Έκτακτη είδηση
This content is not available in your region

«Η τάξη μας»: Δίνοντας φωνή στα θύματα της Ιστορίας

«Η τάξη μας»: Δίνοντας φωνή στα θύματα της Ιστορίας
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο Γιάννης Καλαβριανός ανεβάζει για πρώτη φορά στη χώρα μας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, το έργο «Η τάξη μας» (2008) του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ. Η παράσταση που παίχτηκε με μεγάλη επιτυχία τον χειμώνα στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ) ανεβαίνει στις 17 & 18 Ιουνίου στην Πειραιώς 260.

Πρωταγωνιστές δέκα καθολικοί και εβραίοι μαθητές του δημοτικού σχολείου της πολωνικής πόλης Γιεντβάμπνε. Στις επτά δεκαετίες που καλύπτουν με την αφήγησή τους, δίνουν φωνή σε όσους την έχασαν και αποκαθιστούν την αλήθεια που θάφτηκε για σχεδόν 60 χρόνια. Το 2009 το έργο κάνει πρεμιέρα στο Λονδίνο και από τότε παίζεται σε όλο τον κόσμο. Τι ακριβώς συνέβη στην κωμόπολη και σε ποια περιστατικά αναφέρεται;

Στις 10 Ιουλίου 1941, 1600 εβραίοι κάτοικοι του Γιεντβάμπνε συγκεντρώνονται με τη βία στην κεντρική πλατεία και οδηγούνται σε ένα στάβλο όπου και δολοφονούνται. Η επίσημη ιστορική αφήγηση καταδείκνυε τους ναζί ως δράστες της σφαγής, ωστόσο, 60 χρόνια μετά, το 1997 οι έρευνες της κινηματογραφίστριας Ανιέσκα Άρνολντ*απέδειξαν πως υπαίτιοι δεν ήταν οι Γερμανοί, αλλά οι συντοπίτες και γείτονες των θυμάτων, καθολικοί Πολωνοί, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων. Στη συνέχεια, ο *Ίαν Γκρος ένας πολωνοαμερικανός καθηγητής της ιστορίας στο Πρίνστον αποδεικνύει επιστημονικά ότι έτσι έγιναν τα γεγονότα, με την ανοχή των γερμανών κατακτητών, μέσα από το βιβλίο του «Γείτονες». Αυτό προκαλεί τεράστιες εντάσεις και συζητήσεις στη χώρα.

Τότε ξεκινάει ένα νέο πογκρόμ. 60 χρόνια μετά, καθολικοί κυνηγούν τους παππούδες Εβραίους που επέζησαν και μίλησαν για το αποτρόπαιο γεγονός. Άρχισαν να τους καίνε τα σπίτια, να τους πετάνε πέτρες. Μάλιστα ένα ζευγάρι επιζώντων που μίλησε για το τι έγινε αναγκάστηκε να μετακομίσει. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ακόμη πιο σκληρή παρά τις δεκαετίες που έχουν περάσει. Η επίσημη ιστορία της χώρας τελικά άλλαξε. Το 2001 ο Πρόεδρος ζήτησε συγνώμη και παραδέχτηκε πως εκεί συντελέστηκε ένα νέο είδος ολοκαυτώματος, η δολοφονία γείτονα από γείτονα.

Λίγες μέρες πριν την αθηναϊκή πρεμιέρα του έργου, συναντήσαμε τον Γιάννη Καλαβριανό και μιλήσαμε μαζί του για το έργο, για την έννοια της ατομικής και συλλογικής μνήμης, για το τι κάνει έναν άνθρωπο να μετατρέπεται σε τέρας και να σκοτώνει τον γείτονά του, για τη μη αποδοχή της διαφορετικότητας, αλλά και για τον μόνιμο φόβο για το ξένο.

-Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις αυτό το έργο στην Κύπρο; Τι σε ενδιέφερε αυτή τη φορά;

Έγινε λίγο ανάποδα. Η αρχική μου συζήτηση με τον ΘΟΚ ήταν να κάνουμε κάτι σαν το «Γιοι και κόρες» με ιστορίες από την ελληνική και την τουρκοκυπριακή πλευρά του νησιού. Να κάνουμε δηλαδή κάτι για τη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου, με αφηγήσεις ανθρώπων. Αυτό όμως ήθελε πάρα πολύ χρόνο. Οπότε ψάχναμε διάφορα άλλα έργα και μου πρότειναν την «Τάξη μας». Βασίζεται σε αληθινά περιστατικά και πάλι σε αφηγήσεις επιζώντων. «Παίζει» πολύ ωραία με την έννοια της αφήγησης και της αναπαράστασης. Οι χαρακτήρες δηλαδή παίζουν και αφηγούνται ταυτόχρονα. Μου φάνηκε λοιπόν εξαιρετικά ενδιαφέρον, όταν το διάβασα. Αισθάνθηκα ότι ήθελα να ψάξω αυτή την ιστορία και ότι άξιζε να περάσω ένα χρόνο της ζωής μου με αυτό το έργο.

-Μας έχεις συνηθίσει στα έργα που ανεβάζεις, οι ήρωες να είναι καλοί, θετικοί, να προβάλουν όμορφα πράγματα από τη ζωή τους. Σ’ αυτή την περίπτωση τι σε έφερε κοντά σ’ αυτούς τους ανθρώπους που σκότωσαν τους γείτονές τους, σε έκανε να ρίξεις φως στο σκοτάδι της ψυχής τους;

Ήταν κανονικοί άνθρωποι, όπως είμαστε όλοι μας. Δηλαδή οι δέκα πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι οι δέκα μαθητές μιας μεικτής τάξης εβραίων και καθολικών. Μέχρι τη στιγμή που έγινε το έγκλημα, ήταν απλοί, συνηθισμένοι άνθρωποι, όπως όλοι μας. Δεν έδειχναν ότι κάποιος είναι ο καλός και κάποιος ο κακός. Το έργο δείχνει πώς σε συγκεκριμένες στιγμές της ιστορίας και κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να βουλιάξει στον σκοτεινό του εαυτό. Είναι κάτι που ενυπάρχει σε όλους μας. Το έργο φωτίζει την ιστορία τους και μάλιστα με έναν τρόπο μας βοηθά να τους καταλάβουμε, όχι όμως να τους δικαιολογήσουμε. Καταρχάς δεν τσουβαλιάζει την κοινότητα: δεν αναζητεί δηλαδή την ομαδική ευθύνη, όπως έχει κάνει σε πάμπολλες περιπτώσεις η σύγχρονη ιστορία, δηλαδή να ομαδοποιήσει από τη μια μεριά τους θύτες και από την άλλη τα θύματα. Δηλαδή δεν είναι οι κακοί καθολικοί και οι καλοί Εβραίοι. Πρόκειται για περιπτώσεις ανθρώπων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Πολωνία, όπως και συνολικά στη Γερμανία, κάτι λειτούργησε και ένωσε τους ανθρώπους προς μια πολύ σκοτεινή περιοχή τους.

-Μια ομάδα ανθρώπων όμως κινήθηκε συλλογικά ενάντια σε μια άλλη ομάδα. Και οι δύο ομάδες είχαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Το έργο φανερώνει πώς τα πράγματα υποκινούνται. Οι άνθρωποι έχουμε συστατικά του χαρακτήρα μας, που όταν κάποιος τα εντοπίζει και θέλει να τα εκμεταλλευτεί, μπορεί πολύ εύκολα να μας σύρει αγεληδόν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Μπορεί να χαλιναγωγήσεις μια μάζα και να την κατευθύνεις προς κάπου. Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι έχουν έναν μηχανισμό άμυνας. Όχι στο να μην μας οδηγήσει εκεί, αλλά στο το να μας σώσει από εκεί. Υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα αρχών, αξιών, που λειτουργεί ως ένα κόφτης του κακού μας εαυτού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν λειτούργησε αυτός ο κόφτης. Το εντυπωσιακό είναι ότι έγινε ομαδικά και ενάντια σε ανθρώπους, που μέχρι τότε ζούσαν μαζί, δίπλα τους. Ήταν οι γείτονες τους, έκαναν παρέα. Η καθολική εκκλησία έπαιξε βασικό ρόλο σ’ αυτή την ιστορία.

