Έκτακτη είδηση
Αυτό το περιεχόμενο δεν είναι διαθέσιμο στην περιοχή σας

Covid-19: Η προηγούμενη λοίμωξη μειώνει έως 10 μήνες τον κίνδυνο επαναμόλυνσης

Από Euronews with ΑΠΕ ΜΠΕ
Petros Karadjias
Petros Karadjias   -   Πνευματικά Δικαιώματα  Petros Karadjias/Copyright 2021 The Associated Press. All rights reserved
Μέγεθος Κειμένου Aa Aa

Ο κίνδυνος νέας μόλυνσης του ίδιου ανθρώπου από τον κορονοϊό που προκαλεί τη νόσο Covid-19, είναι γενικά πολύ μικρός και παραμένει αισθητά μειωμένος έως για δέκα μήνες μετά από την πρώτη λοίμωξη, σύμφωνα με μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Μαρία Κρούτικοφ του Ινστιτούτου Πληροφορικής της Υγείας του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "The Lancet Health Longevity", ανέλυσαν στοιχεία για 682 φιλοξενούμενους (με μέση ηλικία 86 ετών) και 1.429 εργαζόμενους σε 100 μονάδες φροντίδας στην Αγγλία, εκ των οποίων περίπου το ένα τρίτο είχαν μολυνθεί με κορονοϊό, όπως έδειξαν τα τεστ αντισωμάτων.

Μετά από διάστημα τουλάχιστον 90 ημερών από την αρχική λοίμωξη, οι συμμετέχοντες υποβάλλονταν σε περιοδικά μοριακά τεστ: ένα την εβδομάδα οι εργαζόμενοι και ένα το μήνα οι φιλοξενούμενοι ηλικιωμένοι. Ο αριθμός επαναλοίμωξης ήταν πολύ μικρός, μόνο σε τέσσερις φιλοξενούμενους και δέκα από το προσωπικό. Αντίθετα, μεταξύ όσων δεν είχαν αρχικά ποτέ μολυνθεί από τον κορονοϊό, τα θετικά μοριακά τεστ ήταν πολύ περισσότερα στην πορεία (93 φιλοξενούμενοι και 111 εργαζόμενοι).

Διαπιστώθηκε ότι οι φιλοξενούμενοι με προηγούμενη λοίμωξη Covid-19 είχαν 85% μικρότερη πιθανότητα να μολυνθούν εκ νέου μέσα στο επόμενο δεκάμηνο, σε σχέση με όσους δεν είχαν ποτέ μολυνθεί, ενώ για τους εργαζόμενους με παρελθούσα λοίμωξη η μείωση του κινδύνου ήταν 60%.

«Είναι πραγματικά καλό νέο ότι η φυσική λοίμωξη προστατεύει έναντι μιας επαναλοίμωξης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο κίνδυνος δεύτερης μόλυνσης φαίνεται να είναι πολύ χαμηλός. Είναι επίσης καθησυχαστικό ότι μια προηγούμενη λοίμωξη Covid-19 παρέχει υψηλό επίπεδο προστασίας στους φιλοξενούμενους σε μονάδες φροντίδας, δεδομένων των ανησυχιών του παρελθόντος ότι αυτά τα άτομα με προχωρημένη ηλικία έχουν λιγότερο ισχυρή ανοσιακή απόκριση», δήλωσε η δρ Κρούτικοφ.

Βρετανοί επιστήμονες: Οι ευπαθείς ομάδες μπορεί να χρειαστούν 3η δόση εμβολίου

Παράλληλα, σύμφωνα με μια άλλη έρευνα πάλι στη Βρετανία, οι άνθρωποι που είναι πιο ευάλωτοι στην Covid-19 πιθανώς θα χρειασθούν μία τρίτη ενισχυτική ή αναμνηστική δόση του εμβολίου Pfizer/BioNTech αργότερα εντός του έτους. Οι επιστήμονες στη Βρετανία, μεταξύ των οποίων είναι ένας Έλληνας της διασποράς, βρήκαν ότι το εμβόλιο πυροδοτεί μικρότερη ανοσιακή απόκριση αντισωμάτων έναντι της ινδικής παραλλαγής Δέλτα του κορονοϊού.

Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Φράνσις Κρικ και του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), μεταξύ των οποίων ο Έλληνας Γιώργος Κασσιώτης, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet», σύμφωνα με τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ανέφεραν ότι τα επίπεδα εξουδετερωτικών αντισωμάτων σε όσους έκαναν τις δύο δόσεις του εν λόγω εμβολίου ήταν κατά μέσο όρο τουλάχιστον πέντε φορές χαμηλότερα έναντι τις παραλλαγής Δέλτα, σε σχέση με το αρχικό κινεζικό στέλεχος.

Μετά από την πρώτη δόση του εμβολίου το 32% των εμβολιασθέντων -ο ένας στους τρεις- εμφάνισαν αισθητή ανοσιακή απόκριση αντισωμάτων έναντι της ινδικής παραλλαγής Δέλτα, σε σχέση με ποσοστό 79% των εμβολιασθέντων έναντι του αρχικού ιού που είχε ανιχνευθεί στη Γουχάν.

Η λοιμωξιολόγος Έμα Γουόλ του UCL δήλωσε πως «το πιο σημαντικό πράγμα είναι να διασφαλιστεί ότι τα εμβόλια κρατούν όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους εκτός νοσοκομείων» και, όπως είπε, «τα ευρήματά μας δείχνουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχουμε αυτό είναι να χορηγούμε γρήγορα τις δεύτερες δόσεις και να παρέχουμε ενισχυτικές δόσεις σε όσους μπορεί να μην έχουν επαρκώς υψηλή ανοσία έναντι των νέων παραλλαγών του κορονοϊού».

Η καθηγήτρια Ανοσολογίας και Λοιμωξιολογίας Ελεάνορ Ράιλι του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου σημείωσε ότι, όπως δείχνουν τα νέα στοιχεία, «τα εμβόλια πιθανώς παρέχουν κάπως μικρότερη προστασία έναντι της λοίμωξης με την παραλλαγή Δέλτα». Πρόσθεσε, όμως, πως η απόκριση των αντισωμάτων δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την αποτελεσματικότητα του εμβολιασμού. «Αυτά τα δεδομένα δεν μπορούν να μας πουν εάν το εμβόλιο θα είναι λιγότερο αποτελεσματικό για την αποτροπή της σοβαρής νόσου, τη νοσηλεία ή τον θάνατο. Πρέπει να περιμένουμε για τα πραγματικά στοιχεία». «Έχουμε λόγους να είμαστε αισιόδοξοι, καθώς άλλες ανοσιακές αποκρίσεις, όπως των Τ-λεμφοκυττάρων, επίσης συμβάλλουν στην προστασία έναντι της σοβαρής νόσου και αυτές μπορεί να επηρεάζονται λιγότερο από τις μεταλλάξεις του κορονοϊού που επιδρούν στα εξουδετερωτικά αντισώματα», συμπλήρωσε.

Η Pfizer, σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα, σχολίασε ότι ακόμη δεν έχει δει τη μελέτη των Francis Crick-UCL.

Περισσότερες πηγές • Financial Times