Euronews is no longer accessible on Internet Explorer. This browser is not updated by Microsoft and does not support the last technical evolutions. We encourage you to use another browser, such as Edge, Safari, Google Chrome or Mozilla Firefox.

Έκτακτη είδηση

Έκτακτη είδηση

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Ο Καντίντ είναι το τώρα της ελληνικής πραγματικότητας»

Θωμάς Μοσχόπουλος: «Ο Καντίντ είναι το τώρα της ελληνικής πραγματικότητας»
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Μόλις έχει επιστρέψει από τον Καναδά, όπου είχε πάει να οργανώσει το ανέβασμα της περσινής «Δίκης» του από καναδούς ηθοποιούς. Έπαθε την πλάκα του άλλη μια φορά με τον επαγγελματικά άρτιο τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα στην καναδική θεατρική πραγματικότητα. Η επιστροφή στην Ελλάδα τον έχει «γειώσει», καθώς εδώ τίποτε δεν αλλάζει. Η ασάφεια, η απραξία και προπάντων τα προβλήματα αυξάνονται καθημερινά.

Αυτό ήταν το πρώτο θέμα που κυριάρχησε στη συζήτηση που κάναμε με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Φέτος ανεβάζει στο θέατρο Πόρτα, από την Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου, ένα από τα σημαντικότερα έργα των γαλλικών γραμμάτων, το «Καντίντ ή η Αισιοδοξία» του Βολταίρου. Το έργο είναι συμπαραγωγή με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης, όπου παρουσιάστηκε το προηγούμενο διάστημα.

Ο Καντίντ ήταν μια καλή αφετηρία για να μιλήσουμε στη συνέχεια και για την έννοια της ομάδας στις μέρες μας, για την πληθωρική αθηναϊκή θεατρική πραγματικότητα, αλλά και για την εποχή της κρίσης που δεν λέει να τελειώσει.

-Γιατί επέλεξες να ανεβάσεις τον «Καντίντ» του Βολταίρου φέτος;

Η φράση του Βολταίρου «Η κοινή λογική δεν είναι και τόσο κοινή» είναι για μένα ο οδηγός στη συγκεκριμένη παράσταση και το απόλυτο αίτημα στις μέρες μας. Η προσγείωση όχι δηλαδή στον αυστηρό ρασιοναλισμό αλλά στην πραγματικά κοινή λογική. Κάποια στιγμή πρέπει να καταφέρουμε να λέμε όλοι το άσπρο, άσπρο και το μαύρο, μαύρο και να μην φοβόμαστε ότι θα πέσουμε στο τέλμα της κοινοτοπίας. Ο Βολταίρος είναι η απαρχή για μένα αυτού που λέμε: «Λέω ότι βλέπω». Γι’ αυτό μου αρέσει αυτή την στιγμή πολύ. Ταιριάζει σ’ αυτό που αισθάνομαι. Ξαναδιαβάζοντας τον Καντίντ, κατάλαβα ότι αυτό είναι το «τώρα» της ελληνικής πραγματικότητας.

-Πώς φωτογραφίζει την ελληνική πραγματικότητα;

Έχουμε χάσει εντελώς την κοινή λογική. Είμαστε σε ένα παραλήρημα ακραίας αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Κοινή λογική είναι αυτό που λέγεται στο τέλος του έργου: «Καλλιεργούμε τον κήπο μας». Όχι με την στενή έννοια κάνε τη δουλίτσα σου και μην ανακατεύεσαι. Αλλά κάνε. Αυτό είναι το σημαντικό: κάνε κάτι. Εμείς ως πολίτες και ως χώρα είμαστε ακόμη, μετά από τόσα χρόνια κρίσης, στη θεωρία και τη συζήτηση. Αυτό με έχει κουράσει αφόρητα. Γιατί οτιδήποτε κι αν λέμε στο δια ταύτα κρινόμαστε όλοι. Το έργο αφορά το τώρα στον απόλυτο βαθμό, γιατί χάνουμε εντελώς ακόμη και την πιο απλή μορφή συνεννόησης. Υπάρχει ένα κοινωνικό συμβόλαιο και με βάση αυτό πρέπει ο καθένας μας να τηρήσει κάποιους όρους. Σήμερα όλα αλλάζουν πολύ γρήγορα και κανένας δεν δέχεται καμιά σύμβαση, που να βασίζεται στην κοινή λογική και την κοινή συμφωνία.

