Η εξάρτηση της Γερμανίας από εισαγωγές ενέργειας και οι φόβοι για νέες αυξήσεις τιμών αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για εγχώρια εξόρυξη φυσικού αερίου. Η μέθοδος fracking παραμένει πολιτικά και κοινωνικά αμφιλεγόμενη.
Η ανησυχία για εκτίναξη των τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία αυξάνεται. Περίπου το 20% του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) μεταφέρεται μέσω των Στενών του Ορμούζ, σύμφωνα με την υπηρεσία εμπορίου του ΟΗΕ UNCTAD. Ωστόσο, από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν η ναυσιπλοΐα στην περιοχή έχει ουσιαστικά σταματήσει.
Η Γερμανία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας. Περίπου τα δύο τρίτα (67%) της ενέργειας που καταναλώνει πρέπει να εισάγονται, σύμφωνα με τη γερμανική στατιστική υπηρεσία. Στον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 57%.
Ωστόσο, θα μπορούσε να υπάρξει μια διέξοδος από αυτή την εξάρτηση. «Η Γερμανία θα μπορούσε να καλύψει περίπου το ένα τέταρτο των αναγκών της σε φυσικό αέριο από εγχώρια παραγωγή», εξηγεί ο γεωφυσικός Χανς-Γιοάχιμ Κύμπελ, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Γεωεπιστημών και Πρώτων Υλών από το 2007 έως το 2016.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Γερμανία θα μπορούσε να εξορύσσει περίπου 20 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου ετησίως μέσω της μεθόδου της υδραυλικής ρωγμάτωσης, γνωστής ως fracking, και μάλιστα για δεκαετίες. Μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου υπάρχουν ιδιαίτερα στα κρατίδια της Κάτω Σαξονίας και της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας.
Η κυβέρνηση εξετάζει νέα εξόρυξη
Στη Γερμανία το fracking, δηλαδή η μέθοδος εξόρυξης φυσικού αερίου από συμπαγή πετρώματα με τη χρήση υγρού υπό υψηλή πίεση, αποτελεί πολιτικά και κοινωνικά ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ζήτημα. Οι επικριτές προειδοποιούν για πιθανούς κινδύνους για το περιβάλλον και τα υπόγεια ύδατα, καθώς κατά τις γεωτρήσεις ενδέχεται να εισχωρήσουν επιβλαβείς ουσίες στον υδροφόρο ορίζοντα.
Ο Κύμπελ θεωρεί ότι οι ανησυχίες αυτές είναι υπερβολικές. Όπως υποστηρίζει, «οι κίνδυνοι για το πόσιμο και υπόγειο νερό στη Γερμανία υπερεκτιμώνται σημαντικά». Παράλληλα, σημειώνει ότι η τεχνολογία έχει εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και έχει γίνει ασφαλέστερη και πιο φιλική προς το περιβάλλον.
Κατά τον γεωφυσικό, η εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου θα μπορούσε ακόμη και να βελτιώσει το ισοζύγιο εκπομπών. Το LNG πρέπει πρώτα να ψυχθεί σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, να μεταφερθεί σε μεγάλες αποστάσεις και στη συνέχεια να επαναεριοποιηθεί, μια διαδικασία που απαιτεί πολλή ενέργεια.
«Για 20 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου που θα εξορύσσονταν στη Γερμανία, θα έπρεπε να εισαχθούν περίπου 25 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα», εξηγεί. Περίπου πέντε δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα χάνονται μόνο λόγω ενεργειακών δαπανών κατά τη μεταφορά. Έτσι θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν περίπου 10 εκατομμύρια τόνοι διοξειδίου του άνθρακα ετησίως.
Ένας ακόμη παράγοντας είναι οι διαρροές μεθανίου. Στη Γερμανία η παρακολούθησή τους θα ήταν πολύ αυστηρότερη σε σχέση με πολλές χώρες παραγωγής, κάτι που θα μπορούσε να μειώσει επιπλέον περίπου οκτώ εκατομμύρια τόνους CO₂.
Στο μεταξύ, στο κόμμα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU) υπάρχουν πρωτοβουλίες για ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής φυσικού αερίου. Η υπουργός Οικονομίας Κάτερινα Ράιχε δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν θέλει «να εμποδίσει περαιτέρω την εξόρυξη φυσικού αερίου» και ότι σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος και την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού.
Αντιδράσεις από τους κυβερνητικούς εταίρους
Η Σοσιαλδημοκρατική Παράταξη (SPD) εκφράζει διαφορετική άποψη. Η εκπρόσωπος για θέματα ενέργειας Νίνα Σέερ δήλωσε ότι η επίθεση στο Ιράν και οι αντιδράσεις στις αγορές ενέργειας δείχνουν πως η Ευρώπη πρέπει να απομακρυνθεί το συντομότερο δυνατό από τα ορυκτά καύσιμα και να στραφεί στις ανανεώσιμες πηγές.
Και οι Πράσινοι απορρίπτουν κατηγορηματικά το fracking. «Όποιος πιστεύει ότι θα μειώσει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο με fracking είναι σαν να φορά μαγιό επειδή το καράβι του μπάζει νερά», δήλωσε ο εκπρόσωπος ενέργειας των Πρασίνων Μίχαελ Κέλνερ.
Αντί για νέα εξόρυξη, λέει, πρέπει να μειωθεί η κατανάλωση φυσικού αερίου μέσω καλύτερης μόνωσης κτιρίων, μεγαλύτερης χρήσης αντλιών θερμότητας και επενδύσεων της βιομηχανίας σε καθαρές μορφές παραγωγής.
Το fracking παραμένει ουσιαστικά απαγορευμένο
Το 2025 η Γερμανία εισήγαγε 106 τεραβατώρες φυσικού αερίου μέσω τερματικών LNG, περίπου το 10,3% των συνολικών εισαγωγών της. Το 96% αυτών προερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και σε μεγάλο βαθμό εξορύχθηκε μέσω fracking.
Σε μια περίοδο αυξανόμενων εντάσεων στις διατλαντικές σχέσεις, ορισμένοι ειδικοί θεωρούν ότι αυτό αποτελεί κίνδυνο για την ενεργειακή ασφάλεια.
Ωστόσο, για να ξεκινήσει η εξόρυξη φυσικού αερίου στη Γερμανία θα πρέπει να χαλαρώσει το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Το 2017 η τότε κυβέρνηση συνασπισμού υπό την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ απαγόρευσε σε μεγάλο βαθμό τη μη συμβατική εξόρυξη φυσικού αερίου, δηλαδή το fracking. Στη μέθοδο αυτή το αέριο εξάγεται από σχιστολιθικά πετρώματα με τη χρήση μίγματος νερού και υψηλής πίεσης.
Αντίθετα, η συμβατική εξόρυξη φυσικού αερίου επιτρέπεται ακόμη υπό αυστηρούς όρους.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες το fracking απαγορεύεται επίσης ή υπόκειται σε αυστηρούς περιορισμούς. Για παράδειγμα στη Γαλλία και την Αυστρία δεν επιτρέπεται, ενώ επιτρέπεται στην Πολωνία και τη Ρουμανία υπό αυστηρές προϋποθέσεις.
Η γερμανική κοινωνία εμφανίζεται διχασμένη. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του 2023, το 48% των Γερμανών θεωρεί ότι το fracking είναι αναγκαίο για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, ενώ το 38% το θεωρεί περιττό.