπου η συσχέτιση δεν σημαίνει αιτιώδη σχέση. Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι το ίδιο το φάρμακο δεν είναι αυτό που οδηγεί σε αυτόν τον κίνδυνο», εξήγησε.
Το ερώτημα αυτό αποτελεί βασική ανησυχία στην ψυχιατρική έρευνα εδώ και χρόνια, ιδίως δεδομένου ότι τα διεγερτικά φάρμακα επιδρούν στη ντοπαμίνη, μια χημική ουσία του εγκεφάλου που εμπλέκεται επίσης στην ψύχωση.
«Μια σειρά από μελέτες έχουν δείξει ότι μια μικρή αλλά σημαντική μειονότητα παιδιών με ΔΕΠΥ στη συνέχεια αναπτύσσει ψυχωτικές διαταραχές· στη δική μας μελέτη ήταν περίπου 6%», ανέφερε ο Κέλεχερ στο Euronews Health.
«Αυτό έχει εγείρει ανησυχίες ως προς το αν τα φάρμακα για τη ΔΕΠΥ μπορεί να συμβάλλουν σε αυτόν τον κίνδυνο, ιδίως καθώς τα διεγερτικά φάρμακα αυξάνουν τη δραστηριότητα μιας χημικής ουσίας του εγκεφάλου που ονομάζεται ντοπαμίνη, η οποία εμπλέκεται επίσης στην ψύχωση».
Ένα πιθανό προστατευτικό αποτέλεσμα στα μικρότερα παιδιά
Παρότι το βασικό εύρημα δεν έδειξε αυξημένο κίνδυνο, οι ερευνητές εντόπισαν και ένα ενδεχόμενο πρόσθετο όφελος: τα παιδιά που έλαβαν μεθυλφαινιδάτη πριν από την ηλικία των 13 ετών εμφάνισαν ελαφρώς μειωμένο κίνδυνο να αναπτύξουν ψύχωση αργότερα στη ζωή τους.
«Το γεγονός ότι η πρώιμη θεραπεία συνδέθηκε με χαμηλότερο μακροπρόθεσμο κίνδυνο ψύχωσης υποδηλώνει ότι αυτά τα φάρμακα μπορεί να κάνουν περισσότερα από το να ελέγχουν τα συμπτώματα στην παιδική ηλικία· μπορεί επίσης να έχουν μακροπρόθεσμες προστατευτικές επιδράσεις έναντι σοβαρών ψυχικών νοσημάτων, αν και αυτό χρειάζεται περαιτέρω έρευνα», είπε ο Κέλεχερ.
Πρόσθεσε ότι τα συνολικά ευρήματα θα πρέπει να είναι «καθησυχαστικά για τους γιατρούς και τους ασθενείς και να καθησυχάζουν τις οικογένειες που εξετάζουν το ενδεχόμενο θεραπείας» και ότι «στις εγκεκριμένες δόσεις, η αγωγή με μεθυλφαινιδάτη δεν φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο ψύχωσης».
Απαιτείται περαιτέρω έρευνα
Ωστόσο, τα αποτελέσματα της μελέτης αφορούν συγκεκριμένα τη μεθυλφαινιδάτη και παιδιά και εφήβους.
«Μπορέσαμε να εξετάσουμε μόνο τη μεθυλφαινιδάτη», είπε ο Κέλεχερ.
«Δεν μπορέσαμε, ωστόσο, να εξετάσουμε μια άλλη σημαντική κατηγορία διεγερτικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ, τις αμφεταμίνες. Συνεπώς, δεν μπορούμε να εξαγάγουμε συμπεράσματα για τον κίνδυνο ψύχωσης που συνδέεται με φάρμακα τύπου αμφεταμίνης», δήλωσε στο Euronews Health.
Η μελέτη επίσης δεν εξετάζει τον ολοένα αυξανόμενο αριθμό ενηλίκων που διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ.
«Καθώς όλο και περισσότεροι ενήλικες διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ και λαμβάνουν θεραπεία, δεν γνωρίζουμε αν τα ευρήματά μας ισχύουν και για τους ενήλικες», ανέφερε ο Κέλεχερ.
«Απομένει επίσης σημαντική δουλειά για να κατανοήσουμε γιατί ο κίνδυνος ψύχωσης είναι αυξημένος στα παιδιά με ΔΕΠΥ, παρότι αυτή η αύξηση του κινδύνου δεν εξηγείται από τη θεραπεία με μεθυλφαινιδάτη», πρόσθεσε.