Newsletter Newsletters Events Εκδηλώσεις Ποντάκαστ Βίντεο Africanews
Loader
Διαφήμιση

Πλούσια σε πετρέλαιο, φτωχή σε ευκαιρίες: το παράδοξο της Βενεζουέλας

Δεξαμενόπλοια πετρελαίου ελλιμενίζονται στο διυλιστήριο Cardon κατά το ηλιοβασίλεμα στην Punta Cardon της Βενεζουέλας. 14 Ιανουαρίου 2026.
Δεξαμενόπλοια πετρελαίου ελλιμενίζονται στο διυλιστήριο Cardon κατά το ηλιοβασίλεμα στην Punta Cardon της Βενεζουέλας. 14 Ιανουαρίου 2026. Πνευματικά Δικαιώματα  AP/Matias Delacroix
Πνευματικά Δικαιώματα AP/Matias Delacroix
Από Una Hajdari
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια
Μοιραστείτε το Close Button

Παρά τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου, η Βενεζουέλα παραμένει διχασμένη για το ποιος ελέγχει τον πλούτο της. Η επόμενη μέρα μετά τον Μαδούρο φέρνει αβεβαιότητα, γεωπολιτικά παιχνίδια και ερωτήματα για το ποιος τελικά ωφελείται.

Ο ευκολότερος τρόπος να παρερμηνεύσει κανείς τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας είναι να τον αντιμετωπίσει ως μια τυπική βιομηχανική ιστορία, περιορίζοντάς τον αποκλειστικά σε αποθέματα, γεωτρήσεις, επενδύσεις και παραγωγή.

Όλα αυτά έχουν σημασία, αλλά δεν αρκούν για να αποδώσουν το πόσο βαθιά το πετρέλαιο είναι υφασμένο στο πολιτικό DNA της χώρας.

Η Βενεζουέλα βρίσκεται πάνω σε τεράστια αποθέματα ενός από τους πιο περιζήτητους πόρους παγκοσμίως, ωστόσο για μεγάλο μέρος της ιστορίας της, οι απλοί πολίτες είδαν ελάχιστα οφέλη από αυτή τη γεωλογική ευλογία.

Με τα αποθέματα να κατανέμονται κυρίως μεταξύ της Ζώνης του Ορινόκο και της παλαιότερης, πιο εντατικά εκμεταλλευμένης περιοχής της λίμνης Μαρακαΐμπο, κάθε κυβέρνηση αναγκάστηκε να θεμελιώσει τη διεκδίκησή της στην εξουσία πάνω σε ένα σχέδιο για το πετρέλαιο.

Μετά την αμερικανική επέμβαση στις αρχές Ιανουαρίου που οδήγησε στη σύλληψη και απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο, το μέλλον των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, και το τι σημαίνουν για τους πολίτες, έχει επανέλθει στο επίκεντρο της εθνικής αντιπαράθεσης.

«Υπάρχει έντονη συζήτηση για το μέλλον της πετρελαϊκής βιομηχανίας, ωστόσο η κατάσταση παραμένει τόσο αβέβαιη που είναι δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα προς τα πού κατευθύνονται τα πράγματα», εξήγησε ο Τιτσιάνο Μπρέντα, ανώτερος αναλυτής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική στο πρόγραμμα Armed Conflict Location and Event Data.

Ποιος καρπώνεται τα οφέλη;

Σε διοικητικά συμβούλια από το Χιούστον έως τη Μαδρίτη, αυτή η ανανεωμένη αβεβαιότητα έχει καταστεί καθοριστικός παράγοντας. Επηρεάζει το αν οι εταιρείες υπηρεσιών κινητοποιούν γεωτρύπανα, το αν οι ασφαλιστές επανατιμολογούν τον κίνδυνο στις θαλάσσιες οδούς της Καραϊβικής και το αν τα διυλιστήρια προσαρμόζονται σε βαρύτερους τύπους αργού, τους οποίους η Βενεζουέλα μπορεί θεωρητικά να προμηθεύσει καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε άλλον.

Ο Μπρέντα σκιαγραφεί δύο βασικά σενάρια που θεωρεί πιθανότερα στο άμεσο μέλλον.

«Το ένα είναι ένα σενάριο στο οποίο οι ΗΠΑ είτε θα ελέγχουν είτε θα έχουν προνομιακή πρόσβαση στις πετρελαϊκές πλατφόρμες της Βενεζουέλας, καθώς και ευνοϊκούς όρους για επενδύσεις και διατήρηση των κερδών της πετρελαϊκής βιομηχανίας», ανέφερε.

Σε αυτό το σενάριο, οι αμερικανικές επενδύσεις θα συνοδεύονταν από βελτιώσεις στις υποδομές και η παραγωγή θα μπορούσε να αρχίσει να αυξάνεται εκ νέου, από τα σημερινά περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως.

