Επίσημα στοιχεία δείχνουν σαφή αύξηση των δικαιούχων κοινωνικής βοήθειας στην τρίτη ηλικία, αποτυπώνουν όμως μόνο μέρος της κατάστασης. Μελέτες εκτιμούν ότι πολλοί δικαιούχοι δεν υποβάλλουν καν αίτηση για την παροχή.
Στη Γερμανία αυξάνεται ο αριθμός των συνταξιούχων που δεν μπορούν πλέον να καλύψουν τα προς το ζην χωρίς κρατική στήριξη.
Περισσότεροι από 750.000 συνταξιούχοι στη Γερμανία βασίζονται σήμερα στην κοινωνική πρόνοια. Αυτό προκύπτει από ερώτημα της Συμμαχίας Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) προς την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, 771.275 άτομα σε ηλικία συνταξιοδότησης λαμβάνουν σήμερα κοινωνική βοήθεια, με τις γυναίκες να πλήττονται αισθητά συχνότερα από τους άνδρες.
Ο αριθμός των δικαιούχων συνεχίζει να αυξάνεται: σε σχέση με το προηγούμενο έτος προστέθηκαν σχεδόν 30.000 νέοι αποδέκτες, ενώ σε σύγκριση με πριν από τέσσερα χρόνια είναι σχεδόν 180.000 περισσότεροι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας.
Υψηλότερο επίπεδο εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες
Πιο αναλυτικά: στα τέλη του 2024 περίπου 742.000 άτομα άνω της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδότησης λάμβαναν επίδομα βασικής ασφάλισης στην τρίτη ηλικία. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο από τότε που θεσπίστηκε η παροχή, το 2003. Σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ο αριθμός των δικαιούχων αυξήθηκε κατά περίπου 5 έως 6%. Την τελευταία δεκαετία συνέχισε να ανεβαίνει, καταγράφοντας άνοδο περίπου κατά ένα τρίτο.
Σε ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο εξαρτώνται από τη βασική ασφάλιση οι γυναίκες, άτομα με διακεκομμένες εργασιακές διαδρομές, χαμηλόμισθοι, άνθρωποι που ζουν μόνοι, καθώς και όσοι εργάστηκαν για πολλά χρόνια με μερική απασχόληση ή βίωσαν μακρές περιόδους ανεργίας.
Ως βασικές αιτίες της αύξησης θεωρούνται οι χαμηλοί μισθοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, τα κενά στις ασφαλιστικές διαδρομές, η άνοδος του κόστους στέγασης και ο υψηλός πληθωρισμός των τελευταίων ετών. Παράγοντες που έχουν συμβάλει στο να μην μπορούν όλο και περισσότεροι ηλικιωμένοι να καλύψουν με τη σύνταξή τους τις βασικές ανάγκες διαβίωσης.
Παρά την αύξηση, μόλις περίπου 3 έως 4% όλων των ατόμων σε ηλικία συνταξιοδότησης λαμβάνουν βασική ασφάλιση.
Δικαίωμα στη βασική ασφάλιση υπάρχει μόνο μετά από ατομικό έλεγχο ανάγκης. Στην αξιολόγηση συνυπολογίζονται όχι μόνο η κρατική σύνταξη, αλλά και άλλα εισοδήματα, όπως επαγγελματικές και ιδιωτικές συντάξεις, ενοίκια ή αποδόσεις κεφαλαίου. Ρόλο παίζει επίσης η υφιστάμενη περιουσία. Αν ο συνταξιούχος ζει με σύζυγο ή σύντροφο, λαμβάνεται υπόψη και το δικό του εισόδημα. Μια χαμηλή κρατική σύνταξη από μόνη της δεν συνεπάγεται λοιπόν αυτομάτως δικαίωμα στη βασική ασφάλιση.
Γιατί οι αριθμοί αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος των ανθρώπων που πλήττονται
Οι ερευνητές κάνουν λόγο για εκτεταμένη κρυφή φτώχεια στην τρίτη ηλικία. Σύμφωνα με εκτίμηση του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας (DIW), περίπου το 60% των δικαιούχων δεν υποβάλλουν καν αίτηση για την παροχή. Μεταξύ των λόγων συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, η ντροπή, η ελλιπής ενημέρωση για το δικαίωμα και η πολυπλοκότητα της διαδικασίας αίτησης.
Η εκτίμηση για τη μη αξιοποίηση της παροχής δεν βασίζεται σε επίσημα στοιχεία, αλλά σε μοντέλο υπολογισμού του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας (DIW). Βάση αποτελούν δεδομένα από το κοινωνικοοικονομικό πάνελ (SOEP), με τα οποία υπολογίζεται πόσα άτομα θα είχαν θεωρητικά δικαίωμα στη βασική ασφάλιση. Η μελέτη θεωρείται βασική αναφορά για τη λεγόμενη κρυφή φτώχεια στην τρίτη ηλικία.
Ο πραγματικός αριθμός ηλικιωμένων με οικονομικές δυσκολίες εκτιμάται επομένως ότι είναι ακόμη μεγαλύτερος.