Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

Bernarda Alba in memoriam: 7 γυναίκες έγκλειστες σε ένα σπίτι

Bernarda Alba in memoriam: 7 γυναίκες έγκλειστες σε ένα σπίτι
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Επτά γυναίκες κλεισμένες σε ένα σπίτι. Το κενό που δημιουργείται με το θάνατο του πατέρα οδηγεί σε αποκλεισμό τους από τον έξω κόσμο, στον εγκλεισμό τους για πάντα μέσα στο σπίτι. Βασισμένο στο θεατρικό έργο του Λόρκα «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», το «Bernarda Alba in memoriam», σε σκηνοθεσία Γιάννη Τσορτέκη, κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου την Τετάρτη 15 Απριλίου.

Ο Γιάννης Τσορτέκης έχει δημιουργήσει μια εντυπωσιακή performance. Παρουσιάζει το διάσημο έργο του Λόρκα, σαν μια σειρά από φωτογραφικά στιγμιότυπα, μια σειρά από μετόπες, όπου πρωταγωνίστριες είναι οι επτά γυναικείοι χαρακτήρες, που είναι πλέον εντοιχισμένοι στο σπίτι. Αναζητούν τρόπο να γλιτώσουν από την καταστολή της μητέρας, να βρουν την πολυπόθητη ελευθερία. Συζητήσαμε με τον σκηνοθέτη της παράστασης και γνωστό ηθοποιό, για ποιο λόγο αποφάσισε να ανεβάσει το δημοφιλές αυτό έργο του ισπανού συγγραφέα και ποια είναι η δική του προσέγγιση.

-Γιατί άλλη μια παράσταση της Μπερνάρντα Άλμπα;

Μου έκανε και εμένα εντύπωση, που έμαθα ότι παίζονται ήδη δύο έργα με θέμα τη Μπερνάρντα (Πνιγμονή, Αρκετά πια με την Αντέλα) και ετοιμάζεται και μια τρίτη παράσταση από τον Ένκε Φεζολλάρι. Εμένα το συγκεκριμένο έργο με απασχολεί 25 χρόνια. Από τη σχολή. Είναι το μόνο έργο που μου αρέσει τόσο πολύ και δεν μπορώ να παίξω. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση τότε, όταν συναντήθηκα για πρώτη φορά με το κείμενο, ήταν η απόγνωση αυτών των γυναικών, μέσα από τον εγκλεισμό που υφίστανται. Ήθελα από τότε να το ανεβάσω, αλλά τώρα τελικά ωρίμασαν οι συνθήκες. Το συζητούσαμε με μια φίλη, που μιλάει ισπανικά, την Πολυξένη Σταύρου να κάνει τη μετάφραση, κάτι που ολοκληρώθηκε τώρα. Γι’ αυτό και το ανεβάζω τώρα.

-Τι είχες στο μυαλό σου γι’ αυτό το ανέβασμα;

Ήξερα εξαρχής ότι η παράσταση δεν θα υπερβαίνει τη μία ώρα. Με ενδιαφέρει πάντα η πυκνότητα και η οξύτητα ενός κειμένου να είναι σε έναν πυκνό και οξύ χρόνο, ώστε το θέαμα και τα ζητήματά του να γίνονται αντιληπτά από τον θεατή. Γι’ αυτό το λόγο μου αρέσουν και στον κινηματογράφο, οι ταινίες μικρού μήκους. Από τότε λοιπόν που ξεκίνησα την ομάδα μου, τη «Ρόζμαρυ στην κορφή των λόφων» προσπαθώ όλες μου οι παραστάσεις να έχουν αυτή τη διάρκεια. Είναι ένας περιορισμός που βάζω εγώ στον εαυτό μου.

-Ποια ήταν η δραματουργική σου στόχευση;

Η στόχευσή μου, όσον αφορά στη δραματουργική επεξεργασία της Μπερνάρντα Άλμπα έχει να κάνει με ένα τρίπτυχο: τον εγκλεισμό των προσώπων, από τη στιγμή που επιστρέφουν στο σπίτι, τον αποκλεισμό τους από τον έξω κόσμο και ως επακόλουθο αυτών των δύο, την καταστολή που έρχεται από τη μάνα, την Μπερνάρντα. Γι’ αυτό το λόγο, πολλά στοιχεία του έργου του Λόρκα, που μας δίνουν μια περιφερειακή εικόνα του τι γίνεται έξω από το σπίτι, δεν τα χρησιμοποίησα. Δεν τα έβαλα, γιατί αυτό που είναι το κεντρικό ζήτημα του έργου, είναι αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στις γυναίκες, μέσα στο σπίτι. Αυτό λοιπόν που εγώ ήθελα να δω είναι τι γίνεται με αυτές τις γυναίκες από την στιγμή που καθίστανται έγκλειστες και συνειδητοποιούν τον εγκλεισμό τους. Δεν ήθελα λοιπόν να χρησιμοποιήσω κανένα στοιχείο, που θα μπορούσε να δώσει σ’ αυτούς τους χαρακτήρες τη δυνατότητα διαφυγής. Δεν ήθελα να αμβλύνω τον εγκλεισμό τους. Ήθελα να είναι όσο το δυνατόν πιο οξύς, πιο αρχετυπικός ως έννοια.