«Το πρόβλημα με αυτό το σενάριο είναι ότι φαίνεται πως οι αμερικανικές εταιρείες θα ήταν εκείνες που θα ωφελούνταν περισσότερο. Τα οφέλη για τον λαό της Βενεζουέλας είναι ασαφή ή θα ήταν περιορισμένα», πρόσθεσε.

Η Βενεζουέλα έχει δει κατά καιρούς τον πετρελαϊκό της τομέα να ελέγχεται από διαφορετικούς παράγοντες, χωρίς όμως τα έσοδα να διαχέονται στην κοινωνία στο σύνολό της.

«Το άλλο σενάριο είναι να παραμείνουν στη θέση τους οι δομές εξουσίας του Τσαβισμού, απλώς χωρίς τον Μαδούρο», υποστήριξε ο Μπρέντα. Όπως εξήγησε, αυτό θα διατηρούσε μια σχέση συνεχών διακυμάνσεων με τις ΗΠΑ, με το σύστημα να επιδιώκει την προστασία της εθνικής παραγωγής αντί να παραχωρήσει όλες τις άδειες σε ξένες εταιρείες.

Εμπόδια στις επενδύσεις

Ο Φρανσίς Περέν, ανώτερος ερευνητής στο Γαλλικό Ινστιτούτο Διεθνών και Στρατηγικών Σχέσεων (IRIS) και ειδικός σε θέματα ενέργειας, μίλησε στο Euronews για το μέλλον της πετρελαϊκής βιομηχανίας στη Βενεζουέλα.

«Οι διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες θα πρέπει να επενδύσουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια. Για να συμβεί αυτό απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις: ασφάλεια, σταθερότητα και κερδοφορία — όχι μόνο τώρα και τους επόμενους μήνες, αλλά σε βάθος χρόνου», δήλωσε.

«Είναι βέβαια αδύνατο σήμερα να εκτιμηθεί η μελλοντική σταθερότητα της χώρας… Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών κάλεσε πρόσφατα τους Αμερικανούς πολίτες να εγκαταλείψουν τη Βενεζουέλα», πρόσθεσε.

Οι εταιρείες που είναι πιθανότερο να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στη Βενεζουέλα είναι όσες ήδη δραστηριοποιούνται εκεί, δηλαδή οι Chevron, Repsol και Eni.

Από την άντληση στα νοικοκυριά

Τα έσοδα από το πετρέλαιο συχνά παρουσιάζονται σαν να δημιουργούν αυτομάτως δημόσιο όφελος, κάτι που ισχύει μόνο εφόσον οι ηγέτες τα διοχετεύουν σε χρήσιμες πολιτικές.

Από τη μία πλευρά, τα πετρελαϊκά έσοδα μπορούν να χρηματοδοτήσουν νοσοκομεία και σχολεία. Από την άλλη, μπορούν επίσης να τροφοδοτήσουν πελατειακά δίκτυα και έναν κατασταλτικό μηχανισμό ασφαλείας.

«Όταν ο πρώην πρόεδρος Τσάβες ανέλαβε την εξουσία, δεν διέλυσε τη βιομηχανία. Διατήρησε την ξένη τεχνογνωσία και στάθηκε τυχερός, καθώς οι τιμές των εμπορευμάτων εκτοξεύτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, κάτι που χρησιμοποίησε για να χρηματοδοτήσει το πολιτικό του εγχείρημα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στην περιοχή», εξήγησε ο Μπρέντα.

Ο Τσάβες δεν κατέστρεψε εξ ολοκλήρου την πετρελαϊκή μηχανή, τουλάχιστον όχι άμεσα. Κράτησε τμήματά της σε λειτουργία και αξιοποίησε την άνθηση για να μετατρέψει το πετρέλαιο σε πολιτική ισχύ μεγάλης κλίμακας.

«Ο Μαδούρο κληρονόμησε αυτή την παρακαταθήκη μετά τον θάνατο του Τσάβες και, στην προσπάθειά του να εδραιώσει τη δική του δομή εξουσίας, αντικατέστησε ουσιαστικά όλα τα στελέχη που ήταν πιστά στον Τσάβες και γνώριζαν τον πετρελαϊκό τομέα με άλλους, κυρίως με κριτήριο την προσωπική τους πίστη σε εκείνον», σημείωσε ο Μπρέντα.

Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η απομάκρυνση έμπειρου προσωπικού, σε συνδυασμό με την απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου από το 2014 και μετά, δημιούργησε μια τέλεια καταιγίδα, που επιδεινώθηκε περαιτέρω από τις αμερικανικές κυρώσεις.

Ένα σύστημα για τις ελίτ;

«Παρότι η βενεζουελάνικη βιομηχανία έφτασε στο χαμηλότερο σημείο της επί Μαδούρο, το μέγεθός της εξακολουθούσε να είναι αρκετό ώστε να παράγει όσα χρειάζονταν για να διατηρεί ικανοποιημένες τις οικονομικές, πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ της χώρας», ανέφερε ο Μπρέντα.

