Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Η Ρένη Πιττακή, ο κόσμος του Ίψεν και το Θέατρο Τέχνης

Access to the comments Σχόλια
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Η Ρένη Πιττακή, ο κόσμος του Ίψεν και το Θέατρο Τέχνης

Η Ρένη Πιττακή επιστρέφει μετά από 15 χρόνια στο σπίτι της, εκεί όπου μεγάλωσε και έλαμψε. Γυρίζει στο θέατρο Τέχνης, γιορτάζοντας μάλιστα φέτος μισό αιώνα στο σανίδι. Πρωταγωνιστεί σε ένα άγνωστο έργο του Ερρίκου Ίψεν, ένα έργο δύσβατο που οι περισσότεροι σκηνοθέτες αποφεύγουν, γιατί δεν έχουν βρει τρόπο να το διαβάσουν, να το ξεκλειδώσουν. Ο Δημήτρης Καραντζάς υπογράφει το δύσκολο αυτό εγχείρημα.

Το «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί» είναι το τελευταίο θεατρικό του νορβηγού θεατρικού συγγραφέα. Ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μεταφυσικό στοιχείο. Σε έναν τόπο παραθερισμού πέντε άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, το θάνατο του εαυτού, το θάνατο των ιδιοτήτων, το θάνατο της νιότης και προσπαθούν να ξαναβγούν στη ζωή, απαλλαγμένοι από μεγάλες ιδέες, από εμπόδια, από τρόμους και αγκυλώσεις. Όλοι κάτι αναζητούν και μέσα από διάφορες συγκυρίες θα οδηγηθούν στην εκπλήρωση των επιθυμιών τους. Αναρωτιούνται διαρκώς αν έζησαν ή αν έχουν πεθάνει και δεν το ξέρουν. Πρόκειται για μια κριτική, σαρκαστική ματιά πάνω στο ρόλο και την αποστολή του καλλιτέχνη και πώς η τέχνη «κλείνει» τα μάτια των ανθρώπων που την υπηρετούν, σε σχέση με το τι συμβαίνει γύρω τους, αλλά και στους οικείους τους.

Η Ρένη Πιττακή μας μίλησε για το έργο, την επιστροφή στο Θέατρο Τέχνης και τα 50 χρόνια που συμπληρώνει φέτος στη σκηνή.

-Γιατί δεν έχουμε δει το «Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί»;

Από τότε που γράφτηκε, είχε αυτή τη μοίρα. Δεν είχε επιτυχία. Προφανώς, γιατί δεν έχει τη ρεαλιστική βάση, που έχουν τα προηγούμενα έργα του Ίψεν. Ανήκει στην ίδια εποχή με τον Μπόργκμαν και τον Μικρό Έγιολφ. Κεντρικό στοιχείο είναι η αναζήτηση του απόλυτου, το κυνήγι της εκπλήρωσης. Έχει ένα ρομαντισμό ως κείμενο, αλλά υπάρχουν και οι διαφορετικές εσωτερικές εντάσεις των ηρώων που έρχονται στην επιφάνεια. Απλά δεν έχει την αμεσότητα που έχουν τα προηγούμενα έργα του. Είναι ένα «απογειωμένο» κείμενο σε σχέση με τη γείωση που έχει για παράδειγμα το Κουκλόσπιτο.

-Αυτό το καθιστά δύσκολο τόσο για τον θεατή, όσο και για τον ηθοποιό που καλείται να το παίξει;

Απολύτως! Πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος προσέγγισης, ξεκλειδώματος αυτού του ερμητικού έργου, έτσι ώστε να λειτουργήσουν και αυτοί που είναι πάνω στη σκηνή και όσοι βρίσκονται από κάτω. Χρειάζεται λοιπόν να παίρνεις ρίσκο, όταν αναλαμβάνεις τέτοιες αποστολές. Εμείς κάνουμε μια πολύ συγκεκριμένη πρόταση, στην οποία βέβαια ελλοχεύουν και αρκετοί κίνδυνοι. Στηρίζεται πολύ στην κίνηση του ηθοποιού, στο ηχητικό περιβάλλον, αλλά και σε μια συνθήκη που δημιουργείται, ταυτόχρονης συνύπαρξης των ηθοποιών στον ίδιο χώρο. Βρισκόμαστε σ’ ένα χώρο αναχώρησης προς την εκπλήρωση των επιθυμιών των ηρώων του έργου. Είναι αρκετά περίπλοκο, καθώς ο ίδιος ο συγγραφέας συνταιριάζει στην ίδια σκηνή εντελώς διαφορετικούς σκηνικούς χώρους. Μοιάζει σαν όλοι μας να είμαστε προβολές του Ρούμπεκ, του καλλιτέχνη, που είναι ο πρωταγωνιστής του έργου. Όλοι μας κάτι διεκδικούμε από τη ζωή και τους γύρω μας στο έργο. Δεν περιμένουμε παθητικά το τέλος. Απλά ο κάθε χαρακτήρας, πρέπει να ξεπεράσει διάφορα εμπόδια για να μπορέσει να προχωρήσει.

