Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ζητά από κάθε ευρωπαϊκή χώρα να διαθέτει δωρεάν δροσερούς χώρους για δροσιά κατά τη διάρκεια καυσώνων.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) χαρακτήρισε το τρέχον κύμα καύσωνα «πρόβα τζενεράλε», σημειώνοντας ότι οι ευρωπαϊκές χώρες πρέπει να είναι πολύ καλύτερα προετοιμασμένες αν θέλουν να σώσουν ζωές.
Σε ανακοίνωσή του ο οργανισμός περιέγραψε μια ζοφερή εικόνα, με τις κλήσεις προς τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης να έχουν αυξηθεί κατά 50% σε ορισμένες περιοχές, ενώ το Λονδίνο δέχθηκε τον μεγαλύτερο αριθμό κλήσεων μέσα σε μία ημέρα. Η Ισπανία «έχει ήδη εκτιμήσει πάνω από 300 επιπλέον θανάτους που συνδέονται με τη ζέστη μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Η Ιταλία ανέφερε πέντε θανάτους σε 24 ώρες».
Ο ΠΟΥ ξεκαθάρισε ότι το κύμα καύσωνα τροφοδοτείται από την κλιματική αλλαγή, τονίζοντας: «Η Ευρώπη θερμαίνεται με πάνω από το διπλάσιο του παγκόσμιου μέσου όρου. Τα κύματα καύσωνα δεν είναι πια μεμονωμένα ακραία φαινόμενα. Είναι επαναλαμβανόμενες κρίσεις και γίνονται πιο συχνές, πιο έντονες και πιο παρατεταμένες. Κάθε καλοκαίρι που δεν προετοιμαζόμαστε, είναι ένα καλοκαίρι που πληρώνουμε σε ανθρώπινες ζωές».
Ο γενικός διευθυντής του ΠΟΥ, δρ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγέσους, δήλωσε ότι αυτό που του δίνει κάποια σιγουριά είναι πως «η πρόληψη λειτουργεί».
Ένα μέτρο που επαινέθηκε είναι το δίκτυο κλιματικών καταφυγίων της Βαρκελώνης.
Τι είναι τα κλιματικά καταφύγια;
Η Ισπανία έχει αναπτύξει ένα από τα πιο εξελιγμένα δίκτυα κλιματικών καταφυγίων στον κόσμο, καθώς η ακραία ζέστη εξελίσσεται στον φονικότερο περιβαλλοντικό κίνδυνο της εποχής μας.
Πέρυσι, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε ότι μια σειρά από κυβερνητικά κτίρια θα χρησιμοποιηθούν για να προσφέρουν στο κοινό καταφύγιο από τα ολοένα πιο έντονα κύματα καύσωνα που βιώνει η χώρα.
Το εθνικό δίκτυο βασίζεται σε προγράμματα που έχουν ήδη δημιουργήσει οι περιφερειακές κυβερνήσεις, μεταξύ άλλων στην Καταλονία, τη Χώρα των Βάσκων και τη Μούρθια. Στη Βαρκελώνη υπάρχουν ήδη 400 κλιματικά καταφύγια σε δημόσια κτίρια, όπως βιβλιοθήκες, μουσεία, αθλητικά κέντρα και εμπορικά κέντρα.
Οι χώροι αυτοί, που συνήθως είναι κλιματιζόμενοι και διαθέτουν καθίσματα και δωρεάν νερό, έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν ανθρώπους που δεν έχουν στο σπίτι τους τους πόρους για να αντιμετωπίσουν τις υψηλές θερμοκρασίες – όπως ηλικιωμένους, βρέφη και άτομα με προβλήματα υγείας.
Γιατί τα κλιματικά καταφύγια κερδίζουν έδαφος στην Ισπανία
Η Ισπανία ενίσχυσε τις προσπάθειες για κλιματικά καταφύγια μετά το περσινό καλοκαίρι-ρεκόρ, όταν ένα κύμα καύσωνα 16 ημερών τον Αύγουστο εκτόξευσε τις θερμοκρασίες σε θανατηφόρα επίπεδα, έως και 45°C.
Η χώρα κατέγραψε πάνω από 150.000 θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη το 2025, τον δεύτερο υψηλότερο αριθμό που έχει σημειωθεί ποτέ. Περισσότεροι από 10.000 από αυτούς τους θανάτους συνδέθηκαν με παρατεταμένη έκθεση σε μέτρια υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες, όπως προειδοποιούν οι ειδικοί, «έχουν συσσωρευτικές επιπτώσεις ακόμη και χωρίς επίσημες προειδοποιήσεις για καύσωνα».