-Τι λοιπόν φωτίζει το έργο;

Βλέπουμε την ιστορία των 10 χαρακτήρων από τότε που ήταν μαθητές, μέχρι το 2003, που πεθαίνει και ο τελευταίος. Βλέπουμε για 70 χρόνια, ποια ήταν η διαδρομή αυτών των ανθρώπων. Υπάρχουν επιζώντες και νεκροί και από τις δύο πλευρές. Όσοι επέζησαν από τα γεγονότα, δεν έζησαν καλά. Οι θύτες, που κουκούλωσαν τα γεγονότα και κατέλαβαν σημαντικές θέσεις, δεν έζησαν μια χαρά. Η κατάδυση στη σκοτεινή τους πλευρά δεν τους άφησε αλώβητους. Δεν προχώρησαν, ξεχνώντας τις πράξεις τους. Όλοι τους τσακίστηκαν, όπως αντίστοιχα τσακίστηκαν και όλες οι γενιές που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο εκεί, γιατί η ζωή τους στιγματίστηκε ανεξίτηλα από το γεγονός. Πρέπει να λάβουμε όμως υπόψη ότι η Πολωνία έχει πολύ περίεργη ιστορία. Έχει τεράστιο αριθμό Εβραίων και ταυτόχρονα μεγάλη ιστορία αντισημιτισμού. Μετά τον πόλεμο, «οργάνωσε» κάπως την κατάσταση και πήρε το ρόλο του θύματος, σε σχέση με τους κακούς Γερμανούς. Οι Γερμανοί στοχοποιήθηκαν, οι Πολωνοί αγιοποιήθηκαν. Εργαλειοποίησαν το γεγονός ότι ήταν θύματα. Ξαφνικά, ο ιστορικός που έκανε έρευνα για το τι έγινε εκείνη την περίοδο, αποκάλυψε ότι οι Πολωνοί σκότωσαν πολύ περισσότερους Πολωνούς από ότι σκότωσαν οι Γερμανοί. Ξεσηκώθηκε λοιπόν πολύς κόσμος με αφορμή αυτές τις αποκαλύψεις.

-Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και σήμερα, όπου διάφορες ομάδες κινητοποιούνται βίαια απέναντι σε διάφορες άλλες ομάδες, με αφορμή φυλετικά, κοινωνικά, εθνικά κίνητρα;

Αυτό ακριβώς συμβαίνει. Υπάρχουν διάφορες μορφές βίας. Στη σύγχρονη εποχή της κρίσης, ο άνθρωπος εμφανίζει διάφορα αυτόματα αντανακλαστικά, όταν αισθάνεται ότι απειλείται κοινωνικά, οικονομικά, ως ύπαρξη. Και στην ενδυνάμωση αυτών των αντανακλαστικών, κομβικό ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ σήμερα. Προβάλλουν με τέτοιο τρόπο τις ειδήσεις, που αυξάνουν το φόβο, τη βία και την αγανάκτηση όλου του κόσμου και όχι μόνο των άνεργων και των περιθωριακών απέναντι σε συγκεκριμένες ανθρώπινες ομάδες. Κατά τη γνώμη μου υπάρχει ένα χίπστερ της βίας, ένα σικ της βίας. Γιατί κοίταξε πώς προβάλλονται οι κινήσεις αλληλεγγύης, που δεν θεωρούνται κάτι κανονικό και αυτονόητο. Είναι για παράδειγμα η γιαγιούλα στη Λέσβο που βοηθάει τους μετανάστες. Εμφανίζονται σαν κάτι ξεχωριστό, διαφορετικό, μοναδικό, ενώ εγώ πιστεύω ότι χιλιάδες άνθρωποι είναι αλληλέγγυοι στους πρόσφυγες. Δυστυχώς, τα media δεν θέλουν να σταθούν στην αυτονόητη δική τους προσφορά.

-Τι θα άλλαζε αν προέβαλαν αυτές τις κινήσεις;

