Πράσινη λάσπη εμφανίζεται στις ευρωπαϊκές ακτές, καθώς τα θερμότερα νερά, τα λύματα και τα γεωργικά απόβλητα τροφοδοτούν την εξάπλωση τοξικών φυκών.
«Θυμάμαι την όμορφη παραλία μας πριν από τη ρύπανση», λέει ο κάτοικος της Βρετάνης Jean Hascoet, που ηγείται της τοπικής ομάδας καμπάνιας Baie de Douarnenez Environnement. «Τώρα, με χιλιάδες γουρούνια κοντά στην πόλη μας, όλα είναι διαφορετικά».
Σε όλη τη Γαλλία και την Ισπανία, οι ευρωπαϊκές ακτές πνίγονται από τοξικές ανθίσεις φυκών. Οι επιστήμονες είναι σαφείς ως προς την αιτία: δεκαετίες κατά τις οποίες χημικές ουσίες διαρρέουν στα υδάτινα συστήματα. Η πλημμελής διαχείριση των ανθρώπινων λυμάτων, αλλά και τα λιπάσματα και τα πλεονάζοντα περιττώματα από διαρκώς επεκτεινόμενες βιομηχανικές κτηνοτροφικές μονάδες, θεωρούνται υπεύθυνα.
Οι θάλασσες που έχουν θερμανθεί από την κλιματική αλλαγή τροφοδοτούν επιπλέον την ταχεία ανάπτυξη των φυκών, που διαταράσσουν τα εύθραυστα οικοσυστήματα και σκοτώνουν τα ψάρια και τη θαλάσσια βλάστηση. Ορισμένα είδη μπορεί επίσης να προκαλέσουν ναυτία, εμετούς και εξανθήματα στους ανθρώπους – οδηγώντας σε εκατοντάδες απαγορεύσεις κολύμβησης σε όλη την ήπειρο το φετινό καλοκαίρι.
Το δημοσιογραφικό μέσο ερευνών για το κλίμα DeSmog (πηγή στα Αγγλικά) επισκέφθηκε μερικά από τα σημεία της Ευρώπης που έχουν πληγεί πιο σοβαρά, μιλώντας με ψαράδες, κολυμβητές και επιχειρηματίες των οποίων η επιβίωση και η υγεία εξαρτώνται από καθαρά νερά.
«Η ζώνη θυσίας της Ισπανίας»: Η κτηνοτροφία απειλεί μια προστατευόμενη λιμνοθάλασσα
«Δεν θα με δείτε ποτέ ξανά να κολυμπώ σε αυτά τα νερά», λέει η Fina.
Η 84χρονη από τη Μούρθια ζει με τον σύζυγό της πάνω στην παραλία στο Los Urrutias, στη δυτική όχθη της ισπανικής Μαρ Μενόρ, της μεγαλύτερης αλμυρής λιμνοθάλασσας της Ευρώπης. Στην ακτή συσσωρεύονται σάπια φύκη, που αναδίδουν μια έντονη δυσοσμία.
«Ήταν κάποτε παράδεισος. Η θάλασσα έσφυζε από ιππόκαμπους», λέει η Fina.
Την τελευταία δεκαετία, στη Μαρ Μενόρ – δημοφιλή προορισμό για Ισπανούς και διεθνείς τουρίστες – έχει σημειωθεί απότομη αύξηση φυκών που πνίγουν τη θαλάσσια ζωή.
Παρότι η ισπανική κυβέρνηση της αναγνώρισε το 2022 καθεστώς «νομικού προσώπου», δίνοντάς της δικαιώματα προστασίας και αποκατάστασης, η λιμνοθάλασσα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση από την απορροή της γεωργίας.
Τα κυανοβακτήρια, γνωστά και ως μπλε-πράσινα φύκη, βασίζονται σε θρεπτικά συστατικά όπως το άζωτο και ο φώσφορος για να αναπτυχθούν. Η εντατική γεωργία στην περιοχή της Μαρ Μενόρ προσφέρει άφθονα θρεπτικά, μέσω κοπριάς, υγρών αποβλήτων και απορροής λιπασμάτων.
Μελέτες υπολογίζουν (πηγή στα Αγγλικά) ότι η γεωργία ευθύνεται για περίπου το 85% των θρεπτικών που καταλήγουν στη λιμνοθάλασσα, ενώ οι αστικές πηγές αντιστοιχούν στο υπόλοιπο.