-Τι συμβαίνει λοιπόν στον Καντίντ;

Το φιλοσοφικό και σαρκαστικό γείωμα που έχει ο Βολταίρος είναι αυτό που με γοήτευσε. Είναι αυτό που θέλω να πω για μένα τώρα. Το έργο σατιρίζει τον άνθρωπο που δέχεται τα πάντα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτός είναι ο Καντίντ. Σκέψου πόσοι άνθρωποι στις μέρες μας, παίρνουν μια ιδεολογία ως κάτι δεδομένο. Μια αντιδραστική, ακραία ιδεολογία. Δεν την αμφισβητούν, δεν την κρίνουν, την υπηρετούν τυφλά, ενώ γύρω τους υπάρχουν δεκάδες στοιχεία που αποκαλύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα της, τον προσανατολισμό και τους στόχους της. Κάθε εποχή έχει λλοιπόν τους Καντίντ της. Είναι ο ίδιος χαρακτήρας τότε και τώρα. Μοιάζει σαν την παιδική, την εφηβική ηλικία όλων μας. Είναι η εποχή που θέλουμε να πιστέψουμε σε κάτι με όλη μας την ψυχή. Υπάρχει μια αθωότητα συνδυασμένη με ένα τάξιμο. Στο τέλος όμως τρώμε τα μούτρα μας. Το πολύ αισιόδοξο, μέσα στην απαισιόδοξη οπτική του Βολταίρου είναι ότι ο ήρωας δεν αποκαρδιώνεται από τα χαστούκια. Βρίσκει τον εαυτό του, ο οποίος είναι λιγότερο εντυπωσιακός από την αρχή, πιο ταπεινός εν τέλει και πιο αποτελεσματικός. Αυτή η αποτελεσματικότητα, αυτός ο φονξιοναλισμός με απασχολεί πάρα πολύ.

-Πρόσθεσες κάποια άλλα στοιχεία στο έργο;

Πρόσθεσα πολύ λίγα πράγματα. Η δραματουργική οπτική είναι βέβαια εντελώς διαφορετική από ότι ήταν στην «Δίκη». Στη Δίκη ήμασταν πολύ πιστοί στην αφηγηματική γραμμή. Εδώ πιάνω την ιστορία από το μεσαίο κεφάλαιο, όπου όπως λένε κάποιοι μελετητές, από εκεί που ο Βολταίρος ήταν μυθιστοριογράφος έγινε δημοσιογράφος. Σχολιάζει όλο το γίγνεσθαι της κοινωνίας του Παρισιού. Αυτοσαρκάζεται. Όλη η δράση λοιπόν επικεντρώνεται στο σαλόνι της Μαρκησίας ντε Παρλινιάκ. Εκεί, επειδή χρειαζόμουν περισσότερους διαλόγους, πήρε πολλές φράσεις από salons της εποχής, από αποφθέγματα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής, ως ευφυολογήματα. Είναι λοιπόν ένα καινούργιο έργο πάνω στον Καντίντ. Πολύ πιστό όμως στο αρχικό.

-Τι σου αρέσει στο έργο;

Έχει έναν απλό, παραβολικό χαρακτήρα. Είναι εύπεπτο και εύληπτο για τον αναγνώστη και τον θεατή. Είναι ευθύ. Και δεν είναι καθόλου φορτωμένο. Έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Μπορεί κάποιος να το πάρει ελαφρά ή σοβαρά, ανάλογα με τον βαθμό που εμπλέκεται. Το καλό είναι ότι δεν είναι φλύαρο. Η δική μου διάθεση είναι αυτοσαρκαστική. Βλέπω τον εαυτό μου σε πολλά σημεία του έργου και με κοροϊδεύω. Το κυριότερο όμως είναι ότι μέσα από τον σαρκασμό και την δηκτικότητα δεν υπάρχει διάθεση καταγγελίας. Αντίθετα η διάθεσή μου είναι τρυφερή. Η παράσταση είναι σαν να λέει ότι όλοι είμαστε έτσι. Ας μαλακώσουμε λίγο. Ας σχετικοποιήσουμε λίγο τις δυστυχίες και τις ευτυχίες μας. Τα πράγματα είναι πιο μικρά. Αυτή η ανάγκη μιας πιο intime συναλλαγής και συνδιαλλαγής είναι αυτό που αφορά εμένα στο έργο.