-Πώς γεννήθηκε η ιδέα για τις μετόπες;

Στις μετόπες έφτασα συνειρμικά μέσα από την ιδέα του εγκλεισμού. Πώς μου ήρθε; Στις μετόπες έχουμε ένα σύστημα που αναπτύσσεται πάνω σε ένα οικοδόμημα. Η μετόπη έρχεται να καλύψει ως συνθήκη μια οπή που υπάρχει πάνω στο κτίσμα. Γι’ αυτό και λέγεται μετόπη. Σε συνδυασμό τώρα, με μια υποσημείωση που είχε ο Λόρκα, στην αρχή του έργου, όπου ομολογούσε την επιθυμία του, το έργο να έχει τη θέση φωτογραφικού ντοκουμέντου, οδηγήθηκα στις μετόπες. Έτσι συνέδεσα την λειτουργία της μετόπης με την ουσία του φωτογραφικού ντοκουμέντου. Όλο αυτό μπολιάστηκε με την ιδέα του εγκλεισμού και φτάσαμε στους πρώτους περιορισμούς που μου έθετε πλέον μπροστά μου το έργο. Η δραματουργία και η φόρμα του έργου άρχισε να συνδέεται άμεσα με αυτές τις σκέψεις μου. Έτσι δημιουργήθηκε το περιβάλλον της παράστασης. Οι μετόπες είναι λοιπόν αυτά τα στιγμιότυπα του έργου. Αποδίδουν την ιστορία ενός ήρωα, ενός πολύ σημαντικού προσώπου σε δικό του όμως χώρο και χρόνο. Έτσι το είδα κι εγώ: ο κάθε χαρακτήρας ξεμαρμαρώνει, «ξεπαγώνει» από τη θέση του και να επαναμαρμαρώνεται σε ένα επόμενο στιγμιότυπο, σε μια επόμενη μετόπη, όπου η κάθε μία αποτυπώνει την εξέλιξη της ιστορίας μας. Αυτές οι γυναίκες, «εντοιχισμένες» μέσα σε έναν χώρο, έγκλειστες μέσα σε ένα σπίτι, επί της ουσίας μαρμαρωμένες και ανάγλυφες , αναζητούν την ρευστοποίησή τους, την ενεργοποίησή τους, τον τρόπο να «αποκολληθούν» από αυτό το μαρμάρωμα που βιώνουν μέχρι να μαρμαρώσουν εκ νέου στην επόμενη στιγμή, που θα είναι μια νέα μετόπη, ένας καινούριος μύθος.

-Ποια άλλα στοιχεία υποστήριξαν αυτή τη σκηνοθετική σου προσέγγιση;

Καταρχάς είναι η μετάφραση, που είναι από τα Ισπανικά. Δεν έχει καμιά σχέση με τις μεταφράσεις του έργου, που ήδη κυκλοφορούν. Μου αποκαλύφθηκε μια άλλη γλώσσα, που είναι ανθρώπινη και όχι ποιητική. Η γλώσσα που εμείς χρησιμοποιούμε, έχει μια τρέχουσα λειτουργική αξία. Αυτό ήταν εξαιρετικά σημαντικό γι’ αυτό που είχα στο μυαλό μου. Σ’ αυτό που κάνουμε εμείς, που δεν είναι παράσταση, αλλά performance, αυτό που με ενδιέφερε ήταν η πραγματική αναγκαιότητα της γλώσσας, ως ανάγκη του προσώπου. Με τον ίδιο τρόπο που ο χαρακτήρας έχει ανάγκη να σιωπήσει, έχει ανάγκη και να μιλήσει. Οπότε αυτά τα δύο είναι ισάξια. Γι’ αυτό το λόγο, ήμουν εξαρχής έτοιμος, το έλεγα και στις ηθοποιούς, ότι το τελικό αποτέλεσμα αυτού που είχα στο μυαλό μου, θα μπορούσε να ήταν μια παράσταση χωρίς λόγο. Γιατί δεν ήταν αυτό το ζητούμενό μου. Το ζητούμενό μου δεν ήταν να ακουστεί αυτό ως λόγος. Ήταν να ακουστεί ως συνθήκη. Και μέσα σ’ αυτή, επειδή είναι μια κλασματική, ακαριαία στιγμή όλη αυτή η σεκάνς, όλο το έργο, να μην προλάβει να ακουστεί ήχος. Συμπτωματικά «διευρύνουμε» αυτό το κλάσμα, το βλέπουμε μεγεθυμένο και άρα ακούμε κάτι από αυτό που έχει γίνει στην ιστορία μας.

