Ισχυρή άνοδο κατέγραψαν τα ενεργειακά εμπορεύματα την τελευταία εβδομάδα λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Το πετρέλαιο Brent, το φυσικό αέριο και οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σημείωσαν σημαντική άνοδο, ενισχύοντας τις ανησυχίες για πληθωρισμό και αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές
Η ενέργεια ιστορικά αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που πυροδοτούν μεγάλες οικονομικές κρίσεις, με τις αγορές να επηρεάζονται έντονα από τις διακυμάνσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών της ενέργειας, διαμορφώνει το βασικό αφήγημα στις διεθνείς αγορές. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη μεταβλητότητα, περιορισμένη ορατότητα για τους επενδυτές και μειωμένη διάθεση ανάληψης ρίσκου.
Κατά την τελευταία εβδομάδα, τα ενεργειακά εμπορεύματα κατέγραψαν ισχυρή άνοδο εν μέσω της κλιμάκωσης των εντάσεων στη Μέση Ανατολή. Η πιθανότητα διαταραχής στη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τις ιρανικές επιθέσεις σε ενεργειακούς κόμβους στον Κόλπο, ενίσχυσαν τις πληθωριστικές ανησυχίες και την αστάθεια στις αγορές.
Το Brent σημείωσε εβδομαδιαία άνοδο 9,03%, φτάνοντας τα 112,45 δολάρια το βαρέλι στο κλείσιμο της Παρασκευής, ενώ την Πέμπτη είχε αγγίξει τα 118,5 δολάρια. Το φυσικό αέριο στην Ευρώπη ενισχύθηκε περίπου κατά 17% στα 59,2 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας φτάσει ενδοεβδομαδιαία κοντά στα 70 ευρώ. Στις ΗΠΑ, τα συμβόλαια βενζίνης ξεπέρασαν τα 3,20 δολάρια ανά γαλόνι, σημειώνοντας εβδομαδιαία άνοδο 6%.
Παράλληλα, σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας: 12,67% στο Ηνωμένο Βασίλειο, 7,42% στην Ιταλία, 3,34% στη Γερμανία και 1,56% στη Γαλλία.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η ενεργειακή αστάθεια αποτελεί πλέον τον βασικό καταλύτη των αγορών, καθώς επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και την πορεία της νομισματικής πολιτικής.
Αναλυτές, μεταξύ των οποίων και η Bank of America, προειδοποιούν ότι μια απότομη εκτίναξη του πετρελαίου θα μπορούσε να δημιουργήσει συνθήκες που θυμίζουν την περίοδο πριν από την κρίση του 2008, όταν η εκρηκτική άνοδος των τιμών συνέπεσε με την κατάρρευση της αγοράς των subprime δανείων και την πτώση μεγάλων τραπεζών όπως η Bear Stearns.
Ωστόσο, άλλοι οίκοι όπως η JP Morgan και η Goldman Sachs εκτιμούν ότι, αν και αυξάνεται ο κίνδυνος διόρθωσης, η αγορά απέχει ακόμη από συνθήκες κρίσης τύπου bear market. Η JP Morgan προειδοποιεί για πιθανή πτώση έως 15% στον S&P 500 σε περίπτωση ενεργειακού σοκ, ενώ η Goldman Sachs κάνει λόγο για πιθανή διόρθωση έως 19%.
Παρά τις προειδοποιήσεις, ο S&P 500 παραμένει κοντά στα ιστορικά υψηλά του, με περιορισμένες απώλειες για το έτος, γεγονός που δείχνει ότι οι αγορές δεν έχουν ακόμη τιμολογήσει ένα ακραίο σενάριο.
Σε επίπεδο πετρελαίου, οι τιμές παραμένουν υψηλές αλλά κάτω από τα ιστορικά ρεκόρ του 2008 και της περιόδου μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Επιπλέον, σε αντίθεση με προηγούμενα ενεργειακά σοκ, ο πληθωρισμός παραμένει κοντά στους στόχους των κεντρικών τραπεζών και δεν έχει υπάρξει ακόμη επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η τρέχουσα αναταραχή είναι προσωρινή και μπορεί να δημιουργήσει ευκαιρίες επανόδου της ανοδικής αγοράς μέσα στους επόμενους μήνες, όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες κρίσεις, τονίζοντας ότι η άνοδος του πετρελαίου συνδέεται περισσότερο με γεωπολιτικούς παράγοντες και διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, παρά με πραγματική έλλειψη προσφοράς.
Συνολικά, οι αναλυτές εμφανίζονται διχασμένοι: άλλοι προειδοποιούν για αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού και βαθύτερης διόρθωσης, ενώ άλλοι θεωρούν ότι οι αγορές έχουν ιστορικά την τάση να απορροφούν τα γεωπολιτικά σοκ και να ανακάμπτουν πριν την αποκλιμάκωση των κρίσεων.