-Τι αυτοαναφορικό βρίσκεις στον Καντίντ;

Κι εγώ ξεκινώντας τη ζωή μου είχα μεγάλα όνειρα, μεγάλες ιδέες και πίστευα σε μεγάλες ιδεολογίες για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Και τώρα απλά κάνω τη δουλειά μου. Όσο σκέφτομαι πόσα πράγματα έχω αφορίσει στη ζωή μου και μετά γνωρίζοντάς τα, όχι απλά τα δικαιολογώ και τα καταλαβαίνω, αλλά τα υιοθετώ κιόλας… Αισθάνομαι ότι δεν τα θέλω όλα αυτά πλέον. Δεν μπορώ τους ανθρώπους που είναι φανατικοί, που δεν είναι διαλλακτικοί. Και πρέπει να σου ομολογήσω ότι στο παρελθόν ήμουν ένας πολύ απόλυτος άνθρωπος. Ακραία απόλυτος. Παρόλα αυτά, λόγω του background από την οικογένειά μου, είχα το πλεονέκτημα να σκέφτομαι παραπάνω. Ακόμη και να μετανιώνω και να επανεκτιμώ κάποια πράγματα. Έχω όμως την εντύπωση ότι το κομμάτι της παιδείας έχει χαθεί και αυτό είναι κάτι που έχουμε περισσότερο ανάγκη από οτιδήποτε άλλο σήμερα. Ένας 20χρονος μπορεί να βλέπει απόλυτα τα πράγματα. Αν έχει παιδεία, αισθάνεται ότι υπάρχει κάτι διαφορετικό, αλλιώς είναι απόλυτα τυφλωμένος. Μπορεί να κάνει λάθος για την απολυτότητά του, αλλά αυτό δεν θα του δημιουργήσει θυμό ή ματαίωση. Θα τον βοηθήσει να κάνει κάποια στιγμή μια επανεξέταση των πραγμάτων και να οδηγηθεί κάπου αλλού. Όταν όμως είσαι μετέωρος, απλά θυμώνεις.

-Έχεις δηλαδή την αίσθηση ότι έχουμε ανάγκη έναν νέο διαφωτισμό;

Ναι. Με τη διαφορά όμως ότι στη χώρα μας έχουμε ανάγκη περισσότερο από έναν νέο ανθρωπισμό. Πιο πίσω δηλαδή ακόμη. Μας λείπει η Αναγέννηση για να φτάσουμε στον Διαφωτισμό. Ναι. Νομίζω ότι έχουμε την ανάγκη να τακτοποιήσουμε λίγο τη λογική των πραγμάτων και να φύγει λίγο ο σκοτολαγνικός φανατισμός σε όλα τα επίπεδα. Έχει πέσει πολύ παράλογο συναίσθημα στη χώρα μας και έχουμε αγνοήσει εντελώς την λογική. Εγώ δεν εμπιστεύομαι το συναίσθημα, τόσο λόγω της ταχύτητας μετάβασής του, όσο και λόγω της μεταβλητότητάς του. Τώρα είμαι έτσι, μετά από τρία δευτερόλεπτα είμαι κάτι άλλο. Η λογική μου δεν αλλάζει τόσο εύκολα.

-Εσύ έχεις επαναθεωρήσει βασικές σου αρχές, ακριβώς λόγω της ωρίμανσής σου;

Δεν έχω αλλάξει τους προσανατολισμούς μου. Δεν μπορούσα, ούτε μπορώ τις κωλοτούμπες. Έχω σχετικοποιήσει πάρα πολύ την κριτική μου διάθεση απέναντι στα πράγματα. Προσπαθώ να κατανοήσω τις αιτίες και όχι να τα κατατάξω αυτόματα σε σωστό και λάθος. Δεν είναι πάντα εύκολο. Όσον αφορά εμένα, βλέπω τα λάθη μου, τα αναλύω και προσπαθώ να τα κατανοήσω περισσότερο. Δεν έχω κάνει όμως κάτι που να με κάνει να ντρέπομαι. Άλλωστε πιστεύω ότι ο σημερινός Θωμάς είναι αποτέλεσμα και των λαθών που έκανε. Από την άλλη θεωρώ ότι η συναισθηματική μου επένδυση πάνω στη δουλειά θα έπρεπε να ήταν πιο μετριασμένη. Νομίζω ότι φόρτισα τα πράγματα, από ανάγκη δική μου, με περιττά συναισθήματα. Θα μπορούσαν να υπάρχουν βαθμοί συμπάθειας και εκτίμησης του περιβάλλοντος, ώστε το συναίσθημα να μην με οδηγούσε και να μην με οδηγεί σε θυμό. Αυτός ο θυμός δεν με έχει βοηθήσει σε κάτι. Από την άλλη πλευρά, δεν μπορώ να τον καταπιέσω κιόλας. Θα τον διαχειριστώ με κάποιο τρόπο.

