Τα κλιματικά καταφύγια εξελίσσονται σε «κρίσιμα στοιχεία» των αστικών στρατηγικών, καθώς οι θάνατοι από τη ζέστη στην Ευρώπη συνεχίζουν να αυξάνονται.
Η Ισπανία έχει αναπτύξει ένα από τα πιο προηγμένα δίκτυα κλιματικών καταφυγίων στον κόσμο, καθώς η ακραία ζέστη εξελίσσεται στον πιο θανατηφόρο περιβαλλοντικό κίνδυνο της εποχής μας.
Πέρυσι, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ ανακοίνωσε ότι μια σειρά από κυβερνητικά κτίρια θα χρησιμοποιηθούν για να προσφέρουν στο κοινό καταφύγιο από τους ολοένα και πιο έντονους καύσωνες που βιώνει η χώρα.
Το πανεθνικό δίκτυο βασίζεται σε προγράμματα που έχουν ήδη θεσπίσει οι περιφερειακές κυβερνήσεις, μεταξύ άλλων στην Καταλονία, τη Χώρα των Βάσκων και τη Μούρθια. Στη Βαρκελώνη λειτουργούν ήδη 400 κλιματικά καταφύγια σε δημόσια κτίρια όπως βιβλιοθήκες, μουσεία, αθλητικά κέντρα και εμπορικά κέντρα.
Οι χώροι αυτοί, που συνήθως είναι κλιματιζόμενοι και διαθέτουν καθίσματα και δωρεάν νερό, έχουν σχεδιαστεί για να προστατεύουν ανθρώπους που δεν διαθέτουν στο σπίτι τους τα μέσα για να αντιμετωπίσουν τις υψηλές θερμοκρασίες – όπως ηλικιωμένους, βρέφη και άτομα με προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας.
Γιατί τα κλιματικά καταφύγια κερδίζουν έδαφος στην Ισπανία
Η Ισπανία ενίσχυσε τις προσπάθειές της για τα κλιματικά καταφύγια μετά το περσινό καλοκαίρι-ρεκόρ, όταν ένας καύσωνας 16 ημερών τον Αύγουστο εκτίναξε τη θερμοκρασία στους θανατηφόρους 45°C.
Η χώρα κατέγραψε περισσότερους από 150.000 θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη το 2025, τον δεύτερο υψηλότερο αριθμό που έχει καταγραφεί ποτέ. Περισσότεροι από 10.000 από αυτούς τους θανάτους συνδέθηκαν με παρατεταμένη έκθεση σε σχετικά υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες έχουν «σωρευτικές επιπτώσεις ακόμη και όταν δεν εκδίδονται προειδοποιήσεις καύσωνα», όπως προειδοποιούν οι ειδικοί.
Ο θάνατος της Μόντσε Αγκιλάρ, μιας 51χρονης οδοκαθαρίστριας στη Βαρκελώνη, ήταν μία από τις πολλές τραγωδίες που βρέθηκαν στα πρωτοσέλιδα. Η Αγκιλάρ κατέρρευσε στον δρόμο ύστερα από μια εξαντλητική βάρδια σε θερμοκρασία 35°C, ενώ η πόλη βρισκόταν σε κατάσταση υψηλού συναγερμού, και αργότερα πέθανε από αιτίες σχετιζόμενες με τη ζέστη.
Ακολούθησαν σύντομα διαδηλώσεις, καθώς εκατοντάδες συνάδελφοι οδοκαθαριστές και ανήσυχοι πολίτες βγήκαν στους δρόμους ζητώντας από την κυβέρνηση να κάνει περισσότερα για την προστασία των εργαζομένων σε εξωτερικούς χώρους.
Θα επενδύσει η υπόλοιπη Ευρώπη σε κλιματικά καταφύγια;
Οι θάνατοι λόγω ζέστης δεν αποτελούν αυξανόμενο πρόβλημα μόνο στην Ισπανία. Η Ευρώπη είναι μία από τις ηπείρους που θερμαίνονται ταχύτερα στον κόσμο και οι ακραίες θερμοκρασίες φτάνουν πλέον ακόμη και στις βορειότερες χώρες, που παραδοσιακά φημίζονται για το δροσερό τους κλίμα.
