Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Εθνικό Θέατρο: Οι «Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι έγιναν όπερα

Access to the comments Σχόλια
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Εθνικό Θέατρο: Οι «Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι έγιναν όπερα

Λίγο πριν την ανατολή του 20ου αιώνα, το 1870-71, σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ρωσίας, μια μικρή επαναστατική ομάδα μηδενιστών, θα φέρει το χάος, ανατρέποντας την ήσυχη ζωή των κατοίκων της. Αυτή είναι συνοπτικά η υπόθεση των «Δαιμονισμένων» του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, ο οποίος αποτυπώνει με σκοτεινά χρώματα μια κοινωνία σε μετάβαση, αλλά και μια πινακοθήκη ανθρώπινων χαρακτήρων που προέρχονται από κάθε κοινωνική τάξη.

Στις 1200 και πλέον σελίδες του βιβλίου, καταγράφει τη ζωή στην τσαρική Ρωσία, μεταφέρει μοναδικά το πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της εποχής, έχοντας ως αφετηρία πραγματικά γεγονότα. Έρωτες, μίση, δολοφονίες, διώξεις, ιδεολογικές και θεολογικές συγκρούσεις κυριαρχούν στο πιο πολιτικό, ίσως έργο του ρώσου συγγραφέα.

Ο Θοδωρής Αμπαζής, αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, ανεβάζει τώρα τους «Δαιμονισμένους» με ένα διαφορετικό τρόπο στη σκηνή του Ρεξ. Δημιουργεί μια πρωτότυπη μουσική και δραματουργική σύνθεση, ένα θεατρικό ορατόριο, μια όπερα, στην οποία κυριαρχεί η μουσική και η χορικότητα: δώδεκα ηθοποιοί, πέντε μουσικοί και μια λυρική τραγουδίστρια συνδιαλέγονται επί σκηνής και δημιουργούν ένα σαγηνευτικό ψηφιδωτό διαφορετικών τεχνών, ερμηνεύοντας το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Μιλήσαμε μαζί του γι’ αυτό το απαιτητικό εγχείρημα.

-Δεν σε τρόμαξε το στοίχημα να κάνεις αυτό το πολυσέλιδο μυθιστόρημα συμφωνικό έργο;

Είχαμε προετοιμαστεί πολύ καλά, πριν φτάσουμε στις πρόβες. Είχαμε ετοιμάσει το κείμενο και το λιμπρέτο, με αποτέλεσμα να δουλέψουμε απερίσπαστα με τους ηθοποιούς από την αρχή. Είναι ένα συμφωνικό έργο με παρτιτούρα που έχει μεγάλο δείκτη δυσκολίας, καθώς και οι 18 συντελεστές είναι επί σκηνής και συμμετέχουν στις δράσεις και την αφήγηση σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Δεν υπάρχει καμιά στιγμή ανάσας γι’ αυτούς. Και πρέπει να προσέχουν την κάθε λεπτομέρεια, γιατί αν τους ξεφύγει έστω και μια ατάκα, τότε γίνεται χαμός. Είναι ένα κέντημα, που η παραμικρή αστοχία φαίνεται ή μάλλον ακούγεται στο αποτέλεσμα. Πέρα όμως από τα μουσικά στοιχεία, υπάρχουν και αμιγώς θεατρικές σκηνές.

-Τι κράτησες από το μυθιστόρημα;

Δεν μπορείς να φέρεις όλο το βιβλίο στη σκηνή, ιδίως λόγω του τρόπου που το ανεβάζουμε. Διαλέξαμε λοιπόν πέρσι με την Έλσα Ανδριανού τα κομμάτια που θεωρήσαμε πιο ενδιαφέροντα, τα κομμάτια εκείνα που μας δονούν περισσότερο σήμερα. Είναι τα αποσπάσματα αυτά που διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε. Αυτή ήταν η αφετηρία μας. Από εκεί και πέρα η βάση μας ήταν το βασικό τρίγωνο των ηρώων: ο Βερχοβένσκι, ο ανήθικος δήθεν επαναστάτης που στήνει μια ολόκληρη συνωμοσία στην πόλη, ο Σάτοφ, που ήταν παλιά στην οργάνωση αλλά την εγκατέλειψε και αντιπροσωπεύει το ηθικό στοιχείο και το κομμάτι της πίστης και ο Σταβρόγκιν, που βρίσκεται ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, που δεν είναι ούτε ηθικός, αλλά και ούτε ανήθικος. Είναι αυτός που αναζητά κάτι να πιστέψει. Η έλλειψη της ύπαρξης Θεού στη δική του συνείδηση τον οδηγεί στην απόλυτη απόγνωση και απομόνωση και τέλος στον θάνατο. Αυτό είναι το τρίπολο, το οποίο συμπληρώνουν οι υπόλοιποι βασικοί χαρακτήρες του έργου.