-Από πέρσι, δεν συνεργάζεσαι με την ομάδα ηθοποιών με την οποία δούλευες αρκετά χρόνια. Άρχισες να δουλεύεις με νέους ηθοποιούς. Δεν πιστεύεις πλέον στην δύναμη της ομάδας; Έχει αλλάξει κάτι μέσα σου;

Η ομάδα είναι μια κατάσταση που πρέπει να τη δημιουργήσουν όλοι οι άνθρωποι που την αποτελούν ταυτόχρονα. Νομίζω ότι πλέον δεν υφίσταται στην εποχή μας. Είναι ιδεολογικό λάθος. Υπάρχει ισοτιμία στις σχέσεις, μπορεί να υπάρχει διαφάνεια και ενημέρωση, αλλά τις αποφάσεις τελικά τις παίρνει ένας. Στο παρελθόν, νομίζω ότι όλο ξεκινούσε από δικό μου φόβο να πάρω την ευθύνη και έβαζα μπροστά την ομάδα. Στην ουσία, είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία όπου ο καθένας έβαζε το καλύτερο δυνατόν κομμάτι του, αλλά τις αποφάσεις τις έπαιρνα εγώ. Έτσι λειτουργεί αυτό το σύστημα στην Ελλάδα. Έτσι είναι η ομάδα του Κακλέα, του Παπαϊωάννου, του Λιβαθινού κτλ. Αυτοί μπροστά και όλοι οι άλλοι από πίσω. Το θέμα είναι ποια είναι η ανάγκη των ανθρώπων να κλείνονται πίσω από ομάδες. Για μένα η ομάδα είναι η συνύπαρξη και η συνάντηση ανθρώπων που δεν τους ξέρεις, δεν κουβαλάς αποσκευές και μπορούν να λειτουργήσουν εκείνη την ώρα ομαδικά. Αυτή είναι η τέλεια ομάδα. Όταν όμως μετατραπεί σε ένα κλειστό σύστημα στο πέρασμα των χρόνων, δεν είναι πια ομάδα: υπάρχουν προπαρασκευασμένοι ρόλοι που προσπαθείς να διατηρήσεις. Παύει να είναι στόχος το αποτέλεσμα της δουλειάς, αλλά η διατήρηση της ομάδας. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο.

-Αισθάνθηκες ότι έπεσες σ’ αυτή την παγίδα;

Κάποια στιγμή ναι. Συνέβη κι από μένα και από όλους. Γι’ αυτό έχω επαναθεωρήσει πλέον όσον αφορά στο πώς πρέπει να δουλεύω. Χρειάζεται διαρκή ανανέωση προσώπων, ώστε να μην υπάρχει αυτός ο κίνδυνος και να μην επαναπαύεται κανείς στο ρόλο που έχει μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα. Στην προηγούμενη κατάσταση, οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρχε ένα ιεραρχικό σύστημα, σαν τον στρατό με τον παλιό και τον καινούργιο. Οι καινούργιοι με ρωτούσαν πότε θα ανέβουν στη θέση που είναι ο παλιός. Δεν πρέπει να λειτουργούμε έτσι. Όλα πρέπει να επαναπροσδιορίζονται ανάλογα με τις ανάγκες των έργων και του τι θέλεις να κάνεις. Πρέπει να ανανεώνονται οι λόγοι που συνεργάζονται οι άνθρωποι. Και να μην γίνονται όλα, προς χάριν της ασφάλειας. Γιατί τότε οδηγούμαστε σε έναν μαρασμό.

-Θεωρείς πετυχημένη την στροφή που έκανε από πέρσι το θέατρο Πόρτα, μειώνοντας το ρεπερτόριο, ενώ γύρω όλοι οι υπόλοιποι το αυξάνουν; Είστε το μόνο θέατρο που πάτε αντίθετα στον συρμό.