Αν έδειχναν αυτές τις κινήσεις, για όλους μας θα ήταν αυτονόητο, βγαίνοντας από το σούπερ μάρκετ να αφήσουμε μια σακούλα με τρόφιμα για τους μετανάστες ή για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες μας. Τα media επικεντρώνονται συνεχώς στην άνοδο της ακροδεξιάς, στην αύξηση της ανεργίας, στους νέους φόρους που έρχονται. Όλα αυτά δημιουργούν άγχος, ανασφάλεια στον πολίτη και τον προετοιμάζουν για άλλα πράγματα. Τον κάνουν να αισθάνεται ότι ζει σε μια ζούγκλα. Αυτό που λέω είναι ότι η μάζα, η κοινή γνώμη καθοδηγείται. Υπάρχουν παράλληλα όμως πολλοί άνθρωποι που βοηθούν τους πρόσφυγες, έχουν ανοίξει τα σπίτια τους και κάνουν τα πάντα για αυτούς. Εγώ ξέρω πολλές τέτοιες περιπτώσεις στη Θεσσαλονίκη. Δυστυχώς αυτά δεν βγαίνουν στις ειδήσεις. Έχουμε μια συλλογική εικόνα λοιπόν ότι όλοι έχουμε αγριέψει, αλλά υπάρχει και μια συλλογική εικόνα για μένα ότι όλοι έχουμε μαλακώσει. Εγώ για παράδειγμα δεν είχα ψάξει ποτέ ότι μπορούσα να αγοράσω μια σακούλα από το σούπερ μάρκετ και να την πάω κάπου. Τώρα το κάνω. Απλά όλα γίνονται γρήγορα του συρμού: και η αλληλεγγύη και ο φόβος και το μίσος. Είναι σαν να πωλούνται όλα. Και όταν γίνονται της μόδας, γρήγορα ξεθυμαίνουν. Που είναι αυτή τη στιγμή το προσφυγικό ζήτημα; Πού πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Δεν τους «παίζει» κανένα κανάλι.

-Η άρνηση του διαφορετικού είναι συνυφασμένη και με την ελληνική κοινωνία. Το βλέπουμε καθημερινά με διαφορετικές ομάδες που δεν βρίσκουν άκρη με το κράτος, με την πολιτεία και βρίσκονται στο περιθώριο, καθώς τους αρνούνται στοιχειώδη δικαιώματα που έχουν…

Η κοινωνία μας δυστυχώς δεν ευνοεί την διαφορετικότητα. Είναι έτσι φτιαγμένη, ώστε να μην δέχεται οτιδήποτε ξεφεύγει από τους στενούς της κανόνες. Αν έχεις την ατυχία και σε πετάξει για κάποιο λόγο έξω το ποτάμι και βγεις στην όχθη, την έβαψες. Σου μιλάω για κάτι απλό: σε χτυπάει για παράδειγμα ένα αυτοκίνητο και μένεις ανάπηρος. Δεν έχεις καμιά τύχη στο ελληνικό σύστημα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, η κοινωνία μας απλά ανέχεται το διαφορετικό, με την έννοια ότι σου κάνω τη χάρη, που υπάρχεις. Ότι μου οφείλεις που ζεις και αναπνέεις. Τα πράγματα όσον αφορά τα δικαιώματα των μειονοτήτων αλλάζουν με πολύ αργό ρυθμό. Αυτό δεν οφείλεται κατά τη γνώμη μου στην ίδια την κοινωνία που μπορεί να είναι πιο προχωρημένη, αλλά στους πολιτικούς και στην εκκλησία, που αρνούνται να προχωρήσουν. Πιστεύω ότι η κοινωνία είναι πολύ πιο ώριμη από την ηγεσία της σε τέτοια ζητήματα.

-Το συλλογικό τραύμα μιας κοινωνίας, οι πληγές της κλείνουν κάποια στιγμή; Ή απλά ο χρόνος καλύπτει τα πάντα και οδηγεί όλα τα περιστατικά στη λήθη; Υπάρχει μια ζωντανή διαδικασία διαχείρισης της μνήμης και του τραύματος;

Το τραύμα ονομάζεται συλλογικό γιατί αφορά την κοινότητα. Αλλά η εμπειρία είναι ατομική. Η διαχείριση λοιπόν είναι πάντα προσωπική και έχει να κάνει με το τι αποφασίζει ο καθένας να αφήσει πίσω του και να προχωρήσει. Γίνεται αναγκαστικά λοιπόν αυτή η διαχείριση. Το θέμα είναι αν τα γεγονότα και το τραύμα μας διδάσκουν κάτι. Εγώ είμαι πολύ απαισιόδοξος στην περίπτωση της Γερμανίας για παράδειγμα. Εδώ και 70 χρόνια έζησε με τη συλλογική ενοχή ότι έκανε κάτι πολύ κακό. Προσπάθησε μέσα από την παιδεία και την νομοθεσία να επεξεργαστεί τι έγινε εκείνη την εποχή. Τώρα λοιπόν θα έπρεπε να τα είχε εξαφανίσει όλα αυτά. Δεν το έχει καταφέρει.

-Άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια επιτυχία σε συλλογικό επίπεδο;

Ακριβώς. Όλα λοιπόν έχουν να κάνουν με το άτομο και τα ανθρώπινα σύνολα που εντάσσεται, οικογένεια, σχολείο, στρατός. Οι λόγοι που οδηγούν σε ακραίες συμπεριφορές είναι ανθρωπολογικοί και όχι πολιτικοί. Ο φόβος για τον ξένο, για τον άγνωστο υπάρχει. Μπαίνουμε σε ομάδες που μας συσπειρώνουν για κάποιο λόγο και μας διαχωρίζουν από άλλες ομάδες. Αυτά υπάρχουν πάντα ως εγγενή χαρακτηριστικά μιας κοινότητας. Αυτά αναδύονται και έρχονται σε κόντρα με κάποιους άλλους ανθρώπους. Το θέμα είναι πόσο έτοιμος και έξυπνος είναι ο καθένας μας για να καταλάβει την αληθινή φύση του και ποιοι είναι οι κρυφοί κοινωνικοί μηχανισμοί που στοχοποιούν ομάδες ή ανθρώπους, που είναι «διαφορετικοί». Για να το εξηγήσω απλά, πρέπει να καταλαβαίνεις ότι δεν φταίει ο Πακιστανός, αν εμένα ο Τσίπρας μου έκοψε το μισθό. Μην τρελαθούμε. Απλώς μπορώ να δείρω τον Πακιστανό. Γιατί δεν μπορώ να δείρω τον Λουξεμβούργιο. Υπάρχει μια μετακύλιση της βίας και της οργής προς τους αδύναμους και αυτούς που έχω στο χέρι.

-Τελειώνοντας η παράσταση, τι αίσθημα μένει στον θεατή;

Εγώ «κούνησα» λίγο το τέλος για να κρατήσω μια φράση. Οι χαρακτήρες ήταν κανονικοί άνθρωποι, που εκείνη τη χρονική στιγμή λειτούργησαν μη κανονικά. Κι αυτό τσάκισε όλη τους τη ζωή. Υπήρχε μια ομάδα, μία τάξη, που υπέστη μια ρήξη, που τους διέλυσε, που τους πέταξε σε άλλες συμπεριφορές, τους έστειλε σε άλλα σημεία του πλανήτη. Στο τέλος του έργου, υπάρχουν δύο επιζώντες, η μία στη Βαρσοβία και ο άλλος στη Νέα Υόρκη και στέλνουν ο ένας στον άλλο γράμματα. Σε ένα από αυτά καταλήγει: Παράξενες δεν ήταν οι ζωές μας;. Και αυτό είναι που μένει κατά τη γνώμη μου: όπως και να τα έχεις φτιάξει τα πράγματα, η ζωή έχει κάτι το απροσδιόριστο, που δεν μπορείς να αντισταθείς. Πρέπει να αφεθείς στις καραμπόλες της, στο τυχαίο. Και ξαφνικά στο τέλος σκέπτεσαι όλη τη διαδρομή σου έκπληκτος από πού ξεκίνησες και που έχεις καταλήξει. Αυτό είναι για μένα το συναίσθημα που μένει από το έργο: η συνειδητοποίηση του ευμετάβλητου της ζωής, ότι είμαστε ικανοί για πολύ σπουδαία αλλά και για πολύ αποτρόπαια πράγματα.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

«Η τάξη μας» του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ
Μετάφραση: Έρι Κύργια
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιώργος Γιάννου
Μουσική – Σχεδιασμός ‘Ηχου: Λευτέρης Μουμτζής
Κίνηση – Βοηθός Σκηνοθέτις: Αλεξία Μπεζίκη
Σχεδιασμός Φωτισμών: Σταύρος Τάρταρης
Ακουστικός Σχεδιασμός: Γιώργος Χριστοφή
Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Γιώργος Αναγιωτός, Δέσποινα Γιαννοπούλου, Ανδρέας Κούτσουμπας, Παναγιώτης Λάρκου, Μάριος Μεττής, Κώστας Σιλβέστρος, Τζωρτζίνα Τάτση, Ανδρέας Τσέλεπος, Έλενα Χαραλαμπούδη, Χάρης Χαραλάμπους

INFO
Πειραιώς 260
17-18 Ιουνίου
Ώρα έναρξης: 21.00
Διάρκεια: 2 ώρες και 10 λεπτά
Τιμές εισιτηρίων: 20 Ευρώ, 10 Ευρώ( Φοιτ), 5 (Άνεργοι-Α.μεΑ.)
Πληροφορίες