-Ποια είναι τα θέματα που θίγει;

Το έργο έχει να κάνει με τον καλλιτέχνη και το τι συμβαίνει στο περιβάλλον του, με τη ζωή και τα πράγματα που πρέπει να διευθετήσουμε πριν την αποχαιρετήσουμε, με το θάνατο και πώς διαχειριζόμαστε το τέλος της ύπαρξής μας, με τον απολογισμό που πρέπει να κάνουμε και τις πράξεις για τις οποίες μετανιώνουμε. Πάνω από όλα όμως έχει να κάνει με το δίπτυχο ζωή και τέχνη.

-Είναι ένας εύκολος ρόλος; Υπάρχουν κάποια στοιχεία του χαρακτήρα που σας είναι οικεία και μπορείτε να πατήσετε πάνω σ’ αυτά;

Όχι είναι ένας δύσκολος ρόλος. Δεν είναι εύκολο για μένα να προσεγγίσω αυτόν τον χαρακτήρα. Μπορεί να έχω βρει κοινά στοιχεία με την ηρωίδα που υποδύομαι, αλλά αυτό δεν φτάνει. Είναι μια γυναίκα που αγάπησε ολοκληρωτικά τον καλλιτέχνη, καθώς ήταν το μοντέλο του, αλλά αυτό δεν μετουσιώθηκε σε μια πραγματική σχέση. Αυτά τα αισθήματα έγιναν στη συνέχεια αποπνικτικά για την ίδια, καταστροφικά. Εγκλωβίστηκε σ’ αυτό το πάθος και δεν άργησε όλο αυτό να γίνει στη συνέχεια τέλμα για αυτήν και μίσος για τον Ρούμπεκ. Αισθάνεται πεθαμένη. Έφτασε σ’ ένα άκρο, που κρύβει πολύ μίσος και επιθετικότητα για όλους τους ανθρώπους που την περιβάλλουν. Στο τέλος του έργου, αφήνει στην άκρη το μαχαίρι και βλέπει μια άλλη πλευρά της ζωής.

-Ο Δημήτρης Καραντζάς δουλεύει πολύ με τη φόρμα. Είναι κάτι που σας δυσκολεύει;

Σε όλα τα πράγματα χρειάζεται ένας μηχανισμός που να μπορεί να τα «ανοίξει», να τα ξεκλειδώσει. Ο ηθοποιός είναι μέρος αυτού του μηχανισμού και είναι αναγκαίο να είναι εκεί με όλες του τις δυνάμεις. Πρέπει να είναι απόλυτα διαθέσιμος, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει. Αλλιώς μπορεί να μην λειτουργήσει καθόλου όλο αυτό για τον θεατή. Από την άλλη πλευρά, η επιτυχία ή η αποτυχία μιας προσέγγισης έγκειται πολύ και στον τρόπο λειτουργίας αυτού του μηχανισμού. Περιμένω λοιπόν κι εγώ, επειδή είμαι από «μέσα», να δω αν λειτουργήσει αυτό που έχει στηθεί και στη δική μας παράσταση. Ούτως ή άλλως μερικές φορές δεν υπάρχει άλλη επιλογή, εκτός της φόρμας για να προσεγγίσεις κάποια σημαντικά έργα. Αυτό νομίζω ότι συμβαίνει και στην τωρινή περίπτωση. Δεν γινόταν αλλιώς.

-Σας αρέσει λοιπόν να δυσκολεύετε τη ζωή σας;

Είμαι Σκορπιός!! Μου αρέσει να ψάχνω καινούργια πράγματα. Θέλω συνεχώς αλλαγές στη ζωή και τις επιλογές μου.