Σε επίπεδο λειτουργικό ναι. Τα βγάλαμε πέρα. Το θεωρήσαμε αναγκαίο. Είχαμε πρωτύτερα την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν προλάβαινε να δει τις παραστάσεις, που ήθελε. Το πληθωρικό πρόγραμμα είναι τόσο διασπαστικό, που δεν σου επιτρέπει να κάνεις αυτό που θέλεις. Το κάνω για να κάνω δεν λέει τίποτε. Πρέπει να είσαι πολύ περισσότερο συγκεντρωμένος στον στόχο. Πέρσι και φέτος λοιπόν, νομίζω ότι οι προτάσεις μας είναι πολύ πιο στοχευμένες. Θέλω να έχουμε έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα και να μην χανόμαστε στην ποσότητα.

-Πώς κρίνεις λοιπόν υπό αυτό το πλαίσιο τη θεατρική πραγματικότητα της Αθήνας;

Ασαφή. Νομίζω ότι είμαστε πανικόβλητοι. Δεν υπάρχουν ουσιαστικές προτάσεις. Ψιλοαρπαχτές γίνονται. Ψάχνουμε να βρούμε κάτι με το οποίο και θα επιβιώσουμε και δεν θα κάνουμε μεγάλες θυσίες. Δεν βρίσκω τίποτε ενδιαφέρον στο ρεπερτόριο που βλέπω γύρω μου. Τα ίδια και τα ίδια. Αντί μάλιστα να μειωθούν τα πράγματα, αυξάνονται. Πάμε στα σιγουράκια, στα γνωστά έργα. Κανένα ρίσκο, καμιά τόλμη, κανένα ψάξιμο. Βλέπω επίσης μια συντηρητική στροφή. Και ο αντίποδας αυτού είναι η εκκεντρικότητα για την εκκεντρικότητα. Κάτι ελιτίστικο που δεν επικοινωνεί με τον πολύ κόσμο. Πουθενά ένας μεσαίος, πιο γόνιμος δρόμος. Οι ζυμώσεις με ρίσκο είναι κάτι πολύ σπάνιο και δύσκολο. Δεν ξέρω τι φταίει γι’ αυτή την περιβάλλουσα θολούρα. Βλέπω και κατανοώ την ανάγκη όλων να επιβιώσουν. Δεν νομίζω όμως ότι η προσωρινή επιβίωση δημιουργεί το μέλλον. Αισθάνομαι ότι πάμε πίσω ολοταχώς. Δεν γίνεται να οδεύουμε με συνταγές που είχαμε πριν πολλά χρόνια. Είναι καταστροφή. Ακόμη και το Φεστιβάλ Αθηνών είναι μια επανάληψη του θεατρικού χειμώνα το καλοκαίρι, που δεν έχει νόημα. Δεν ξέρω τη λύση. Χωρίς ρίσκο δεν γίνεται τίποτε. Ίσως οι επιχορηγήσεις βοηθήσουν λίγο προς αυτή την κατεύθυνση, γιατί θα δώσουν μια αίσθηση ασφάλειας για πειραματισμό και ζυμώσεις σε όλα τα επίπεδα. Αλλιώς κανείς θεατρώνης, υπό αυτό το οικονομικό πλαίσιο δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει.

-Αλλά και η άλλη πλευρά, το κοινό αισθάνεσαι ότι έχει ανάγκη κάτι τέτοιο;

Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι ο κόσμος δεν θέλει να προβληματιστεί. Δεν γίνεται να προβληματίζομαι εγώ για το πώς δεν θα προβληματιστεί το κοινό. Εκεί έχουμε καταλήξει. Η περίοδος που ζούμε μοιάζει με την Κατοχή, όπου ανέβαζαν μπουλβάρ. Οι περισσότεροι προσπαθούν να κάνουν σήμερα στο θέατρο κάτι ασαφές κι ευχάριστο, όχι κάτι συγκεκριμένο και δυσάρεστο.

-Εσένα τι σε ενδιέφερε να κάνεις με τον Καντίντ;

Με βολεύουν πολύ τα πολλά επίπεδα που έχει το έργο. Ο καθένας μπορεί να πάρει αυτό που θέλει και αντέχει. Δεν είναι μια σπαρταριστή κωμωδία, αλλά ούτε και ένα βαρύ έργο. Έχει έντονο το στοιχείο του σαρκασμού και της φάρσας, χωρίς να είναι φάρσα. Έχει λοιπόν κάτι πολυδιάστατο, που μπορεί να μας βγάλει «καθαρούς». Πιο πολύ με ενδιέφερε να συνεχίσω έναν τρόπο δουλειάς με τους ανθρώπους που δουλέψαμε πέρσι και έψαχνα κάτι που να έχει μια συλλογική ανάπτυξη. Ο στόχος ήταν να μην πάμε στην υπεραπλουστευμένη ιδέα. Δεν θέλαμε να είναι ένα θέαμα με το οποίο να γελάσεις και μετά θα το ξεχάσεις.

