Νέα εξέταση αίματος εντοπίζει μοναδικό ορμονικό μοτίβο σε άτομα με ενδομητρίωση, προσφέροντας προοπτική ταχύτερης διάγνωσης μιας πάθησης που σήμερα εντοπίζεται έως και 12 χρόνια μετά.
Μια εξέταση αίματος θα μπορούσε να εντοπίζει ένα πρότυπο ορμονών που εμφανίζεται μόνο σε άτομα με ενδομητρίωση, με ακρίβεια άνω του 95%, σύμφωνα με μια νέα μελέτη (πηγή στα Αγγλικά). Αυτό θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο η πάθηση — που επηρεάζει 190 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως — διαγιγνώσκεται.
Σήμερα, η ενδομητρίωση — μια πάθηση κατά την οποία ιστός παρόμοιος με το ενδομήτριο αναπτύσσεται εκτός μήτρας — διαγιγνώσκεται συνήθως με γυναικολογική εξέταση, υπερηχογράφημα, μαγνητική τομογραφία (MRI) ή λαπαροσκόπηση, μια ελάχιστα επεμβατική χειρουργική μέθοδο κατά την οποία οι γιατροί εξετάζουν τα κοιλιακά και πυελικά όργανα μέσω μικρών τομών.
Μπορεί να χρειαστούν έως και 12 χρόνια για να διαγνωστεί η ενδομητρίωση, ενώ η έγκαιρη διάγνωση και η αποτελεσματική θεραπεία παραμένουν περιορισμένες σε πολλές χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
«Για πολύ καιρό, τα άτομα με ενδομητρίωση αντιμετωπίζουν απαράδεκτα μεγάλες καθυστερήσεις μέχρι να λάβουν διάγνωση, και αυτή τη στιγμή χρειάζονται κατά μέσο όρο πάνω από 9 χρόνια για να διαγνωστούν στο Ηνωμένο Βασίλειο», δήλωσε η Έμα Κοξ, διευθύνουσα σύμβουλος της Endometriosis UK, προσθέτοντας ότι αυτό καθυστερεί την πρόσβαση σε θεραπεία και αυξάνει τον κίνδυνο εξέλιξης της νόσου.
Η νέα έρευνα θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα.
«Τα ευρήματα αυτά σηματοδοτούν σημαντική πρόοδο στην κατανόησή μας για την ενδομητρίωση», δήλωσε ο Ντάγκλας Γκίμπσον, συν-συγγραφέας της μελέτης στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Ενώ είναι γνωστό ότι τα οιστρογόνα επηρεάζουν την ενδομητρίωση, ο ρόλος άλλων ορμονών, όπως των ανδρογόνων — μιας ομάδας ορμονών του φύλου, στις οποίες ανήκει και η τεστοστερόνη, ζωτικής σημασίας για την αναπαραγωγική υγεία, την οστική πυκνότητα και τη μυϊκή μάζα — δεν έχει κατανοηθεί εξίσου καλά, σύμφωνα με τους συγγραφείς. Η συγκεκριμένη έρευνα επικεντρώθηκε σε αυτό το κενό.
Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε τα επίπεδα ορμονών στο αίμα 159 γυναικών με επιβεβαιωμένη ενδομητρίωση και 57 γυναικών χωρίς τη συγκεκριμένη πάθηση. Η ανάλυση επικεντρώθηκε στα ανδρογόνα, συμπεριλαμβανομένων των 11-οξυγονωμένων ανδρογόνων — μιας ομάδας ορμονών που παράγονται από τα επινεφρίδια, τους αδένες που βρίσκονται πάνω από τα νεφρά.
Διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες με ενδομητρίωση παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερο ορμονικό «αποτύπωμα», με αυξημένα επίπεδα του ανδρογόνου 11-κετοτεστοστερόνη, που συμβάλλει στην ανάπτυξη των μυών και των γεννητικών οργάνων.
Με βάση αυτή τη διαφορά στο ορμονικό προφίλ, οι ερευνητές μπόρεσαν να εντοπίσουν ποιες ασθενείς είχαν ενδομητρίωση και ποιες όχι, με ακρίβεια άνω του 95%.
«Είμαστε αισιόδοξοι ότι αυτή η νέα γνώση θα οδηγήσει σε πιο έγκαιρη διάγνωση και στην ανάπτυξη καινοτόμων θεραπειών για όσους επηρεάζονται από την ενδομητρίωση», δήλωσε ο Γκίμπσον σε δελτίο τύπου.