Αιτία φέρεται να είναι ο κίνδυνος που θα δημιουργηθεί για μεγάλη ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία, γράφουν οι Financial Times
Η Ελλάδα φέρεται να είναι η αιτία που δεν εγκρίθηκε, όπως αναμενόταν βάσει των ημερομηνιών που είχαν ανακοινωθεί, το 21ο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, διατυπώνοντας ενστάσεις για την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που προβλέπει την απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times, κατά τη συνεδρίαση των πρεσβευτών των κρατών-μελών της ΕΕ που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες την Τετάρτη 15 Ιουλίου, δεν επιτεύχθηκε κοινή θέση για το νέο πακέτο κυρώσεων, κάτι που είναι απαραίτητο για την επίτευξη οποιασδήποτε συμφωνίας. Ως αποτέλεσμα, οι διαπραγματεύσεις αναβλήθηκαν και αναμένεται να συνεχιστούν μετά από μία εβδομάδα, στις 23 Ιουλίου.
Τέσσερις διαφορετικές πηγές που συμμετείχαν στις σχετικές συνομιλίες φέρονται να ανέφεραν στους Financial Times ότι η ελληνική πλευρά υποστήριξε πως η προτεινόμενη απαγόρευση για τη μεταφορά ρωσικού LNG θα είχε σημαντικές συνέπειες για ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία, η οποία ειδικεύεται στη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι ίδιες πληροφορίες επισημαίνουν ότι ο Έλληνας πρέσβης υποστήριξε ενώπιον των Ευρωπαίων ομολόγων του ότι, εφόσον το πακέτο εγκριθεί χωρίς τροποποιήσεις, η εταιρεία θα δυσκολευτεί να αξιοποιήσει τον στόλο της σε άλλες αγορές. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που φέρεται να παρουσιάστηκε ενώπιον των υπολοίπων διπλωματών της ΕΕ, θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και στην πώληση των πλοίων της σε εταιρείες εκτός του δυτικού χώρου.
Με βάση τα στοιχεία ναυτιλιακών βάσεων εργασίας, η συγκεκριμένη εταιρεία διαθέτει συνολικά 27 πλοία μεταφοράς LNG. Περίπου το ένα τρίτο του στόλου αποτελείται από πλοία κατηγορίας πάγου Arc7, τα οποία έχουν σχεδιαστεί για να επιχειρούν στις ιδιαίτερα απαιτητικές συνθήκες της Αρκτικής και να εξυπηρετούν το έργο «Yamal LNG» στη βόρεια Ρωσία. Οι συγκεκριμένες μονάδες θεωρούνται υψηλής εξειδίκευσης και η αξία τους μπορεί να φτάσει έως και τα 300 εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο, σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα των Financial Times.
Μετά κυρίως από το φερόμενο ελληνικό μπλόκο, οι πρέσβεις των 27 κρατών - μελών της ΕΕ αναγκάστηκαν την Τετάρτη το βράδυ να συμφωνήσουν σε μια έκτακτη παράταση μιας εβδομάδας της ισχύουσας τιμής των 44,10 δολαρίων ανά βαρέλι, προκειμένου να κερδίσουν περισσότερο χρόνο για να συνεχιστούν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις στις 23/7. Χωρίς μια απόφαση, η τιμή θα είχε σημειώσει σημαντική άνοδο λόγω της αύξησης των παγκόσμιων τιμών που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν, αποφέροντας στη Μόσχα δισεκατομμύρια σε πρόσθετα έσοδα.
Αξιωματούχος της ΕΕ που ενημερώθηκε για την απόφαση δήλωσε υπό καθεστώς ανωνυμίας ότι η παράταση που δόθηκε είχε επίσης ως στόχο τη μελέτη των οικονομικών και τεχνικών επιπτώσεων των κυρώσεων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης μεταφοράς LNG. Την ίδια ώρα ωστόσο, άλλοι διπλωμάτες της ΕΕ εκφράζοντας δυσαρέσκεια για το φερόμενο ελληνικό βέτο, υποστήριζαν ότι «όλες οι εταιρείες των κρατών-μελών έχουν υποστεί απώλειες λόγω των κυρώσεων, οι οποίες επιβλήθηκαν με σκοπό να προκαλέσουν οικονομική ζημιά στη Μόσχα».
Υπενθυμίζεται ότι η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας μπροστά στο διαφαινόμενο αδιέξοδο είχε εκφράσει την περασμένη Δευτέρα 13/7 τη λύπη της για το γεγονός ότι η ΕΕ φαινόταν ότι δεν κατέληγε σε συμφωνία σχετικά με το 21ο πακέτο. «Φυσικά, τα κράτη-μέλη έχουν διάφορους λόγους [να αντιταχθούν], στόχος μας είναι να καταλήξουμε σε συμφωνία αλλά αν δεν καταλήξουμε σε συμφωνία, τότε θα αρχίσουμε να επεξεργαζόμαστε το Σχέδιο Β», είχε πει η Κάλας αναφερόμενη στο ανώτατο όριο τιμών του πετρελαίου.
Το Euronews απευθύνθηκε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών για σχόλιο. Μέχρι την δημοσίευση του παρόντος άρθρου, δεν είχε υπάρξει επίσημη αντίδραση από το ΥΠΕΞ ή γενικά από την ελληνική κυβέρνηση σχετικά με το περιεχόμενο του δημοσιεύματος των Financial Times ή με τη στάση που αποδίδεται στην ελληνική αντιπροσωπεία κατά τις διαβουλεύσεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.