-Τι σου αρέσει περισσότερο στη δουλειά που κάνεις;

Όταν υπάρχει επικοινωνία και ανταλλαγή. Όταν κάνω κάτι και αυτός που είναι απέναντί μου το παίρνει και κάνει κάτι άλλο.

-Έχεις διαχειριστεί το γεγονός ότι το θέατρό σου δεν αφορά το πολύ μεγάλο κοινό;

Είμαι πολύ σνομπ άνθρωπος. Έχω μια ξινίλα γενικώς. Θέλω να με εκτιμούν αυτοί που εκτιμώ. Δυστυχώς, παλεύω με τον μισανθρωπισμό μου πολύ το τελευταίο διάστημα. Για παράδειγμα, ακούω τι λένε οι θεατές στις παραστάσεις και τρομάζω με την έλλειψη βασικής ευφυίας. Είναι σαν να έχουν πάθει μια συλλογική βλακεία. Οπότε ναι το έχω διαχειριστεί.

-Πλέον θα βρίσκεσαι πιο τακτικά στον Καναδά;

Ναι. Αρκετά τακτικά μέσα στον χρόνο. Το καλοκαίρι ετοιμάζω για ένα φεστιβάλ στο νησί Newfoundland το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ. Είμαστε σε μια κουβέντα με το Κάλγκαρι για μια διεθνής συμπαραγωγή το 2020. Θα δουλέψω επίσης σε σταθερή βάση, για πέντε χρόνια στο SoulPepper στο Τορόντο, που είναι το Αμόρε του Καναδά. Θα γίνει πλέον δίπορτο για μένα.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΤΙΝΤ

Όλα μοιάζουν υπέροχα για τον Καντίντ, έναν εύπιστο, φιλομαθή και γεμάτο χαρά της ζωής νέο, που μεγαλώνει στην Βεστφαλία, στον πύργο του βαρώνου Τούντερ-τεν Τρονκ. Μολονότι κάποιο ένοχο μυστικό κρύβεται πιθανότατα πίσω από την καταγωγή του, ο Καντίντ δε μοιάζει να έχει λόγους να ανησυχεί για τίποτε. Όλα υπέροχα για τον Καντίντ στην υπέροχη Βεστφαλία και τον υπέροχο πύργο, του υπέροχου βαρώνου, που έχει κόρη την υπέροχη Κυνεγόνδη, για την οποία ο Καντίντ βιώνει το υπέροχο αίσθημα του έρωτα (με ακόμη πιο υπέροχο το γεγονός πως υπάρχει ανταπόκριση από την πλευρά της υπέροχης Κυνεγόνδης). Όλα υπέροχα ως τη στιγμή που σε μια απόμερη γωνιά του υπέροχου κήπου του πύργου ο βαρώνος συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω την Κυνεγόνδη και τον Καντίντ να ασκούν κάποια «πειράματα φυσικής» με σκοπό να μάθουν περισσότερα πάνω στην υπέροχη φύση του έρωτα.

Φωτογραφίες Θωμά Μοσχόπουλου: Ανδρέας Σιμόπουλος
Φωτογραφίες παράστασης: Πάτροκλος Σκαφίδας

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Κίνηση: Σοφία Πάσχου
Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού
Κοστούμια: Κλαίρ Μπρέισγουελ
Φωτισμοί: Σοφία Αλεξιάδου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Παντελής Φλατσούσης
Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Ρωμανός Μαρούδης
Συμπαραγωγή: ΠΟΡΤΑ & ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κοζάνης
Με τους: Μιχάλη Συριόπουλο, Ελένη Βλάχου, Ειρήνη Μπούνταλη, Ευσταθία Τσαπαρέλη, Μάνο Γαλανή, Παντελή Βασιλόπουλο, Φοίβο Συμεωνίδη, Βασίλη Κουλακιώτη, Δημήτρη Φουρλή

INFO

Πόρτα
Μεσογείων 59, τηλ. 210 77 11 333, www.porta-theatre.gr

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο στις 21.15 και Κυριακή στις 18.30
Τιμές εισιτηρίων: Κανονικό 15€, Φοιτητικό, ΑΜΕΑ, άνω των 65, ομαδικό (άνω των 10 ατόμων) 12€, Ανέργων 8€