Η επιδείνωση του περιβάλλοντος ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Συμμαχία καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και την εφαρμογή της νέας στρατηγικής αποτροπής της. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς η σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα θεωρείται κρίσιμη για τη συνοχή του ΝΑΤΟ.
Ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Τριανταφύλλου εκτιμά ότι, παρά τις περιορισμένες προσδοκίες, η Σύνοδος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία για τη συνέχιση του ελληνοτουρκικού διαλόγου.
«Λογικό είναι ότι θα μπορούσε η Σύνοδος να βοηθήσει να είναι η αφετηρία για να ξαναμπούμε σε μια φάση διαλόγου με τους Τούρκους», σημειώνει, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η βασική πρόκληση είναι «πώς μπορούν οι ηγεσίες της Ελλάδας και της Τουρκίας να το αναδείξουν χωρίς να θεωρηθεί ότι έχουν υποκύψει σε πιέσεις από τους Αμερικανούς».
Κατά τον ίδιο, η επιδείνωση του περιβάλλοντος ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή καθιστά ακόμη πιο επιτακτική τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας. Όπως αναφέρει, «η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τα ενεργειακά καθιστούν αυτονόητο ότι οι δύο χώρες πρέπει να εντείνουν την προσπάθεια για μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και ένα πλαίσιο επίλυσης των νομικών ζητημάτων».
Το Κυπριακό σε μια νέα γεωπολιτική συγκυρία
Παράλληλα, το Κυπριακό εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές εκκρεμότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρότι δεν βρίσκεται στην επίσημη ατζέντα της Συμμαχίας, οι εξελίξεις γύρω από το θέμα επηρεάζουν συνολικά το περιβάλλον ασφαλείας στην περιοχή.
Παρότι δεν διαβλέπει άμεσες εξελίξεις στο Κυπριακό, ο Δημήτρης Τριανταφύλλου θεωρεί ότι το διεθνές περιβάλλον διαφοροποιείται σταδιακά. Όπως επισημαίνει, από τις πρόσφατες τοποθετήσεις Τούρκων αξιωματούχων διακρίνεται μια διαφοροποίηση της ρητορικής, καθώς «δεν μιλούν πλέον τόσο ξεκάθαρα για λύση δύο κρατών», ενώ επανέρχονται σενάρια συνομοσπονδίας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα αλλαγή στρατηγικής.
Την ίδια στιγμή, υπογραμμίζει ότι «έχει ενισχυθεί το γεωπολιτικό κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να το λάβει υπόψη και η Τουρκία», εκτιμώντας ότι η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Λευκωσίας αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν πλέον τους τουρκικούς υπολογισμούς.
Η προσπάθεια της Άγκυρας να αναβαθμίσει τον ρόλο της
Την ίδια ώρα, η Τουρκία επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως κρίσιμος περιφερειακός παίκτης, αξιοποιώντας τη γεωγραφική της θέση αλλά και τις ισορροπίες που διαμορφώνονται τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με τον καθηγητή, η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία ώστε να ενισχύσει τη θέση της στο εσωτερικό της Συμμαχίας, προβάλλοντας τον γεωστρατηγικό της ρόλο από τη Μαύρη Θάλασσα έως τη Μέση Ανατολή.
Όπως αναφέρει, «η Τουρκία προσπαθεί να αξιοποιήσει τον γεωγραφικό της ρόλο και να τον προβάλλει τόσο στο εσωτερικό όσο και στους συμμάχους της», ενώ χαρακτηρίζει την επικείμενη Σύνοδο ιδιαίτερα σημαντική για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς «έχει πέσει "κουτί", γιατί προσπαθεί να αξιοποιήσει όλες τις εξελίξεις για να αναβαθμίσει τον ρόλο της Τουρκίας».
