Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δανία και η Αυστρία, αναπτύσσονται πολυλειτουργικές πλατείες που σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων λειτουργούν ως προσωρινές λεκάνες συγκράτησης, μειώνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών και υπερφόρτωσης των δικτύων αποχέτευσης
Παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας που εναλλάσσονται με καύσωνες και ολοένα συχνότερα ακραία καιρικά φαινόμενα συγκαταλέγονται στις πιο απτές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Δάση καίγονται, ενώ η Ευρώπη έρχεται αντιμέτωπη όλο και πιο συχνά με σοβαρές πλημμύρες.
Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Γαλλία και η Ιταλία, πόλεις που δεν είχαν σχεδιαστεί για ακραίες θερμοκρασίες δημιουργούν ειδικά «κλιματικά καταφύγια».
Σε ολόκληρη την Ευρώπη, η προσαρμογή του αστικού χώρου στις νέες κλιματικές συνθήκες αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία. Στο πλαίσιο νέου κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποκατάσταση των φυσικών πόρων, οι πόλεις καλούνται όχι μόνο να «πρασινίσουν» τους δημόσιους χώρους, αλλά και να αποκαταστήσουν τη βιοποικιλότητα.
Εκπρόσωποι πολωνικών πόλεων θα συζητήσουν τις στρατηγικές προσαρμογής που εφαρμόζουν οι μητροπόλεις σε συνάντηση που θα πραγματοποιηθεί στην Κατοβίτσε στις 24 Ιουνίου. Η συζήτηση θα επικεντρωθεί στην αποκατάσταση της φύσης στα αστικά συστήματα και στις λύσεις που βασίζονται στη φύση.
«Οι λύσεις βασισμένες στη φύση δεν είναι κάτι νέο»
Όπως σημειώνει ο οικολόγος και ιδρυτής του προγράμματος LIFE Archiclima, Λούκας Λαπίνσκι, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση δεν είναι καινούριες για τις πόλεις, όμως η σημασία τους αυξάνεται.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι συχνά αντιμετωπίζονται με καθαρά λειτουργικό τρόπο, ως εργαλείο για την ψύξη των πόλεων ή τη βελτίωση του μικροκλίματος.
«Αυτός είναι ένας αρκετά χρηστικός τρόπος θέασης της φύσης, κάπως εργαλειακός: ρωτάμε ποιες υπηρεσίες μπορεί να μας προσφέρει η φύση», αναφέρει.
Παράλληλα, τονίζει ότι το πραγματικό ερώτημα γύρω από την αναγέννηση των πόλεων είναι ευρύτερο και αφορά τη σχέση ανθρώπου και φύσης: «Μπορεί η πόλη ως τέτοια να γίνει ένας χώρος όπου αποκαθίσταται ενεργά η σχέση ανθρώπου και φύσης;»
«Η μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της ανθρωπότητας»
Ο ειδικός υπογραμμίζει ότι η ανθρωπότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με «τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της» που σχετίζεται με το κλίμα. Κατά την άποψή του, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η λογική της απλής μείωσης των ζημιών και να υπάρξει μετάβαση στην ενεργή αποκατάσταση των φυσικών συστημάτων.
«Υπάρχει αυτό που ονομάζεται κίνημα της “βαθιάς προσαρμογής”», αναφέρει. «Και βασίζεται στην ιδέα ότι η κλιματική αλλαγή και η κρίση δεν μπορούν πλέον να σταματήσουν. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσαρμοστούμε σαν να έχει ήδη συμβεί η κλιματική καταστροφή· να λειτουργούμε στην καθημερινότητά μας σαν ο κόσμος να έχει ήδη περάσει αυτή την καταστροφή».
Ο Λαπίνσκι σημειώνει ότι η ανθεκτικότητα των πόλεων δεν αφορά μόνο τις υποδομές, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις.
«Είναι, για παράδειγμα, η επίγνωση ότι σε μια κρίση ο 90χρονος γείτονάς σου ξέρει πως, αν έρθει μια πλημμύρα, μπορεί να βασιστεί σε εσένα ότι θα τον φροντίσεις. Ότι δεν θα τον αφήσεις μόνο του», εξηγεί.
Προσθέτει ότι αυτή η προσέγγιση συνεπάγεται επιστροφή σε μια πιο κοινοτική λογική, η οποία έχει γίνει πιο σπάνια στις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική στην εποχή της κλιματικής κρίσης.
«Κατά τη γνώμη μου, έννοιες όπως η βιώσιμη ανάπτυξη ή η κλιματική ουδετερότητα πρέπει να μπουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, γιατί αφορούν απλώς τη μείωση των ζημιών. Η αναγέννηση, αντίθετα, σημαίνει κυρίως την αποκατάσταση των οικοσυστημικών λειτουργιών στις πόλεις», τονίζει.
«Να αφήσουμε τη φύση να κάνει τη δουλειά της»
«Στην Πολωνία εξακολουθεί να υπάρχει το αρχέτυπο του “καλού νοικοκύρη”», λέει ο Λαπίνσκι. «Κάποιος που έχει τέλεια περιποιημένο γκαζόν και περνά κάθε Σάββατο κουρεύοντας το γρασίδι. Όμως το ζητούμενο είναι να αφήσουμε πραγματικά τη φύση να κάνει τη δουλειά της, να τη στηρίξουμε και, για παράδειγμα, να αφαιρούμε τα εισβλητικά είδη που αποτελούν πλέον μεγάλο πρόβλημα στις πόλεις».
