Νέα μελέτη δείχνει ότι οι επεμβατικές μυκητιασικές λοιμώξεις αποτελούν μεγαλύτερο και συχνότερο κίνδυνο για την υγεία απ’ όσο πιστευόταν.
Οι επεμβατικές λοιμώξεις από μούχλα μπορεί να αποτελούν μια υποτιμημένη και δυνητικά θανατηφόρα απειλή για άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, σύμφωνα με νέα μελέτη.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν αυτή την εβδομάδα (πηγή στα Αγγλικά) από τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ, έχουν στόχο να αποσαφηνίσουν πόσο συχνές είναι οι ασθένειες που προκαλούνται από μούχλα, οι λεγόμενες επεμβατικές νόσοι από μούχλα.
«Είναι στην ουσία η πρώτη φορά που διαθέτουμε μια τέτοια εκτίμηση», δήλωσε ο Τζέρεμι Γκολντ από το CDC, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης.
Η κατανόηση της έκτασης του προβλήματος είναι κρίσιμη, πρόσθεσε, καθώς αναμένεται να επιδεινωθεί μετά από φυσικές καταστροφές που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, όπως τυφώνες και πλημμύρες.
Επί του παρόντος δεν υπάρχουν συνολικές παγκόσμιες εκτιμήσεις για τη συχνότητα εμφάνισης και τη θνησιμότητα από μυκητιασικές νόσους. Μια μελέτη του Lancet του 2024 (πηγή στα Αγγλικά) υπολόγισε ότι παγκοσμίως καταγράφονται κάθε χρόνο 6,5 εκατομμύρια επεμβατικές μυκητιασικές λοιμώξεις και 3,8 εκατομμύρια θάνατοι. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπάρχει επίσης ολοκληρωμένο μητρώο, καθώς οι επεμβατικές μυκητιασικές λοιμώξεις δεν υπόκεινται σε υποχρεωτική αναφορά σε επίπεδο ΕΕ και η επιτήρηση βασίζεται σε ένα συνονθύλευμα εθνικών προγραμμάτων.
Παράλληλα, αυξάνεται ο αριθμός των ηλικιωμένων, οι οποίοι είναι πιο ευάλωτοι σε τέτοιου είδους ασθένειες, πρόσθεσε ο Γκολντ.
Οι επεμβατικές νόσοι από μούχλα αποτελούν μια ετερόκλητη ομάδα σπάνιων, απειλητικών για τη ζωή λοιμώξεων που προκαλούνται από συγκεκριμένα είδη μούχλας, τα οποία μπορούν να διεισδύσουν και να προκαλέσουν βλάβες στους ιστούς του σώματος.
Οι περισσότερες λοιμώξεις προκαλούνται από την εισπνοή σπόρων μούχλας, αν και ο μύκητας μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό και μέσω κοψιμάτων, πληγών ή μολυσμένου ιατρικού εξοπλισμού.
Για τους περισσότερους ανθρώπους οι σπόροι δεν προκαλούν προβλήματα υγείας, ωστόσο μπορεί να αποδειχθούν θανατηφόροι για ηλικιωμένους, καρκινοπαθείς και άλλα άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Η θεραπεία συνήθως απαιτεί μακροχρόνια χορήγηση αντιμυκητιασικών φαρμάκων.
Τι έδειξαν τα δεδομένα
Για να κατανοήσουν καλύτερα πόσο συχνά εμφανίζονται τέτοιες περιπτώσεις σε τοπικό επίπεδο, τα μέλη της ερευνητικής ομάδας συνεργάστηκαν με τέσσερα νοσοκομεία στην περιοχή της Ατλάντα και τα συνδεδεμένα εξωνοσοκομειακά τους ιατρεία, ώστε να εντοπίσουν πιθανά περιστατικά την περίοδο 2020-2024.
Αρχικά εντόπισαν σχεδόν 1.000 πιθανά περιστατικά, αλλά περιόρισαν τον αριθμό σε περίπου 450, αποκλείοντας ασθενείς που εμφάνιζαν ενδείξεις έκθεσης αλλά δεν πληρούσαν τα κριτήρια για επεμβατική νόσο από μούχλα.
Η ομάδα διαπίστωσε ότι τα νοσοκομεία μπορούν να αναμένουν τρία έως πέντε περιστατικά ετησίως για κάθε 100 κλίνες νοσηλείας, με υψηλότερα ποσοστά στα μεγαλύτερα πανεπιστημιακά νοσοκομεία, όπου αντιμετωπίζονται πιο περίπλοκες ασθένειες.
Οι περισσότεροι ασθενείς που προσβλήθηκαν είχαν ήδη εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή, σε αρκετές περιπτώσεις, ήταν αποδυναμωμένοι από προηγούμενη λοίμωξη COVID-19.
Η έκθεση σε μούχλα μπορεί να συμβεί σε νοσοκομεία ή άλλες δομές υγειονομικής περίθαλψης, όμως η μελέτη δεν επιχείρησε να προσδιορίσει πού εκτέθηκε αρχικά κάθε ασθενής, διευκρίνισε ο Γκολντ.
Πρόσθεσε ότι τα δεδομένα θα πρέπει να προσφέρουν στα διοικητικά στελέχη των νοσοκομείων ένα σημείο αναφοράς, ώστε να γνωρίζουν αν ο αριθμός των περιστατικών τους κινείται εντός του αναμενόμενου εύρους ή αν υποδηλώνει πιθανή έξαρση.