-Τι σας ενδιέφερε να αναδείξετε;

Μας ενδιέφερε κυρίως η πολιτική πτυχή του έργου. Το πώς δηλαδή σε μια εποχή κρίσης, μια ομάδα 5-6 ανθρώπων, ιδεοληπτικών φανατικών, που κατευθύνονται από τον Βερχοβένσκι, καταφέρνουν να οδηγήσουν μια ολόκληρη κοινωνία στο χάος. Θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά επίκαιρο στις μέρες μας. Γι’ αυτό και στο τέλος του έργου έχουμε βάλει μια παράβαση, στην οποία αναφερόμαστε στο σήμερα, σε όλους αυτούς τους Βερχοβένσκι που υπάρχουν γύρω μας και οδηγούν τη ζωή μας στην καταστροφή. Έτσι κλείνουμε με το δικό μας καταγγελτικό τρόπο το έργο.

-Πώς διαχειριζόμαστε λοιπόν τους σύγχρονους Βερχοβένσκι;

Προσπαθούμε να βρούμε τρόπο να τους αντιμετωπίσουμε. Δυστυχώς η κοινωνία μας είναι ανοχύρωτη και ευάλωτη σε τέτοια άτομα. Πρέπει να επενδύσουμε σε στοιχεία που μπορούν να αυξήσουν την άμυνά μας, την ετοιμότητά μας και τη μόρφωσή μας, την παιδεία μας. Δεν πρέπει να αφήνουμε χώρο σε κάθε «παράσιτο», που ετοιμάζεται να εκμεταλλευτεί τις καταστάσεις. Πρέπει να γίνουμε πιο δυνατοί, να ξεπεράσουμε την κατάθλιψή μας, για να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε πράγματα στην ζωή μας. Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε κάνουμε κι εμείς τέχνη. Ανεβάζουμε αυτά τα έργα. Για να ξυπνήσουμε τον κόσμο, να παλέψει για μια καλύτερη ζωή. Θέλουμε να του θυμίσουμε ποιος είναι ο λόγος να σηκώνεται το πρωί από το κρεβάτι του και να διεκδικήσει κάτι στη ζωή του.

-Ποια είναι το αίσθημα που σου μένει βλέποντας την παράστασή σας;

Νομίζω ότι υπάρχει μια έντονη συγκίνηση που προκύπτει στο τέλος. Αλλά και μια έντονη συντροφικότητα που βγαίνει από τη συνύπαρξη όλων αυτών των ανθρώπων επί σκηνής. Σου δίνει μια χαρά και μια ελπίδα η αλληλεγγύη τους. Αυτό μετατοπίζει το αρχικό πλαίσιο του μυθιστορήματος, που είναι σκοτεινό, δυσοίωνο, και κυνικό.

-Σε τι εστιάζει η μουσική σου;

Η μουσική, για μένα, έχει να κάνει με τα πάντα. Με το πώς στέκεται ένα σώμα, πώς κινείται στο χώρο, πώς λειτουργεί σε σχέση με τα υπόλοιπα σώματα. Όλα αυτά είναι μουσικά στοιχεία για μένα, που έχουν εξαιρετική σημασία. Μπορεί να μην τα ακούει κανείς, αλλά τα βλέπει. Λειτουργούν στη συνολική σύνθεση, ως ένα κομμάτι της ενορχήστρωσης. Με ενδιαφέρει λοιπόν πέρα από τη μελωδία και η οπτική μουσική που δημιουργείται, κατά τη διάρκεια της παράστασης. Όλα αυτά μαζί δημιουργούν ένα παλίμψηστο, το οποίο αποτελείται από τη μουσική, την κίνηση, το βίντεο, το φως, την ερμηνεία. Όλα μαζί συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα.

-Με άξονα τη μουσική δουλεύεις παράλληλα και τον λόγο.

Η χορικότητα είναι κάτι που με ενδιαφέρει πάρα πολύ, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, από την εποχή που έκανα τις «Σοφολογιότατες». Με ιντριγκάρει πολύ πώς ο λόγος πολλαπλασιάζεται, μεγεθύνεται, μικραίνει, υπάρχει αντίστιξη και πώς αυτό γίνεται με τη μουσική. Ο λόγος λοιπόν ενορχηστρώνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο στη σκέψη μου. Ξεκινώ τη δουλειά, από το μονόλογο, το σόλο του καθενός και αυτό μετά επεκτείνεται και μοιράζεται κάθε φορά από στόμα σε στόμα. Μπορείς να κάνεις δεκάδες συνδυασμούς, ανάλογα με την παρτιτούρα και το κείμενο που έχεις μπροστά σου. Ο λόγος σπάει σε δεκάδες κομμάτια, που δημιουργούν τελικά ένα συγκινησιακό περιβάλλον, που σε επηρεάζει όσον αφορά την πρόσληψη της ιστορίας με έναν διαφορετικό τρόπο.