-Τι σε ενδιέφερε λοιπόν σ’ αυτή την πραγματικότητα που δημιούργησες;

Σ’ αυτήν την πραγματικότητα, με ενδιέφερε η απρόβλεπτη αντίδραση πραγματικά στη στιγμή ενός προσώπου. Σ’ αυτό πρέπει να προσθέσεις ότι είναι καθαρή μου ανάγκη και κατεύθυνση να μην δραματικοποιείται ή να μην δραματοποιείται ο λόγος του έργου. Δηλαδή δεν με ενδιαφέρει ως δράμα. Με ενδιαφέρει ως πραγματικότητα. Το πώς θα το δει ένας θεατής ή ένας αναγνώστης δεν είναι δική μου υπόθεση. Εγώ δεν μπορώ να δω αυτά τα πρόσωπα να πάσχουν με την έννοια της ανάμνησης του πάθους τους, ή της ανάμνησης της ποιητικότητας του λόγου ενός ποιητή. Ούτε αυτό με αφορά. Αυτό που με αφορά είναι το πόσο ζωτικά αυτά τα πρόσωπα αντιδρούν σε μια εξαιρετικά συγκεκριμένη συνθήκη. Κι αυτό αρχίζει σταδιακά να βγαίνει στην επιφάνεια: σε τι αντιδρούν αυτά τα πρόσωπα. Κράτησα από το έργο, τον βασικό πυρήνα, τα πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι σε κάθε σπίτι: τη μάνα, τις πέντε κόρες και την παραμάνα. Σ’ αυτό το πλήρες σύστημα κτίζονται όλες οι αντιδράσεις και οι συγκρούσεις. Από εδώ εκπορεύεται η καταστολή και από εδώ αρχίζει όλο το πράγμα να αποκτά ισχυρή πολιτική υπόσταση, σε επίπεδο αξιών, σχέσεων. Ο κόσμος του Λόρκα έχει μια αφοπλιστική πραγματικότητα τόσο σκληρή, που δεν μπορεί να έχει τίποτε το λογοτεχνικό. Προκύπτει από αυτή τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, που είναι τόσο ανθρώπινη.

-Εσύ πώς βλέπεις τη συμπεριφορά της Μπερνάρντα;

Η συμπεριφορά της είναι σίγουρα αυταρχική, αλλά εκτείνεται και αφορά εντελώς διαφορετικά επίπεδα, ταξικά, κοινωνικά, πολιτικά, προσωπικά. Αν βλέπαμε όλη την ιστορία μέσα από μια κλειδαρότρυπα, οι κόρες που καταδυναστεύονται από αυτή τη συμπεριφορά, έχουν δημιουργήσει τέτοια αντισώματα, ώστε υποδέχονται, κατ’ επέκταση αποδέχονται αυτή τη συμπεριφορά, ως φυσιολογική. Το πρόσωπο που συγκρούεται και άρα για μένα συντρίβεται από αυτή τη συμπεριφορά, είναι μόνο η Μπερνάρντα. Αν απέδιδα όλη αυτή την ιστορία κινηματογραφικά, θα αποτύπωνα αυτή τη γυναίκα μέσα στην τεράστια μοναξιά της. Είναι μια Μπερνάρντα που έχει τέτοια απόγνωση και τέτοιο παράπονο, που θα έψαχνε σε όλο το έργο τρόπους να κρυφτεί και να λυτρωθεί με λυγμούς για να εμφανιστεί ξανά μπροστά στις υπόλοιπες γυναίκες του έργου στη συνέχεια σκληρή. Υπό αυτό το πρίσμα ξεκίνησα να δουλεύω διαισθητικά στην αρχή και στη συνέχεια λογικά.