-Τι βρήκατε σ’ αυτή τη δουλειά;

Μου αρέσει κυρίως ο τρόπος που ο Δημήτρης δουλεύει τον λόγο. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, βασίζεται, αναλύει, επενδύει στον λόγο. Μου φάνηκε πολύ εντυπωσιακό. Είναι πολύ δυνατός στο να φωτίζει τα πράγματα, τις λέξεις, που απελευθερώνουν το νόημα του έργου. Μου άρεσε πάρα πολύ η παράσταση του Φαέθοντα του Δημήτρη Δημητριάδη. Και αυτό μου δημιούργησε το ενδιαφέρον να συνεργαστώ μαζί του. Πάντα είναι η περιέργεια που με κινεί και καθορίζει τις επιλογές μου. Δεν σχεδιάζω τα πράγματα. Αντίθετα αφήνομαι σε αυτά που θα φέρει ο χρόνος και η συγκεκριμένη συγκυρία κάθε φορά.

-Έχουν αλλάξει τα πράγματα πλέον στο θέατρο;

Τα πράγματα έχουν αλλάξει ούτως ή άλλως τα τελευταία χρόνια στο θέατρο. Μου έχει λείψει μια κανονική παράσταση που να πάει όλη τη σεζόν και στην οποία να συμμετέχω. Έχω τρελαθεί λίγο με την ποσότητα των παραστάσεων στην Αθήνα, όπου δεν προλαβαίνεις πολλές φορές να δεις αυτά που θέλεις, καθώς ανεβαίνουν για πολύ λίγο και κάποιες μέρες της εβδομάδας.

-Μετά από 15 χρόνια επιστρέφετε στο θέατρο Τέχνης. Πώς είναι η επάνοδος στα γνωστά λημέρια;

Το Θέατρο Τέχνης είναι το σπίτι μου. Έχω ζήσει τα πάντα εκεί μέσα. Εγώ πλέον μετά από αυτά τα χρόνια της απουσίας δεν είμαι βέβαια η ίδια και αισθάνομαι το ίδιο και για το χώρο. Όλοι μας έχουμε αλλάξει. Το Θέατρο Τέχνης είναι πλέον κάτι άλλο, από αυτό που άφησα πίσω μου, όταν έφυγα. Ενθουσιάστηκα βέβαια πολύ από την παράσταση που κάναμε στην Φρυνίχου με την Μαριάννα Κάλμπαρη, το «Θέλω μια χώρα». Είδα απόφοιτους και τελειόφοιτους της σχολής που πραγματικά πυρπολούνταν από την αγάπη και τη δίψα να κάνουν θέατρο και αυτό πραγματικά με συγκίνησε. Φέτος, υπάρχει και μία μεγάλη επέτειος: συμπληρώνω 50 χρόνια στη σκηνή.

-Με ποιο έργο εμφανιστήκατε τότε;

Το 1966 πάτησα για πρώτη φορά στην σκηνή, παίζοντας στην παράσταση «Μαρά-Σαντ». Η Μάγια Λυμπεροπούλου έκανε την Σαρλότ Κορντέ και εγώ με την Κάτια Δανδουλάκη κάναμε τις αδελφές του ελέους. Ο πρώτος μου πρωταγωνιστικός ρόλος ήταν η Ρουθ, στον «Γυρισμό» του Χάρολντ Πίντερ, το Φεβρουάριο του 1967. Τη συγκεκριμένη παράσταση την κατέβασε πολύ γρήγορα η δικτατορία, τον Απρίλιο του ίδιου έτους.

-Το Θέατρο Τέχνης άλλαξε πραγματικά πρόσωπο από πέρσι, που ανέλαβε την καλλιτεχνική του διεύθυνση η Μαριάννα Κάλμπαρη. Πώς σας φαίνεται αυτή η αλλαγή;

Είναι σημαντικό που μπήκαν καινούργια πρόσωπα στο παιχνίδι. Έδωσε μια νέα πνοή, ένα ζωντάνεμα στο συγκεκριμένο θέατρο. Δεν λειτούργησε όμως πολύ το περσινό μοντέλο, καθώς οι παραστάσεις ήταν πολλές και παίζονταν για πολύ λίγο. Φέτος νομίζω ότι τα πράγματα πηγαίνουν πολύ καλύτερα, οι παραστάσεις είναι λιγότερες και έχουν και μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία σε σχέση με πέρσι. Θεωρώ ότι πρέπει να υπάρξει καλύτερη οργάνωση των πραγμάτων, όσον αφορά τη ροή των παραστάσεων και κυρίως να γίνει μια ανακαίνιση του Υπογείου, όπου τα σημάδια της φθοράς είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Χρειάζεται να βρεθεί μια χορηγία για την ανακαίνιση.