-Χρησιμοποιείς αυτή τη μέθοδο, αυτή την τεχνική πολλά χρόνια. Αισθάνεσαι ότι έχεις ανακαλύψει έναν διαφορετικό δρόμο προσέγγισης των κειμένων και ότι αυτό που κάνεις έχει μια εξέλιξη;

Είναι συστηματική η μελέτη. Κάθε παράσταση έχει ένα ζητούμενο και η έρευνα που γίνεται κάθε φορά, αφορά αυτό το ζητούμενο. Έτσι υπάρχει μια εξέλιξη όλα αυτά τα χρόνια και μια καλύτερη γνώση του πώς να την χρησιμοποιήσεις και τι να βγάλεις. Με τους «Δαιμονισμένους» είναι η πρώτη φορά που θα δοκιμαστεί αυτή η τεχνική σε μεγάλη φόρμα, γιατί οι «Έμποροι των Εθνών» και ο χορός του καλοκαιρινού «Οιδίποδα Τυράννου» ήταν πιο μικρά σύνολα. Όταν αναφέρομαι σε μεγάλη φόρμα, μιλάω για διαστάσεις όπερας. Αυτό είναι το ζητούμενο εδώ. Αν μπορεί να εφαρμοστεί δηλαδή.

-Είναι ένα απαιτητικό θέαμα, διαφορετικό. Σε απασχολεί ότι παίζεις στο Ρεξ, σε ένα θέατρο που έχει εμπορικά χαρακτηριστικά μέχρι τώρα;

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για μένα. Το πώς αυτή η παράσταση να μην αφορά μόνο τους μυημένους, όσους ασχολούνται και καταλαβαίνουν από μουσική. Παίζουμε σε μια αίθουσα 600 θέσεων και αυτό το έλαβα υπόψη, όταν έγραψα τη μουσική της παράστασης. Το μελωδικό υλικό που χρησιμοποίησα είναι πολύ πιο ήπιο, πολύ πιο βατό στο αυτί υπό μια έννοια, για να μην τρομάξει το κοινό. Δεν με ενδιαφέρει μόνο η μουσική, αλλά και η δραματουργία και το συγκινησιακό κομμάτι. Δεν θέλω να φτιάξω μια εγκεφαλική κατασκευή, που να πει κάποιος πώς το κατασκεύασα όλο αυτό. Αυτά τα κάναμε τη δεκαετία του ’60, του ΄70 και του ’80. Θέλω όλη αυτή η σκέψη να είναι προς όφελος της δραματουργίας, της αφήγησης και να μπορέσει να αγγίξει τον κόσμο. Δεν θέλω να μπουν οι θεατές από το μυαλό στην παράσταση, αλλά μέσα από τις άλλες αισθήσεις. Ήθελα να φτιάξω έναν φιλόξενο κόσμο και να παρουσιάσω τα πράγματα που με συγκινούν.

-Τι νομίζεις ότι σου προσφέρει αυτό το έργο;

Νομίζω ότι σε κάνει να συμφιλιωθείς με τον δαίμονά σου, με τη σκοτεινή πλευρά που έχει ο καθένας μας μέσα του. Ψάχνοντας στο μεδούλι της ψυχή μας, συναντιόμαστε με το θεϊκό μας στοιχείο. Αυτό στο τέλος μας κάνει πιο σοφούς και μας απελευθερώνει.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου
Σκηνοθεσία-Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής
Διασκευή – Δραματουργία επεξεργασία: Έλσα Ανδριανού
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Σκηνικά-Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Video-art: Στάθης Αθανασίου
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελεάνα Τσίχλη
Β’ βοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Κυριακάκης
Διανομή: Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Τζωρτζίνα Δαλιάνη, Μαρία Ζορμπά, Δημήτρης Ήμελλος, Ειρήνη Καράγιαννη, Αναστασία Ραφαέλα Κονίδη, Κώστας Κορωναίος, Νέστορας Κοψιδάς, Καλιρρόη Μυριαγκού, Γιάννης Νιάρρος, Θέμης Πάνου, Δανάη Σαριδάκη, Αντιγόνη Φρυδά

INFO

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-ΘΕΑΤΡΟ REX-ΣΚΗΝΗ «ΜΑΡΙΚΑ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ»
Πανεπιστημίου 48 , τηλ. 210.3305074 (μέσω πιστωτικής κάρτας), στο http://www.ticketservices.gr/el/NationalTheatre/
και στο www.n-t.gr
Κρατήσεις για συλλόγους: 210. 5288178

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη-Κυριακή: 19:00
Τιμές εισιτηρίων: 20€, 15€, 10€ (φοιτητικό), Τετάρτη και Πέμπτη ενιαία τιμή 13€