«Η γη δεν μπορεί να τα απορροφήσει όλα», λέει ο βιολόγος Pedro Luengo, εκπρόσωπος της ομάδας καμπάνιας Ecologistas en Acción στη Μούρθια. «Είμαστε μια ζώνη θυσίας».
Ακόμη και στα ανατολικά της λιμνοθάλασσας, στο πιο απομακρυσμένο σημείο από τις αγροτικές εκτάσεις, οι τοπικές αρχές χρειάζονται συνεχή προσπάθεια για να διατηρήσουν ένα τεχνητό παράδεισο για τους τουρίστες. Στους τρεις πρώτους μήνες του 2026 συνέλεξαν πάνω από 4.000 τόνους φυκών από τις ακτές και τα γειτονικά νερά της Μαρ Μενόρ – βάρος που αντιστοιχεί περίπου σε 1.000 ελέφαντες.
Ωστόσο αυτό δεν έχει προστατεύσει όσους στηρίζονται στη λιμνοθάλασσα για το εισόδημά τους.
«Παλιά πιάναμε πολύ περισσότερα φαγκριά και γαρίδες. Τώρα η ψαριά είναι πολύ μικρότερη», λέει ο ψαράς από το Lo Pagán Rubén Albaladejo. «Η Μαρ Μενόρ είναι ένα υπόνομο, όπου ο καθένας πετάει τα σκουπίδια και τα απόβλητά του».
Οι αυξανόμενες θερμοκρασίες του νερού δυσκολεύουν επιπλέον την αναπαραγωγή αυτών των ειδών: «Φτάσαμε τους 30 βαθμούς – κάτι που δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ», λέει ο Albaladejo.
Οι επιστήμονες προειδοποίησαν τον Αύγουστο ότι η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή πρόσθεσε περίπου 2°C στις μέγιστες θερμοκρασίες της Μεσογείου και περίπου 1,4°C στις θάλασσες της Δυτικής Ευρώπης, σύμφωνα με το World Weather Attribution. Η Μεσόγειος σημείωσε τον Ιούλιο μέση θερμοκρασία-ρεκόρ 27,07°C.
Το ισπανικό υπουργείο Περιβάλλοντος χρηματοδοτεί οκτώ έργα με πάνω από 11,5 εκατ. ευρώ για τη μείωση της ρύπανσης από την κτηνοτροφία, συμπεριλαμβανομένων νέων μεθόδων επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων χοιροτροφείων και της μετακίνησης προβάτων σε ανοιχτή βοσκή. Αποτελούν μέρος ενός εθνικού προγράμματος 675 εκατ. ευρώ για την ανάκαμψη της λιμνοθάλασσας, αλλά μέχρι το τέλος του 2025 είχε δαπανηθεί μόλις περίπου το 16% αυτού του προϋπολογισμού.
«Η λίμνη είναι νεκρή»: Οι ψαράδες στη Βόρεια Ιρλανδία βιώνουν τη χειρότερη χρονιά τους
Δύο χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στη Βόρεια Ιρλανδία, ο Declan Coney βλέπει επίσης τη λίμνη Lough Neagh – τη μεγαλύτερη λίμνη του Ηνωμένου Βασιλείου – να καταστρέφεται κάθε καλοκαίρι από μπλε-πράσινα φύκη από το 2023 και μετά.
«Το ψάρεμα μου μεταδόθηκε – γενιά μετά τη γενιά», λέει ο Coney. Όμως «η φετινή χρονιά είναι η χειρότερη που έχουμε ζήσει στο ψάρεμα. Η λίμνη είναι νεκρή».
Τα αποθέματα πέστροφας και χελιού έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια, εν μέρει λόγω των φυκών που εξαντλούν το οξυγόνο και με το βάρος τους κλείνουν τα δίχτυα του Coney, ώστε τα ψάρια να μην μπορούν να μπουν μέσα.
Από τη δεκαετία του 2000, η λίμνη έχει κατακλυστεί από εισβλητικά κοχύλια ζέβρα. Καταναλώνοντας το φυτοπλαγκτόν, αυτά τα μαλάκια στερούν από άλλα είδη μια ζωτική πηγή τροφής, ενώ προσκολλώνται στα δίχτυα και τα σκίζουν.