Η νέα αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ και οι ισορροπίες μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας
Στο επίκεντρο των συζητήσεων ενόψει της Συνόδου βρίσκεται και η αναδιάρθρωση της δομής διοίκησης του ΝΑΤΟ, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να συγκεντρώνουν οι πληροφορίες για δύο νέες διοικήσεις στην Τουρκία. Πρόκειται για εθνικά στρατηγεία στην Κωνσταντινούπολη, με αποστολή που συνδέεται με τη Μαύρη Θάλασσα, και στα Άδανα, με επιχειρησιακή αναφορά στην Ανατολική Μεσόγειο. Διπλωματικές και στρατιωτικές πηγές διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι δεν πρόκειται για νέα στρατηγεία του ΝΑΤΟ, αλλά για τουρκικές εθνικές διοικήσεις, οι οποίες μπορούν να πιστοποιηθούν και να αναλάβουν αποστολές στο πλαίσιο της Συμμαχίας. Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η δημιουργία τους δεν συνεπάγεται μεταβολή των αρμοδιοτήτων του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο ή ανακατανομή επιχειρησιακών ευθυνών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Άγκυρα, πάντως, επιδιώκει να αξιοποιήσει τις δομές αυτές για να αναδείξει τον ρόλο της ως βασικού πυλώνα ασφάλειας στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας, σε μια περίοδο κατά την οποία το ΝΑΤΟ επαναξιολογεί τη στρατηγική του απέναντι στις προκλήσεις που προέρχονται από τη Μαύρη Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η συζήτηση για τις νέες διοικήσεις εντάσσεται στη συνολικότερη αναδιάρθρωση της δομής δυνάμεων του ΝΑΤΟ, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Μέσα από το νέο NATO Force Model και τα περιφερειακά αμυντικά σχέδια, η Συμμαχία επιδιώκει να ενισχύσει την ετοιμότητα και την ταχύτερη ανάπτυξη δυνάμεων, αξιοποιώντας περισσότερο τις εθνικές στρατιωτικές δομές των κρατών-μελών. Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετές χώρες επιδιώκουν να αναβαθμίσουν τα εθνικά τους στρατηγεία, ώστε να μπορούν να αναλάβουν επιχειρησιακές αποστολές στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και να αποκτήσουν μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος στη νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας της Συμμαχίας.
Η Ελλάδα δεν φαίνεται, τουλάχιστον επί του παρόντος, να επιδιώκει τη δημιουργία νέων αντίστοιχων δομών, καθώς διαθέτει ήδη σημαντικές ΝΑΤΟϊκές εγκαταστάσεις και πιστοποιημένα στρατηγεία, όπως το NRDC-GR στη Θεσσαλονίκη και το CAOC στη Λάρισα. Αντίθετα, η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να ενισχύσει τον γεωπολιτικό και επιχειρησιακό της ρόλο, προβάλλοντας τη θέση της ως βασικού πυλώνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Για την Αθήνα, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η δημιουργία των τουρκικών εθνικών διοικήσεων καθαυτή, αλλά το εύρος των αρμοδιοτήτων που ενδέχεται να τους ανατεθούν και κατά πόσο αυτές θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο ή να δημιουργήσουν επικαλύψεις σε περιοχές ελληνικού ενδιαφέροντος.
Η Σύνοδος δύσκολα θα φέρει θεαματικές εξελίξεις. Μπορεί όμως να δείξει προς ποια κατεύθυνση κινούνται οι ισορροπίες στην περιοχή: αν θα ενισχυθεί η λογική της συνεργασίας και του διαλόγου ή αν οι γεωπολιτικές επιδιώξεις θα επαναφέρουν τις γνωστές εστίες έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο παραμένει και η συζήτηση γύρω από τη νομοθετική πρωτοβουλία που συνδέεται με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Αν και η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν προωθείται επί του παρόντος, εκτιμάται ότι μπορεί να επανέλθει όταν η τουρκική ηγεσία κρίνει ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές. Η εξέλιξη αυτή υπενθυμίζει ότι, πέρα από τις τρέχουσες προσπάθειες διαλόγου, οι στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν σταθερές, γεγονός που καθιστά τη διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας αναγκαία, αλλά όχι επαρκή προϋπόθεση για μια μακροπρόθεσμη αποκλιμάκωση.