Ο θάνατος της Μοντσέ Αγκιλάρ, μιας 51χρονης εργάτριας καθαριότητας στους δρόμους της Βαρκελώνης, ήταν μία από τις πολλές τραγωδίες που βρέθηκαν στα πρωτοσέλιδα. Η Αγκιλάρ κατέρρευσε στους δρόμους αφού υπέμεινε μια εξαντλητική βάρδια στους 35°C, ενώ η πόλη βρισκόταν σε κατάσταση υψηλού συναγερμού, και στη συνέχεια πέθανε από αιτίες που σχετίζονται με τη ζέστη.
Ακολούθησαν διαδηλώσεις, με εκατοντάδες συναδέλφους της στον καθαρισμό και ανήσυχους πολίτες να βγαίνουν στους δρόμους και να ζητούν από την κυβέρνηση να κάνει περισσότερα για να προστατεύσει τους εργαζόμενους σε εξωτερικούς χώρους.
Θα επενδύσει η υπόλοιπη Ευρώπη σε κλιματικά καταφύγια;
Οι θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη δεν αυξάνονται μόνο στην Ισπανία. Η Ευρώπη είναι από τις ηπείρους που θερμαίνονται ταχύτερα στον κόσμο και οι ακραίες θερμοκρασίες φτάνουν ακόμη και στις πιο βόρειες χώρες, γνωστές για το συνήθως ψυχρό κλίμα τους.
Πέρυσι, για παράδειγμα, η Φινλανδία υπέμεινε τρεις συνεχόμενες εβδομάδες με θερμοκρασίες 30°C, γεγονός που άσκησε πίεση στα νοσοκομεία και οδήγησε ένα παγοδρόμιο στον βορρά να μετατραπεί προσωρινά σε κλιματικό καταφύγιο. Κύματα καύσωνα σάρωσαν την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η Ευρώπη βίωσε το τρίτο πιο ζεστό έτος που έχει καταγραφεί.
Σύμφωνα με την έκθεση Lancet Countdown Europe, εκτιμάται ότι 62.000 θάνατοι που σχετίζονται με τη ζέστη σημειώθηκαν στην Ευρώπη το 2024.
«Πρόκειται για τον πιο θανατηφόρο περιβαλλοντικό κίνδυνο, με αυξήσεις σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές περιφέρειες που μελετήθηκαν», λέει στην Euronews Earth η Ελβίρα Χιμένεθ Ναβάρο, υποψήφια διδάκτορας στο Κέντρο Έρευνας για τον Ψηφιακό Μετασχηματισμό και τη Διακυβέρνηση (UOC-DIGIT (πηγή στα Αγγλικά)) του Ανοικτού Πανεπιστημίου της Καταλονίας.
«Οι χώρες της νότιας Ευρώπης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Κροατία, η Κύπρος, η Σλοβενία, η Μάλτα και η Σερβία, καταγράφουν τη μεγαλύτερη αύξηση της θνησιμότητας, κάτι που αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για μέτρα προσαρμογής, όπως τα κλιματικά καταφύγια».
Η Ναβάρο, που ζητά τη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου για την αντιμετώπιση της αύξησης της ακραίας ζέστης, προειδοποιεί ότι η θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη αυξάνεται επίσης, «πιο αργά αλλά σταθερά», σε κεντρικές και ανατολικές χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Εσθονία και η Λιθουανία.
«Συνολικά, η ακραία ζέστη είναι ζήτημα δημόσιας υγείας που επηρεάζει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό», προσθέτει η ειδικός. «Ακόμη και όσες αντιμετωπίζουν μικρότερη πίεση θα πρέπει να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για καλύτερο σχεδιασμό».
Σε ποιους απευθύνονται τα κλιματικά καταφύγια και ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν;
Παρότι τα κλιματικά καταφύγια είναι δωρεάν και ανοιχτά σε όλους, οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί η πρόσβαση για τους πιο ευάλωτους. Σύμφωνα με το ημερήσιο σύστημα επιτήρησης της θνησιμότητας (MoMo) στην Ισπανία, οι περισσότεροι από τους 21.700 ανθρώπους που πέθαναν από αίτια που σχετίζονται με τη ζέστη μεταξύ 2015 και 2023 ήταν άνω των 65 ετών.