Πέρυσι, για παράδειγμα, η Φινλανδία βίωσε τρεις συνεχόμενες εβδομάδες με θερμοκρασίες 30°C, γεγονός που άσκησε πίεση στα νοσοκομεία και οδήγησε μια παγοπίστα στον βορρά να μετατραπεί προσωρινά σε κλιματικό καταφύγιο. Καύσωνες σάρωσαν την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς η Ευρώπη βίωσε το τρίτο θερμότερο έτος που έχει καταγραφεί.
Σύμφωνα με την έκθεση Lancet Countdown Europe, εκτιμάται ότι το 2024 σημειώθηκαν στην Ευρώπη περίπου 62.000 θάνατοι που συνδέονται με τη ζέστη.
«Πρόκειται για την πιο θανατηφόρα περιβαλλοντική απειλή, με αυξήσεις σε σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές περιοχές που μελετήθηκαν», λέει στην Euronews Earth η Ελβίρα Χιμένεθ Ναβάρο, υποψήφια διδάκτωρ στο Κέντρο Έρευνας Ψηφιακού Μετασχηματισμού και Διακυβέρνησης (UOC-DIGIT (πηγή στα Αγγλικά)) του Ανοικτού Πανεπιστημίου της Καταλονίας.
«Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Γαλλία, η Κροατία, η Κύπρος, η Σλοβενία, η Κύπρος, η Μάλτα και η Σερβία παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη αύξηση της θνησιμότητας, γεγονός που αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για μέτρα προσαρμογής, όπως τα κλιματικά καταφύγια.»
Η Ναβάρο, η οποία ζητεί τη δημιουργία ενός παγκόσμιου δικτύου για την αντιμετώπιση της αύξησης των ακραίων θερμοκρασιών, προειδοποιεί ότι η θνησιμότητα που σχετίζεται με τη ζέστη αυξάνεται επίσης, με «πιο αργό αλλά σταθερό ρυθμό», σε κεντρικές ή ανατολικές χώρες όπως η Γερμανία, η Αυστρία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Εσθονία και η Λιθουανία.
«Συνολικά, η ακραία ζέστη αποτελεί ζήτημα δημόσιας υγείας που επηρεάζει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλες τις ευρωπαϊκές χώρες», προσθέτει η ειδικός. «Ακόμη και όσες αντιμετωπίζουν μικρότερη πίεση θα πρέπει να αξιοποιήσουν την ευκαιρία για καλύτερο σχεδιασμό.»
Ποιον εξυπηρετούν τα κλιματικά καταφύγια και ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζουν;
Αν και τα κλιματικά καταφύγια είναι δωρεάν και ανοικτά σε όλους, οι ειδικοί υπογραμμίζουν την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι είναι προσβάσιμα στους πιο ευάλωτους πληθυσμούς. Σύμφωνα με το ισπανικό σύστημα ημερήσιας επιτήρησης θνησιμότητας (MoMo), οι περισσότεροι από τους 21.700 ανθρώπους που πέθαναν από αιτίες σχετιζόμενες με τη ζέστη την περίοδο 2015–2023 ήταν άνω των 65 ετών.
«Η ευαλωτότητα προκύπτει από πολλαπλούς, αλληλοεπικαλυπτόμενους παράγοντες – από την ηλικία και τα προϋπάρχοντα προβλήματα υγείας μέχρι την ποιότητα κατοικίας, τις συνθήκες εργασίας και το εισόδημα – και συνεπώς δεν κατανέμεται ομοιόμορφα», εξηγεί η Ναβάρο.
