Στόχος των επαφών είναι ν επιτάχυνση των επαναπροωθήσεων Αφγανών που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην Ευρώπη
Αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και 15 κρατών μελών συναντήθηκαν με αντιπροσωπεία των Ταλιμπάν, επιχειρώντας να επιταχύνουν τις απελάσεις Αφγανών μεταναστών προς τη χώρα.
Η συνάντηση στις Βρυξέλλες, της οποίας δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα ούτε οι λεπτομέρειες ούτε ο τόπος διεξαγωγής, δέχθηκε έντονη κριτική από προοδευτικούς βουλευτές και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, επειδή συνδιαλέγεται με ένα αυταρχικό καθεστώς που παραβιάζει συστηματικά τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Συμπροεδρεύουσα χώρα ήταν η Σουηδία, μία από τις χώρες με τον μεγαλύτερο αφγανικό πληθυσμό ανά κάτοικο. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε εκτός των θεσμικών εγκαταστάσεων της Επιτροπής και σε καθαρά τεχνικό επίπεδο, λόγω της μη αναγνώρισης της κυβέρνησης των Ταλιμπάν που ανέλαβε την εξουσία στη χώρα το 2021.
Οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν στην επιστροφή παράτυπων Αφγανών μεταναστών «που έχουν διαπράξει σοβαρά εγκλήματα ή συνιστούν απειλή για την ασφάλεια», όπως ανέφερε εκπρόσωπος της Επιτροπής. Τα ευρωπαϊκά κράτη συχνά αδυνατούν να επαναπατρίσουν αυτά τα άτομα, καθώς οι αφγανικές αρχές δεν τα δέχονται.
«Είναι εξαιρετικά σημαντικό αυτοί οι εγκληματίες να απελαθούν», δήλωσε ο υπουργός Μετανάστευσης της Σουηδίας Γιοχάν Φόρσελ δήλωσε (πηγή στα Αγγλικά) στα τοπικά μέσα ενημέρωσης. «Αυτό σήμερα δεν είναι δυνατό. Δεν θέλουν να συνεργαστούν. Δεν θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.»
Στη Σουηδία, περίπου 200 Αφγανοί υπήκοοι περιμένουν την απέλασή τους, έχοντας καταδικαστεί για σοβαρά αδικήματα, όπως βιασμούς και διακίνηση ναρκωτικών, εξήγησε ο Φόρσελ. Αντιμέτωπος με την κριτική, υποστήριξε ότι η κυβέρνησή του οφείλει σε ορισμένες περιπτώσεις να διαπραγματεύεται με δικτατορικά καθεστώτα για να «προστατεύσει τα σουηδικά συμφέροντα».
Η Επιτροπή δεν διαθέτει στοιχεία για το πόσοι παράτυποι Αφγανοί είναι υπεύθυνοι για σοβαρά εγκλήματα ή συνιστούν απειλή για την ασφάλεια σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ωστόσο, η πρόσκληση προς τους Ταλιμπάν, την οποία έλαβε το Euronews, αναφέρεται μόνο στην επιστροφή «Αφγανών υπηκόων που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής στην ΕΕ», χωρίς να γίνεται αναφορά στο ποινικό σκέλος. Η Κομισιόν δεν επιβεβαίωσε τη γνησιότητα του εγγράφου.
Οι επαφές με τους Ταλιμπάν εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Ε.Ε. για την αύξηση των επιστροφών παράτυπων μεταναστών στις χώρες καταγωγής τους, ποσοστό που σήμερα βρίσκεται στο 29% και έχει αλλάξει ελάχιστα τα τελευταία χρόνια.
Οι απελάσεις αποδεικνύονται ιδιαίτερα δύσκολες για τους Αφγανούς, που συγκαταλέγονταν στις εθνικότητες με τις περισσότερες εντολές επιστροφής το 2025. Σύμφωνα με την Eurostat (πηγή στα Αγγλικά), από τους 14.270 Αφγανούς υπηκόους στους οποίους ζητήθηκε να εγκαταλείψουν την Ένωση τους πρώτους εννέα μήνες του περασμένου έτους, μόλις 340 επεστράφησαν, δηλαδή ποσοστό 2%.
Την ίδια ώρα, οι αφίξεις στην Ευρώπη συνεχίζονται. Πάνω από 3.300 Αφγανοί πέρασαν παράτυπα τα σύνορα της ΕΕ τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026, κυρίως μέσω της ανατολικής μεσογειακής οδού, ενώ πάνω από 63.000 Αφγανοί υπήκοοι ζήτησαν άσυλο στην ΕΕ το 2025 – το 10% του συνολικού αριθμού αιτούντων άσυλο.