«Η ευαλωτότητα προκύπτει από αλληλεπικαλυπτόμενους παράγοντες – από την ηλικία και τις προϋπάρχουσες παθήσεις μέχρι την ποιότητα της κατοικίας, τις συνθήκες εργασίας και το εισόδημα – και επομένως δεν κατανέμεται ομοιόμορφα», εξηγεί η Ναβάρο.
Η ειδικός υποστηρίζει ότι οι δήμοι πρέπει να χαρτογραφήσουν όχι μόνο την έκθεση στη ζέστη αλλά και αυτούς τους ευρύτερους δείκτες ευαλωτότητας, συνδυάζοντας τα δεδομένα ώστε να εντοπίζουν τις περιοχές προτεραιότητας και να τοποθετούν καταφύγια εκεί όπου χρειάζονται περισσότερο.
Η διασφάλιση ότι τα κλιματικά καταφύγια είναι ανοιχτά τις ώρες μέγιστης ζήτησης, η τήρηση βασικών προτύπων άνεσης και η ενημέρωση για την πρόσβαση με «συμπεριληπτικό τρόπο» είναι επίσης προκλήσεις που πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Για να επιτευχθεί αυτό, δεν αρκεί μόνον η δράση των κυβερνήσεων.
«Οι αρχές είναι καθοριστικές για τον εντοπισμό των αναγκών, την επιλογή χώρων, την κατανομή πόρων και τη διαχείριση της λειτουργίας, όμως η αποτελεσματική διακυβέρνηση εξαρτάται επίσης από τη συνεργασία με κοινοτικές ομάδες, ΜΚΟ και τοπικές επιχειρήσεις, ώστε να επεκταθούν τα ωράρια λειτουργίας, να βελτιωθεί η ενημέρωση και να ενισχυθεί μια ανθεκτικότητα με βαθιές τοπικές ρίζες», σημειώνει η Ναβάρο.
«Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να μετατραπούν τα κλιματικά καταφύγια από βραχυπρόθεσμα μέτρα έκτακτης ανάγκης σε μόνιμους, συμπεριληπτικούς, πολυλειτουργικούς αστικούς χώρους, που όχι μόνο προστατεύουν τους ανθρώπους από την ακραία ζέστη αλλά και βελτιώνουν την καθημερινή ποιότητα ζωής.»
«Μεταμορφώνοντας τους δημόσιους χώρους»
Καθώς τα ακραία θερμικά φαινόμενα πολλαπλασιάζονται, τα κλιματικά καταφύγια μπορεί να γίνουν ο κανόνας σε όλη την Ευρώπη. Μόλις τον περασμένο μήνα, το Γενικό Συμβούλιο του Βουκουρεστίου στη Ρουμανία ενέκρινε τη δημιουργία ενός δικτύου κλιματικών καταφυγίων για την προστασία των πολιτών από τα κύματα καύσωνα και τις απότομες πτώσεις της θερμοκρασίας.
Η Ναβάρο σημειώνει ότι αυτά τα μέτρα προσαρμογής, ιδίως στα αστικά περιβάλλοντα, έχουν γίνει «όλο και πιο αναγκαία». Ωστόσο, οι δημοτικές αρχές διαθέτουν περιορισμένους πόρους για να εξασφαλίσουν δίκαιη και κοντινή πρόσβαση στα κλιματικά καταφύγια – κάτι που συχνά σημαίνει ότι στηρίζονται σε ιδιωτικούς χώρους, όπως εμπορικά κέντρα, για να βοηθήσουν τους πολίτες που έχουν ανάγκη.
«Ένα δίκτυο μπορεί να εφαρμοστεί σχετικά εύκολα βραχυπρόθεσμα, χρησιμοποιώντας υφιστάμενες δημόσιες υποδομές, αλλά αυτό δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αλλαγές που απαιτούνται σε αστικά περιβάλλοντα τα οποία ήδη βιώνουν πολλαπλές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης», προσθέτει η ερευνήτρια.
«Απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική προσαρμογής, με επίκεντρο τον μετασχηματισμό του δημόσιου χώρου, ώστε να μειωθεί η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και άλλα ακραία φαινόμενα, ενώ παράλληλα θα βελτιώνεται η δημόσια ευημερία και θα περιορίζονται οι ανισότητες στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Αυτό περιλαμβάνει επενδύσεις σε πράσινες και υδάτινες υποδομές, αλλαγές στην αστική κινητικότητα και κοινωνικά μέτρα που στηρίζουν τις ανάγκες των πιο ευάλωτων πληθυσμών.»