-Θα θέλατε να εμπλακείτε ξανά με κάποιο άλλον τρόπο με το Θέατρο Τέχνης;

Δεν ξέρω. Δεν θέλω να προδικάσω κάτι. Θα δούμε πώς θα κυλίσουν τα πράγματα. Δεν έχω αρκετές αντοχές πλέον για διοικητικές και οργανωτικές ευθύνες.

-Έχει λόγο ύπαρξης πλέον το συγκεκριμένο θέατρο, όταν ο ιδρυτής του και οι βασικοί συντελεστές του έχουν φύγει από τη ζωή ή δεν εργάζονται εκεί; Τι είναι αυτό που το διαφοροποιεί από την Πόρτα ή το Θέατρο του Νέου Κόσμου για παράδειγμα, όπου φιλοξενείται ένα εναλλασσόμενο ρεπερτόριο;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Γι’ αυτό άλλωστε έφυγα πριν από καιρό. Νομίζω ότι εδώ και αρκετό καιρό είναι ένα θέατρο σαν όλα τα άλλα και δεν έχει καμιά σχέση εδώ και πολλά χρόνια με την αρχική του αποστολή ή το αρχικό του στίγμα. Είναι καλό που υπάρχει η παρούσα αναζωογόνηση αλλά πλέον δεν υπάρχει μια διακριτική ταυτότητα. Παλιότερα, υπήρχε ένας τρόπος, μια σχολή. Δεν υπάρχουν πλέον κληρονόμοι ή συνεχιστές. Το μόνο που μένει είναι κάτω από αυτόν τον «θυρεό» να βγουν κάποιοι σκηνοθέτες, κάποιοι νέοι ηθοποιοί, είτε από μέσα, είτε απέξω. Στο θέατρο Πόρτα για παράδειγμα, ο Θωμάς Μοσχόπουλος είναι η «κόλλα» που συνδέει ηθοποιούς, σκηνοθέτες και άλλους επαγγελματίες του χώρου.

-Τι λείπει δηλαδή;

Γενικά λείπει η συγκολλητική ουσία σήμερα στο θέατρο. Αυτό σε κάνει να είσαι πιο αποστασιοποιημένος από τα πράγματα. Παλιά, υπήρχε ολοκληρωτική αφοσίωση στον Κουν και στο θέατρο που πρέσβευε. Δεν σκεφτόσουν τίποτε άλλο. Ούτε καν θέματα διαβίωσης. Μοιάζαμε με Ταλιμπάν του θεάτρου. Όταν έφυγε, δεν υπήρχε πλέον αυτή η μαγεία και άρχισε η αποστασιοποίηση. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις έγιναν ισχυρές. Σήμερα, ο ηθοποιός είναι διασπασμένος σε πολλές δουλειές και μετερίζια για να καταφέρει να ζήσει, για να καταφέρει να υπάρχει στο θέατρο. Από την άλλη υπάρχει μια νεολαγνεία που δεν βγάζει πουθενά, που δεν αφήνει τίποτε στο διάβα της.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο: Ερρίκος Ίψεν
Μετάφραση: Έρι Κύργια
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Ηχητική Δραματουργία: Δημήτρης Καμαρωτός
Σκηνικά: Πουλχερία Τζόβα
Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Κέλλυ Παπαδοπούλου
Βοηθός Ενδυματολόγου: Βασιλική Σουρρή
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Ερμηνεύουν: Αλεξία Καλτσίκη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Περικλής Μουστάκης, Ρένη Πιττακή, Μιχάλης Σαράντης, Μενέλαος Χαζαράκης

INFO
Υπόγειο
Πεσμαζόγλου 5, τηλέφωνο ταμείου: 2103228706
Τετάρτη 20.00 & Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή στις 21.15
Τετάρτη, Παρασκευή & Κυριακή 16€ | 12€ (μειωμένο – φοιτητικό) | 5€ (άνεργοι, ΑΜΕΑ)
Σάββατο 18 € | 12€ (μειωμένο – φοιτητικό) | 5€ (άνεργοι, ΑΜΕΑ)
Πέμπτη: 10 € γενική είσοδος
προπώληση: www.viva.gr