Πρόκειται μόνο για ένα μικρό τμήμα της αφγανικής διασποράς που έφυγε από τη χώρα μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 90% των εκτοπισμένων Αφγανών ζει σε γειτονικές χώρες, κυρίως στο Ιράν και το Πακιστάν.
Έκτοτε, η Επιτροπή προχώρησε στο αμφιλεγόμενο βήμα της προσέγγισης των Ταλιμπάν, υπό την αυξανόμενη πίεση των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Τον Οκτώβριο, 19 κράτη μέλη και η Νορβηγία υπέγραψαν (πηγή στα Αγγλικά) επιστολή με την οποία ζητούσαν κοινή προσέγγιση για την εντατικοποίηση των απελάσεων, επιβεβαιώνοντας την προθυμία τους να έρθουν σε άμεση επαφή με την Καμπούλ για να επιτύχουν τον στόχο τους.
Τεχνικές επαφές βρίσκονται σε εξέλιξη εδώ και μήνες, και η συνάντηση της Τρίτης θεωρήθηκε συνέχεια της επίσκεψης αντιπροσωπείας της Επιτροπής στην Καμπούλ τον Ιανουάριο.
«Ένα ντροπιαστικό κεφάλαιο»
Από την ανάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν το 2021, που ακολούθησε τη βεβιασμένη αποχώρηση των ΗΠΑ, η Ε.Ε. δεν έχει αναγνωρίσει το καθεστώς ως νόμιμη κυβέρνηση της χώρας και αντί γι’ αυτό εφαρμόζει την πολιτική της λεγόμενης «λειτουργικής συνεργασίας».
Η εμπλοκή με τους Ταλιμπάν θεωρείται κόκκινη γραμμή για τμήμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της κοινωνίας των πολιτών, που προειδοποιούν ότι η προσέγγιση ισοδυναμεί με «κανονικοποίηση» των σχέσεων με ένα καθεστώς γνωστό για τις εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το Αφγανιστάν κατατάσσεται στην 140ή θέση ανάμεσα σε 142 χώρες στον δείκτη Rule of Law Index (πηγή στα Αγγλικά)του World Justice Project.
Οι επικριτές έχουν επίσης θέσει ερωτήματα για τα οικονομικά ανταλλάγματα που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι Βρυξέλλες στην κυβέρνηση των Ταλιμπάν με αντάλλαγμα την αποδοχή των υπηκόων τους. Η Επιτροπή επιμένει ότι, προς το παρόν, ο διάλογος δεν συνεπάγεται καμία πολιτική δέσμευση.
Η Σοσιαλίστρια ευρωβουλευτής Σεσίλια Στράντα χαρακτήρισε τη συνάντηση της Τρίτης «ντροπιαστικό κεφάλαιο για την Ευρώπη», λέγοντας στο Euronews ότι προσδίδει νομιμότητα «σε ένα καθεστώς που ποδοπατά τα δικαιώματα των γυναικών και των κοριτσιών και επιβάλλει ένα σύστημα έμφυλου απαρτχάιντ».
Μια άλλη ευρωβουλευτής, η Σάσκια Μπρικμόν από τους Πράσινους, δήλωσε ότι είναι «απαράδεκτο» να φιλοξενούνται εκπρόσωποι ενός καθεστώτος «που καταπιέζει συστηματικά τις γυναίκες, καταπνίγει κάθε αντιπολίτευση, αρνείται θεμελιώδεις ελευθερίες».
Σε μη δεσμευτικό ψήφισμα που εγκρίθηκε (πηγή στα Αγγλικά) πρόσφατα από το Κοινοβούλιο, οι ευρωβουλευτές κάλεσαν την Επιτροπή να διατηρήσει την πολιτική μη αναγνώρισης και μη κανονικοποίησης των σχέσεων με τους Ταλιμπάν. Το κείμενο εξέφρασε επίσης τη δυσαρέσκειά του για την απόφαση να προσκληθούν στις Βρυξέλλες.
Αντίστοιχα, μια διάταξη που θα επέτρεπε συνομιλίες με μη αναγνωρισμένες οντότητες τρίτων χωρών για επανεισδοχή αφαιρέθηκε από τον νέο νόμο για τη μετανάστευση.
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους αναφέρει (πηγή στα Αγγλικά) ότι το Αφγανιστάν δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής χώρα επιστροφής λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της απουσίας αποτελεσματικής νομικής προστασίας και των συνεχιζόμενων κινδύνων δίωξης.