Πρόσθεσε ότι πολλά στελέχη της ανώτατης ιεραρχίας δυσαρεστήθηκαν από την αμερικανική επέμβαση, εν μέρει επειδή «ήταν εκείνοι που ωφελούνταν περισσότερο από το προηγούμενο καθεστώς».

Ενώ η πρώην αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες ασκεί χρέη προσωρινής προέδρου μετά τη σύλληψη του Μαδούρο, η ηγέτιδα της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο έχει δεσμευθεί ότι θα ηγηθεί της χώρας «όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή».

Ο Μπρέντα εξήγησε ότι πολλά μέλη της ελίτ της Βενεζουέλας αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα σχέδια της Ματσάδο για τον πετρελαϊκό τομέα, φοβούμενα ότι θα επιτρέψει στις αμερικανικές εταιρείες να «αποκομίσουν το μέγιστο όφελος από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας χωρίς άμεσα οφέλη για τους απλούς πολίτες».

Την περασμένη εβδομάδα, η Ματσάδο, βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης 2025, παρέδωσε επισήμως το μετάλλιο που έλαβε στον Τραμπ, ως αναγνώριση της «μοναδικής του δέσμευσης στην ελευθερία μας».

Η Ματσάδο έχει καλέσει ανοιχτά σε ισχυρή αμερικανική εμπλοκή στη Βενεζουέλα και επιδιώκει εμφανώς να οικοδομήσει στενή σχέση με τον Τραμπ.

Για τους υποστηρικτές της, η ανοιχτότητα σε αμερικανική παρέμβαση φαντάζει ως μια ελπιδοφόρα οδός επιστροφής των επενδύσεων, της παραγωγής και της τάξης. Για άλλους, θυμίζει την επανάληψη ενός μοντέλου που θεωρούν ότι τους απέτυχε.

Τι γίνεται με τη Ρωσία και την Κίνα;

Κατά τα χρόνια μετά τις κυρώσεις, το εμπόριο βενεζουελάνικου αργού και καυσίμων στράφηκε σε μεγάλο βαθμό προς την Κίνα, με αγοραστές και μεσάζοντες να βοηθούν το Καράκας να συνεχίσει τις εξαγωγές παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς.

Το 2024, δεδομένα παρακολούθησης πλοίων έδειξαν ότι η Κίνα παρέμεινε ο μεγαλύτερος παραλήπτης με περίπου 351.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ οι ΗΠΑ ακολούθησαν με περίπου 222.000 βαρέλια ημερησίως βάσει ειδικών αδειών.

Τον Ιανουάριο του 2025, οι εξαγωγές της Βενεζουέλας αυξήθηκαν κατά 15%, φτάνοντας περίπου τα 867.000 βαρέλια ημερησίως, με την Κίνα να απορροφά περίπου 442.000 βαρέλια ημερησίως και την Chevron να αποστέλλει περίπου 294.000 βαρέλια σε αμερικανικά διυλιστήρια.

Για το σύνολο του 2025, εσωτερικά έγγραφα της κρατικής εταιρείας πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτιμούν ότι οι μέσες εξαγωγές προς την Κίνα ανήλθαν σε περίπου 642.000 βαρέλια ημερησίως — περίπου τα τρία τέταρτα των συνολικών ημερήσιων εξαγωγών της Βενεζουέλας το προηγούμενο έτος.

Το μοντέλο αυτό είναι πιθανό να αλλάξει, εάν οι ΗΠΑ αναλάβουν τον έλεγχο των εξελίξεων, ιδίως μετά τη δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα αποτρέψει τους αντιπάλους της από το να κατέχουν ή να ελέγχουν στρατηγικούς πόρους στην αμερικανική ήπειρο — και ιδίως στο δυτικό ημισφαίριο.

«Είναι σαφές ότι η Ρωσία και η Κίνα δεν θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη Βενεζουέλα… Η Ρωσία και η Κίνα έχουν χάσει έναν σημαντικό σύμμαχο — ακόμη ένα πλήγμα για τη Μόσχα μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία στα τέλη του 2024 και την αποδυνάμωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν από το 2024», τόνισε ο Περέν.

Η Κίνα δεν θα μπορεί πλέον να αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της Βενεζουέλας με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. «Θα χρειαστεί να αναζητήσει άλλες πηγές εφοδιασμού, κάτι που δεν είναι αδύνατο, δεδομένης της σημερινής κατάστασης της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, όπου η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση, αλλά θα είναι πιο δαπανηρό», κατέληξε.

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια

Σχετικές ειδήσεις

Πώς η Chevron εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα παρά τις αμερικανικές κυρώσεις

Το γερμανικό οικονομικό κλίμα σε υψηλό τετραετίας, παρά τους δασμούς Τραμπ

Από τα γαλλικά κρασιά στη Γροιλανδία: Το νέο μέτωπο Τραμπ με την ΕΕ