«Δεν υπάρχει πια χρήμα [στο ψάρεμα]», λέει ο Coney, που δουλεύει στη λίμνη από το 1975. «Δεν είναι πια τρόπος να βγάλεις τα προς το ζην».
Όπως και στην Ισπανία, οι ανθίσεις φυκών στη Lough Neagh είναι αποτέλεσμα δεκαετιών ρύπανσης από θρεπτικά. Ο κτηνοτροφικός τομέας της Βόρειας Ιρλανδίας έχει επεκταθεί γρήγορα, υποστηριζόμενος (πηγή στα Αγγλικά) από κυβερνητικά σχέδια αύξησης της παραγωγής από το 2013: ο αριθμός των πουλερικών έχει αυξηθεί κατά ένα τρίτο και των χοίρων κατά 74%.
Νωρίτερα φέτος, η μη κερδοσκοπική οργάνωση Watershed Investigations και η βρετανική εφημερίδα The Guardian εντόπισαν (πηγή στα Αγγλικά) ίχνη περιττωμάτων βοοειδών, χοίρων και ανθρώπων σε δείγματα νερού από τη λίμνη, που εκτείνεται σχεδόν σε 400 τετραγωνικά χιλιόμετρα και παρέχει το 40% του πόσιμου νερού της Βόρειας Ιρλανδίας.
Οι κανονισμοί που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας των νερών της Lough Neagh, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των επιπέδων φωσφόρου και αζώτου στις ζωοτροφές και του περιορισμού της διάθεσης κοπριάς, χρειάζονται ενίσχυση και καλύτερη εφαρμογή, σύμφωνα με έκθεση (πηγή στα Αγγλικά) του Office for Environmental Protection που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο. Η έκθεση αναγνωρίζει θετικές επενδύσεις και προσπάθειες από τους αγρότες, αλλά επισημαίνει ότι απαιτείται περισσότερη υποστήριξη και εποπτεία στο επίπεδο της φάρμας.
Η Mary O’Hagan ζει στα βορειοδυτικά της λίμνης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, δημιούργησε μια ομάδα για κολύμπι σε φυσικά νερά και διαπίστωσε ότι το κρύο νερό είχε τεράστια οφέλη – από τη βελτίωση της ψυχικής υγείας έως την ανακούφιση χρόνιων πόνων.
«Στα 30 μου δεν είχα και μεγάλη ζωή, δεν φρόντιζα τον εαυτό μου. Το κολύμπι στη Lough Neagh άλλαξε τη ζωή μου ολοκληρωτικά», λέει η O’Hagan. «Είχαμε μια κοινότητα».
Όμως, μετά το δεύτερο καλοκαίρι με ανθίσεις φυκών, αισθάνθηκε πως ήταν αναγκασμένη να κλείσει την ομάδα κολύμβησης.
«Ήταν σαν Αρμαγεδδώνας. Το να βλέπεις τις ακτές καλυμμένες όσο φτάνει το μάτι από μια πράσινη, πηχτή λάσπη ήταν φρικτό», λέει. «Δεν μπορούσα με καθαρή συνείδηση να οργανώνω κολύμπι όπου οι άνθρωποι θα εκτίθενται σε βακτήρια, φύκη ή ο θεός ξέρει τι άλλο». Τα μπλε-πράσινα φύκη μπορεί να προκαλέσουν εμετούς, διάρροια και ερεθισμό του δέρματος.
«Περισσότερα ζώα από ανθρώπους»: Η απορροή κοπριάς δηλητηριάζει τις παραλίες της Βρετάνης
Η Βρετάνη, στη βορειοδυτική Γαλλία, δίνει τη δική της θανατηφόρα μάχη: τα φύκη sea lettuce έχουν συνδεθεί με έως και έξι θανάτους στις παραλίες της περιοχής από τη δεκαετία του 1980. Όταν αποσυντίθενται, μπορούν να παράγουν υδρόθειο – ένα θανατηφόρο αέριο με μυρωδιά σάπιου αυγού – το οποίο, αν εισπνευστεί σε μεγάλες ποσότητες, μπορεί να προκαλέσει απόφραξη των αεραγωγών και συσσώρευση υγρού στους πνεύμονες.