Η ειδικός υποστηρίζει ότι οι δήμοι θα πρέπει να χαρτογραφήσουν όχι μόνο την έκθεση στη ζέστη, αλλά και αυτούς τους ευρύτερους δείκτες ευαλωτότητας, συνδυάζοντας τα δεδομένα ώστε να εντοπίζουν τις περιοχές προτεραιότητας και να τοποθετούν τα καταφύγια εκεί όπου χρειάζονται περισσότερο.
Επιπλέον, η διασφάλιση ότι τα κλιματικά καταφύγια παραμένουν ανοικτά στις ώρες μέγιστης ζήτησης, η τήρηση βασικών προτύπων άνεσης και η ενημέρωση του κοινού για την πρόσβαση με «συμπεριληπτικό τρόπο» αποτελούν προκλήσεις που πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Για να επιτευχθούν όλα αυτά, δεν αρκεί να δράσουν μόνο οι κυβερνήσεις.
«Οι αρχές διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στον εντοπισμό των αναγκών, την επιλογή των χώρων, την κατανομή των πόρων και τη διαχείριση της λειτουργίας, αλλά η αποτελεσματική διακυβέρνηση εξαρτάται επίσης από τη συνεργασία με κοινοτικές ομάδες, ΜΚΟ και τοπικές επιχειρήσεις, ώστε να παρατείνονται τα ωράρια λειτουργίας, να βελτιώνεται η ενημέρωση και να ενισχύεται μια ανθεκτικότητα με βαθιές, τοπικές ρίζες», σημειώνει η Ναβάρο.
«Η ύψιστη πρόκληση είναι να μετατραπούν τα κλιματικά καταφύγια από βραχυπρόθεσμα μέτρα έκτακτης ανάγκης σε μόνιμους, συμπεριληπτικούς, πολυλειτουργικούς αστικούς χώρους, που όχι μόνο προστατεύουν τους ανθρώπους από την ακραία ζέστη αλλά και βελτιώνουν την καθημερινή ευημερία.»
«Μεταμορφώνοντας τους δημόσιους χώρους»
Καθώς τα επεισόδια ακραίας ζέστης πολλαπλασιάζονται, τα κλιματικά καταφύγια ίσως γίνουν ο κανόνας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μόλις τον περασμένο μήνα, το Γενικό Συμβούλιο του Βουκουρεστίου στη Ρουμανία ενέκρινε τη δημιουργία ενός δικτύου κλιματικών καταφυγίων για την προστασία των πολιτών από καύσωνες και απότομες πτώσεις της θερμοκρασίας.
Η Ναβάρο τονίζει ότι αυτά τα μέτρα προσαρμογής, ιδίως στο αστικό περιβάλλον, έχουν γίνει «όλο και πιο αναγκαία». Ωστόσο, οι δημοτικές αρχές διαθέτουν περιορισμένους πόρους για να εξασφαλίσουν δίκαιη και κοντινή πρόσβαση σε κλιματικά καταφύγια – κάτι που συχνά σημαίνει ότι βασίζονται σε ιδιωτικούς χώρους, όπως τα εμπορικά κέντρα, για να στηρίξουν τους πολίτες που έχουν ανάγκη.
«Ένα δίκτυο μπορεί να υλοποιηθεί σχετικά εύκολα βραχυπρόθεσμα, αξιοποιώντας τις υπάρχουσες δημόσιες υποδομές, όμως αυτό δεν απαντά στις βαθύτερες αλλαγές που απαιτούνται σε αστικά περιβάλλοντα τα οποία αντιμετωπίζουν πολλαπλές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης», προσθέτει η ερευνήτρια.
«Απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική προσαρμογής, με έμφαση στον μετασχηματισμό του δημόσιου χώρου, ώστε να μειωθεί η έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες και άλλα ακραία φαινόμενα, βελτιώνοντας παράλληλα τη δημόσια ευημερία και περιορίζοντας τις ανισότητες στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.»
Αυτό περιλαμβάνει επενδύσεις σε πράσινες και γαλάζιες υποδομές, αλλαγές στην αστική κινητικότητα και κοινωνικά μέτρα που στηρίζουν τις ανάγκες των πιο ευάλωτων πληθυσμών.»