Σημειώνει επίσης ότι οι αστικές αναπτύξεις παραμένουν προβληματικές όταν η φύση αντιμετωπίζεται καθαρά εργαλειακά, οδηγώντας συχνά στην υποβάθμιση οικοσυστημάτων.
Ως παράδειγμα αναφέρει την περιοχή Βιλτσέ Ντόουβο (Wilcze Doły) στο Γκλίβιτσε, που από φυσική κοιλάδα ποταμού μετατράπηκε σε χώρο αναψυχής.
«Ήταν ένα ημιφυσικό σύστημα με περισσότερα από 700 παλιά δέντρα που λειτουργούσαν άψογα. Όμως πριν από λίγα χρόνια αποφασίστηκε ότι, “για την προστασία της πόλης από πλημμύρες”, τα δέντρα θα κοπούν και θα κατασκευαστεί ταμιευτήρας. Σήμερα είναι προφανές ότι ο στόχος ήταν να προετοιμαστεί περισσότερη γη για ανάπτυξη», αναφέρει.
Ο ειδικός τονίζει ότι το πρώτο βήμα για την προσαρμογή των πόλεων είναι η διατήρηση όσων ήδη υπάρχουν. Τα αυτόχθονα είδη προσαρμόζονται καλύτερα στις τοπικές συνθήκες και πρέπει να τους επιτρέπεται να συνεχίσουν να αναπτύσσονται.
Το «κόστος» των δέντρων στις πόλεις
Η επιλογή γηγενών ειδών μπορεί επίσης να μειώσει το κόστος διαχείρισης του αστικού πρασίνου. Σύμφωνα με τον Λαπίνσκι, ορισμένες «πράσινες» παρεμβάσεις μπορεί στην πράξη να δημιουργούν πρόσθετα κόστη και περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις, καθώς απαιτούν εκτεταμένα συστήματα άρδευσης και εντατική φροντίδα.
«Μπορεί να φαίνεται καλή λύση, αλλά δεν έχει ληφθεί υπόψη ότι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παραγωγής τέτοιων δενδρυλλίων είναι μεγάλο· χρησιμοποιείται τύρφη και απαιτούνται συνεχείς ποτίσεις με νερό δικτύου», σημειώνει.
Κατά συνέπεια, τέτοιες παρεμβάσεις συχνά έχουν περισσότερο διακοσμητικό παρά προσαρμοστικό χαρακτήρα.
«Τίποτα δεν συγκρατεί το νερό καλύτερα από ένα δάσος», προσθέτει. «Η βροχή που πέφτει σε ένα δάσος παραμένει εκεί. Και αυτό ακριβώς προσπαθούμε να πετύχουμε».
Μια πόλη που «κρατά» το νερό
Παράδειγμα θετικής πρακτικής αποτελεί το οικιστικό συγκρότημα Zielony Południk στο Γκντανσκ, το οποίο σχεδιάστηκε εξαρχής για τη διαχείριση των όμβριων υδάτων, μέσω κήπων βροχής και συστημάτων συγκράτησης.
Το συγκρότημα περιλαμβάνει λεκάνες απορρόφησης και κοινόχρηστους χώρους που επιτρέπουν τη συλλογή και αξιοποίηση του νερού της βροχής, ενώ οι κάτοικοι έχουν πρόσβαση σε κοινοτικούς κήπους.
Ο Λαπίνσκι σημειώνει ότι ο σχεδιασμός έγινε ώστε να περιοριστεί η απορροή και να παραμένει το νερό τοπικά.
«Οι επενδυτές ανησυχούσαν αν μπορεί να υπάρχει ένας κήπος βροχής, μια κοιλότητα βάθους 20 εκατοστών δίπλα σε παιδική χαρά, σε περίπτωση που πέσει ένα παιδί. Όμως τα παιδιά παίζουν στο νερό, πετούν πέτρες και οι κάτοικοι είναι ενθουσιασμένοι», αναφέρει.
Το ζήτημα της διαχείρισης του νερού γίνεται όλο και πιο κρίσιμο. Όπως λέει, η νομοθεσία συχνά υπολείπεται της επιστημονικής γνώσης για το κλίμα.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Δανία και η Αυστρία, αναπτύσσονται πολυλειτουργικές πλατείες που σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων λειτουργούν ως προσωρινές λεκάνες συγκράτησης, μειώνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών και υπερφόρτωσης των δικτύων αποχέτευσης.
«Μου φαίνεται ότι η πόλη μπορεί να γίνει ένας τόπος όπου αποκαθίσταται ενεργά η σχέση ανάμεσα στο κοινωνικό και το οικολογικό σύστημα», καταλήγει ο οικολόγος.
Και προσθέτει: «Παρότι όσα συμβαίνουν στον κόσμο και οι προσπάθειες ορισμένων ηγετών να συνδέσουν την κλιματική αλλαγή με πολιτικές αποφάσεις δεν εμπνέουν μεγάλη αισιοδοξία, πιστεύω βαθιά στην προσαρμογή των πόλεων και στην πορεία τους προς την ανθεκτικότητα και την αναγέννηση».