Οι κάτοικοι εδώ εκφράζουν ανοιχτά τις υποψίες τους για την αιτία. Κοντά στην τουριστική πόλη Saint-Brieuc, ένας κάτοικος έχει γράψει με σπρέι «les cochons» – τα γουρούνια – πάνω σε επίσημη πινακίδα που προειδοποιεί για τον κίνδυνο και τα συμπτώματα από την εισπνοή τοξικών αερίων που παράγουν τα φύκη.
«Έχουμε πολύ περισσότερα ζώα απ’ ό,τι ανθρώπους», λέει ο συγγραφέας και περιβαλλοντολόγος Yves-Marie Le Lay, που φοράει προστατευτική μάσκα στην κοντινή του παραλία όταν η ανάπτυξη των φυκών φτάνει σε επικίνδυνα επίπεδα. Παρότι η χερσόνησος της Βρετάνης καταλαμβάνει μόλις το 5% της επιφάνειας της Γαλλίας, τα 6,8 εκατ. γουρούνια της αντιστοιχούν στο 58% του συνολικού αριθμού χοίρων της χώρας. «Έχουμε πρόβλημα με την κοπριά, καταλήγει όλη στα ποτάμια».
Το γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο, η Cour des comptes, διαπίστωσε το 2021 ότι πάνω από το 90% του αζώτου στους επηρεασμένους κόλπους προέρχεται από τη γεωργία.
Ο περιβαλλοντικός ακτιβιστής Fabrice Hamon ανησυχεί για τους επόμενους μήνες. Στην κοντινή του παραλία, την Plage de Penfoul, το βακτήριο E. coli οδήγησε σε μερική απαγόρευση κολύμβησης το 2025. Η φετινή ξηρασία σημαίνει ότι επιβλαβή πλεονάζοντα θρεπτικά έχουν συσσωρευτεί στο έδαφος των γειτονικών χωραφιών όπου ρίχνεται κοπριά.
«Αυτή τη στιγμή υπάρχει συσσώρευση βακτηρίων στα χωράφια», λέει ο Hamon. «Αρκεί μια δυνατή νεροποντή και, μπάμ. Είναι ένα δηλητήριο που δρα αργά: λίγο-λίγο, τα οικοσυστήματα υποβαθμίζονται από τη συσσώρευση ρύπανσης που συνδέεται με την εντατική κτηνοτροφία».
Ο Hamon εργάζεται πάνω σε ένα σύστημα παρακολούθησης των βακτηρίων σε περίπου 20 ποτάμια που εκβάλλουν σε τοπικές παραλίες, ώστε οι τουρίστες και οι λουόμενοι να μπορούν να ελέγχουν τις προειδοποιήσεις μέσω μιας εφαρμογής που ονομάζεται La Météo Bacterio (πηγή στα Αγγλικά).
Σε άλλα σημεία της Ευρώπης, οι πολίτες μπορούν να αναφέρουν την παρουσία μπλε-πράσινων φυκών μέσω της εφαρμογής Bloomin’ Algae (πηγή στα Αγγλικά) του UK Centre for Ecology & Hydrology. Η εφαρμογή είναι διαθέσιμη στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, την Ελλάδα, το Λουξεμβούργο, την Ολλανδία και τη Νορβηγία.
«Η θάλασσα ήταν νεκρή»: Οι ανθίσεις στη Βαλτική ευδοκιμούν στη ζέστη-ρεκόρ
Προγράμματα επιστήμης των πολιτών όπως αυτό του Hamon μπορεί να αποδειχθούν κρίσιμα στη μάχη κατά της ρύπανσης στα υδάτινα σώματα της Ευρώπης.
Στη βόρεια Γερμανία, εθελοντές υπό την καθοδήγηση του παραρτήματος Schleswig-Holstein της περιβαλλοντικής οργάνωσης Bund für Umwelt und Naturschutz Deutschland (BUND) συλλέγουν δείγματα νερού (πηγή στα Αγγλικά) δύο φορές τον μήνα από τοπικά ποτάμια, για να εντοπίζουν τις πηγές της ρύπανσης και να συμβάλουν στη μείωση της απορροής θρεπτικών στη Βαλτική Θάλασσα.
Ο Jürgen Leicher, αντιπρόεδρος της ομάδας, πλέει σε αυτά τα νερά εδώ και 40 χρόνια και λέει ότι οι φετινές ανθίσεις φυκών είναι οι χειρότερες που έχει δει ποτέ.
