Η αναβάθμιση του «ανεπαρκούς» δικτύου της Ευρώπης αποτελεί επείγουσα προτεραιότητα για την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου.
Τα σημεία συμφόρησης που προκαλεί το απαρχαιωμένο ενεργειακό δίκτυο της Ευρώπης θέτουν σε κίνδυνο περισσότερα από 120 GW προγραμματισμένης ισχύος από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Προγραμματισμένα έργα καθαρής ενέργειας που προορίζονται να ηλεκτροδοτήσουν εκατομμύρια νοικοκυριά σε 20 χώρες της ΕΕ κινδυνεύουν να μείνουν στον αέρα, προειδοποιεί νέα έκθεση της δεξαμενής σκέψης για την ενέργεια Ember.
Η ανάλυση διαπίστωσε ότι ένας στους δύο διαχειριστές δικτύου έχει «ανεπαρκή χωρητικότητα δικτύου» για να συνδέσει στο σύστημα τα επερχόμενα έργα αιολικής και ηλιακής ενέργειας – συμπεριλαμβανομένων των φωτοβολταϊκών στις στέγες.
Οι ειδικοί χαρακτηρίζουν τα εμπόδια στην ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων ως «ζήτημα επείγουσας προτεραιότητας» εν μέσω του πολέμου στο Ιράν, που έχει εκτινάξει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
«Με το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας να εκτοξεύεται, τα δίκτυα της Ευρώπης είναι κρίσιμος παράγοντας στην κούρσα για την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών, ώστε να αντικατασταθούν τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και να προστατευτούν τα νοικοκυριά από τις ασταθείς τιμές», δηλώνει η Ελίζαμπεθ Κρεμόνα, αναλύτρια ενέργειας στην Ember.
«Τα σημεία συμφόρησης στο δίκτυο δεν είναι πλέον απλώς ένα τεχνικό ζήτημα. Αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια».
Ποιες ευρωπαϊκές χώρες θα πληγούν περισσότερο;
Η έκθεση (πηγή στα Αγγλικά) διαπιστώνει ότι οι πιο σοβαροί περιορισμοί εντοπίζονται στην Αυστρία, τη Βουλγαρία, τη Λετονία, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Ρουμανία και τη Σλοβακία.
Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά μεγάλα ηλεκτρικά συστήματα, όπως της Γερμανίας και της Ιταλίας, δεν δημοσιεύουν δεδομένα για τη χωρητικότητα του δικτύου, γεγονός που σημαίνει ότι το πρόβλημα μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο φοβούνται οι αναλυτές.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα εμπόδια στο δίκτυο επηρεάζουν τόσο τα μεγάλης κλίμακας έργα ΑΠΕ όσο και τις οικιακές εγκαταστάσεις. Στις 17 χώρες που δημοσιεύουν στοιχεία για τη χωρητικότητα, πάνω από τα δύο τρίτα των νέων έργων αιολικής ενέργειας και μεγάλης κλίμακας φωτοβολταϊκών που έχουν προγραμματιστεί έως το 2030 βρίσκονται σήμερα σε κίνδυνο.
Η ανεπαρκής χωρητικότητα δικτύου θα μπορούσε επίσης να καθυστερήσει 16 GW φωτοβολταϊκών στις στέγες, επηρεάζοντας περισσότερα από 1,5 εκατομμύριο νοικοκυριά σε όλη την Ευρώπη.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, ένας σταθμός παραγωγής ισχύος 1 GW θα μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες περίπου 876.000 νοικοκυριών για ένα έτος, εφόσον καταναλώνουν κατά μέσο όρο 10.000 kWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως.
Η ανάλυση διαπίστωσε επίσης ότι ορισμένα από τα ευρωπαϊκά δίκτυα βρίσκονται σε καλή θέση ώστε να καλύψουν τη νέα ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από τον εξηλεκτρισμό των νοικοκυριών.
Έξι από τις οκτώ χώρες που παρέχουν στοιχεία διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα δικτύου ώστε έως και το ένα τρίτο των νοικοκυριών να μπορεί να συνδέσει μια νέα αντλία θερμότητας. Ωστόσο, η Πολωνία και η Ισπανία θα αντιμετώπιζαν σοβαρούς περιορισμούς, καθώς η χωρητικότητα των δικτύων διανομής για τη νέα ζήτηση είναι περιορισμένη.
«Μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, οι επενδύσεις σε φωτοβολταϊκά στις στέγες εκτοξεύτηκαν, καθώς τα νοικοκυριά αναζήτησαν προστασία από τις ασταθείς τιμές ενέργειας», σημειώνει η Κρεμόνα.
«Καθώς οι χώρες αντιλαμβάνονται ξανά πόσο επείγει να αντικαταστήσουν τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα με εγχώριες ανανεώσιμες πηγές, δεν μπορούμε να επιτρέψουμε στα δίκτυα να σταθούν εμπόδιο».
Γιατί το ευρωπαϊκό δίκτυο θεωρείται «ανεπαρκές»;
Οι επενδύσεις στο ευρωπαϊκό δίκτυο έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 50 τοις εκατό την τελευταία πενταετία, φτάνοντας τα 70 δισ. ευρώ ετησίως. Ωστόσο, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό παραμένει κατώτερο από ό,τι απαιτείται για την άρση των σημείων συμφόρησης.
Έκθεση του 2025 από την εταιρεία Aurora Energy Research διαπίστωσε ότι το κόστος διαχείρισης της συμφόρησης στην Ευρώπη πλησίασε τα 9 δισ. ευρώ το 2024, ενώ 72 TWh – κυρίως από ανανεώσιμες πηγές – περιορίστηκαν λόγω συμφόρησης στο δίκτυο. Η ενέργεια αυτή ισοδυναμεί με την ετήσια κατανάλωση ηλεκτρισμού της Αυστρίας.
Το ευρωπαϊκό δίκτυο σχεδιάστηκε αρχικά γύρω από τον άνθρακα και, αργότερα, το φυσικό αέριο – τα οποία συνήθως λειτουργούν από κεντρικούς σταθμούς. Αντίθετα, οι πράσινες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή, βρίσκονται κατά κανόνα σε απομακρυσμένες περιοχές, πράγμα που σημαίνει ότι η Ευρώπη πρέπει πλέον να βρει έναν αποδοτικό τρόπο για να μεταφέρει την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια σε σπίτια και επιχειρήσεις.
Μπορούν οι χαμηλότερες τιμές ενέργειας να βοηθήσουν στην αναβάθμιση του δικτύου;
Αυτό σημαίνει ότι αρκετές ευρωπαϊκές χώρες παράγουν περισσότερη ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές απ’ όση μπορεί να απορροφήσει το δίκτυο και συχνά πληρώνουν για να σταματήσουν τη λειτουργία των ανεμογεννητριών (περιορισμός παραγωγής), καταφεύγοντας ξανά σε ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει παρουσιάσει ένα πιλοτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση του προβλήματος, παρέχοντας σε νοικοκυριά ρεύμα με έκπτωση ή δωρεάν ηλεκτρική ενέργεια τις μέρες με ισχυρούς ανέμους, αντί να κλείνει τις ανεμογεννήτριες.
Το σχέδιο αυτό έρχεται μετά τις ολοένα εντονότερες επικρίσεις ότι η Βρετανία δαπάνησε πέρυσι το αστρονομικό ποσό των 1,47 δισ. λιρών (περίπου 1,67 δισ. ευρώ) για να σταματήσει τη λειτουργία ανεμογεννητριών και να πληρώσει μονάδες φυσικού αερίου για να τεθούν σε λειτουργία.
Ο Γκρεγκ Τζάκσον, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ενέργειας Octopus Energy, υποστηρίζει ότι το πιλοτικό πρόγραμμα πρέπει να γίνει μόνιμο, ώστε οι καταναλωτές να έχουν την απαραίτητη εμπιστοσύνη για να επενδύσουν στον εξηλεκτρισμό.
«Μόνιμες αλλαγές θα σήμαιναν ότι θα μπορούσατε να αγοράσετε ηλεκτρικό αυτοκίνητο, αντλία θερμότητας ή μπαταρίες για να χρησιμοποιείτε ρεύμα όταν είναι φθηνό», λέει ο Τζάκσον. «Όλα αυτά θα μετέφεραν τη ζήτηση πολύ πιο αποτελεσματικά απ’ ό,τι θα δούμε σε οποιοδήποτε πιλοτικό πρόγραμμα».