-Στην παράστασή σου αποφεύγεις οποιοδήποτε ρεαλιστικό στοιχείο…

Δεν με ενδιέφεραν αυτά τα στοιχεία ποτέ. Ένα σπίτι, κάποια αντικείμενα. Μου είναι αδιάφορο σε ποιο σπίτι είναι αυτά τα πρόσωπα. Αν είναι στην Ισπανία, τη Σιβηρία ή κάπου αλλού. Δεν παίζει ρόλο που είναι. Το βασικό είναι ποια είναι, υπό ποιες συνθήκες είναι και σε τι αντιδρούν αυτά τα πρόσωπα, από τι επηρεάζονται. Αυτοί λοιπόν οι περιορισμοί άρχισαν να μας δημιουργούν μια φόρμα. Το αποτέλεσμα, που θα δείτε, μου αρέσει πολύ αισθητικά. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι αυτά τα όρια δεν προσδιορίζουν το έργο ή κάτι άλλο. Μπορούν και να μην υπάρχουν. Τα όρια, οι περιορισμοί που υφίστανται αυτές οι γυναίκες, ήδη τρέχουν για αυτές. Δεν είναι κάποια όρια, που αυτές περιμένουν να μπουν, για να περιχαρακωθούν πίσω από αυτά και να αρχίσει να λειτουργεί το πράγμα, να ξεκινήσει το έργο. Τα πάντα λειτουργούν ερήμην των ορίων, γιατί τα όρια υπάρχουν με απόλυτο τρόπο. Αυτό που έχω ανάγκη να δω εκεί μέσα, είναι την απόλυτη ελευθερία που γεννιέται μέσα στον απόλυτο περιορισμό και ποιας τάξης είναι. Δηλαδή τι είδους ελευθερία είναι αυτή που μπορεί να πάρει η κάθε μία. Άρα από τι επηρεάζεται και με τι πράγμα συγκρούεται, για να μπορέσει να διεκδικήσει αυτή την ελευθερία. Τα πρόσωπα σ’ αυτό το έργο δεν δρουν, αντιδρούν σε μια συνθήκη, σε ένα περιβάλλον. Από την αρχή.

-Με τον τρόπο που διάβασες εσύ τον Λόρκα, χάρις σ’ αυτή τη μετάφραση, τι ανακάλυψες;

Μέσα από αυτό το έργο, συνειδητοποίησα ότι ο Λόρκα δημιουργεί μια συνθήκη το 1936 στους σύγχρονούς του, να υποδεχθούν σκληρά πράγματα. Δεν αναφέρομαι σ’ αυτά που όλοι μας διαβάζουμε στο έργο και έχουν να κάνουν με δολοφονίες, αυτοκτονίες, τσαμπουκάδες. Μιλάω για άλλα που υπάρχουν μέσα στο κείμενο και δεν είναι ευανάγνωστα. Δεν τα πιάνεις με την πρώτη. Σ’ αυτά έγκειται η σκληρότητα. Έχουν να κάνουν με την ψυχοσύνθεσή του, με τα όνειρά του, με τον τρόπο ζωής του, με την ίδια δόμηση της προσωπικότητάς του. Στόχος του συγγραφέα είναι να περάσει στο κοινό του, μια σειρά από πράγματα, που δεν φαίνονται σε πρώτο επίπεδο. Γι’ αυτό και δημιουργεί αυτό το περιβάλλον. Είναι ένα έργο που ανοίγει ένα παράθυρο στο μέλλον και σηματοδοτεί ένα καινούργιο κεφάλαιο δημιουργίας στη ζωή του Λόρκα που δεν συνεχίστηκε, εξαιτίας της δολοφονίας του. Το έργο είναι τραγωδία με την έννοια του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. Είναι απόλυτο, λιτό και καθαρό.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Concept: Γιάννης Τσορτέκης, Σταύρος Γασπαράτος

Μετάφραση: Πολυξένη Σταύρου

Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Τσορτέκης

Μουσική σύνθεση: Σταύρος Γασπαράτος

Χορογραφία: Νάνση Σταματοπούλου

Φωτισμοί/Φωτογραφία: Σάκης Μπιρμπίλης

Κοστούμια: Κυριάκος Κατζουράκης

Βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Γιαννοπούλου

Ηθοποιοί: Φανή Αποστολίδου, Έλενα Αρβανίτη, Δόμνα Ζαφειροπούλου, Ελευθερία Ρουσάκη, Ιωάννα Πιατά, Ειρήνη Τσατώβ, Ελένη Φορτώση

Θέατρο του Νέου Κόσμου

Αντισθένους 7 & Θαρύπου, Νέος Κόσμος τηλ. 210 9212900

Μέρες παραστάσεων: Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο 21.15 & Κυριακή 19.00

Τετάρτη 15 Απριλίου- Κυριακή 31 Μαΐου

Διάρκεια παράστασης: 60΄

Ακολουθήστε το euronews στα Ελληνικά στο Facebook και στο Twitter

Το euronews δεν είναι διαθέσιμο στον Internet Explorer. Ο συγκεκριμένος browser δεν είναι ενημερωμένος από την Microsoft και δεν ακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις. Χρησιμοποιήστε κάποιον άλλο φυλλομετρητή, όπως Edge, Safari, Google Chrome ή Mozilla Firefox.