Στη Γερμανία, οι θερμοκρασίες έσπασαν ρεκόρ για τρεις συνεχόμενες ημέρες τον Ιούνιο, φτάνοντας σχεδόν τους 42°C. Δορυφορικές εικόνες της Βαλτικής τον Αύγουστο δείχνουν τεράστιες μάζες φυκών να περιστρέφονται προς τις ακτές. Τα φύκη αναπτύσσονται πιο γρήγορα και διαρκούν περισσότερο σε ζεστά νερά, καθώς οι υψηλότερες θερμοκρασίες επιτρέπουν να τρέφονται και να αναπαράγονται με ταχύτερο ρυθμό.
«Νιώθεις πραγματικά φόβο όταν πλέεις εκατοντάδες μίλια μέσα σε μια κίτρινο-καφέ, βρόμικη θάλασσα», λέει ο Leicher. «Σε όλη αυτή την έκταση, η θάλασσα ήταν νεκρή. Δεν βλέπεις πουλιά, ούτε θηλαστικά, ούτε ψάρια. Είναι τόσο άδεια».
Η Isabel Seeger, ειδικός στην προστασία της θάλασσας στη Deutsche Umwelthilfe, λέει ότι η πηγή του προβλήματος είναι ξεκάθαρη: «Το σημερινό μας αγροτικό σύστημα, που βασίζεται σε μεγάλη κατανάλωση λιπασμάτων και σε κοπριά από μαζική κτηνοτροφία, είναι η μεγαλύτερη αιτία του ευτροφισμού στη Βαλτική Θάλασσα».
Ο διακυβερνητικός οργανισμός HELCOM εκτιμά ότι η γεωργία ευθύνεται έως και για το 90% του αζώτου και έως και για το 80% του φωσφόρου στη διάχυτη απορροή θρεπτικών προς τη Βαλτική.
Παρά δεκαετίες διακυβερνητικών προσπαθειών για τη μείωση της ρύπανσης από θρεπτικά, όπως η επιβολή αυστηρών ορίων στις ποσότητες λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, η Βαλτική δυσκολεύεται να ανακάμψει από τη συσσωρευμένη περιβαλλοντική ζημιά σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες θερμοκρασίες.
Κάθε χρόνο, όταν τα φύκη πεθαίνουν βυθίζονται στον πυθμένα της θάλασσας, παρασύροντας μαζί τους μεγάλες ποσότητες φωσφόρου. Ο φωσφόρος αυτός απελευθερώνεται ξανά στο νερό τα επόμενα χρόνια – ένας επικίνδυνος κύκλος ανατροφοδότησης που επιταχύνεται όσο η θάλασσα θερμαίνεται.
Τελικά, όμως, οι επιστήμονες λένε ότι η ρύπανση από θρεπτικά πρέπει να μειωθεί δραστικά για να περιοριστεί η επαναλαμβανόμενη, βλαβερή ανάπτυξη φυκών – και αυτό σημαίνει μετασχηματισμό των γεωργικών πρακτικών.
«Η επιστήμη είναι ξεκάθαρη ως προς το τι χρειάζεται να γίνει», λέει ο καθηγητής Friedhelm Taube από το Πανεπιστήμιο του Κιέλου (CAU), που πέρασε 12 χρόνια συμβουλεύοντας το γερμανικό Υπουργείο Γεωργίας.
Οι κυβερνήσεις, τονίζει, πρέπει να στηρίξουν τους αγρότες ώστε να χρησιμοποιούν λιγότερα λιπάσματα πλούσια σε νιτρικά, να φυτεύουν φυτά κάλυψης όπως τριφύλλι-γρασίδι που απορροφούν μέρος των πλεονάζοντων θρεπτικών από τα εδάφη πριν αυτά καταλήξουν σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσες, και να μειώσουν τον αριθμό των ζώων που εκτρέφονται σε μία μονάδα κτηνοτροφίας ανά εκτάριο – έναν τεχνικό όρο (πηγή στα Αγγλικά) που αντιστοιχεί σε μία γαλακτοπαραγωγό αγελάδα ή περίπου τρεις χοίρους – σε περιορισμένη έκταση γης.
Για τους ακτιβιστές στη Μούρθια, το δίλημμα είναι εξίσου σαφές: «Ή θα καταστρέψουμε τη Μαρ Μενόρ ή θα μετασχηματίσουμε το αγροτικό μοντέλο», λέει ο Luengo.
Επιπλέον έρευνα: Joey Grostern