Newsletter Newsletters Events Εκδηλώσεις Ποντάκαστ Βίντεο Africanews
Loader
Διαφήμιση

Μπορεί η νέα κυβέρνηση της Ουγγαρίας να βγάλει την οικονομία από την κρίση;

Ο Πέτερ Μάγιαρ κάνει χειρονομίες καθώς μιλά στα μέσα ενημέρωσης στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία, τη Δευτέρα 13 Απριλίου 2026.
Ο Πέτερ Μάγκιαρ χειρονομεί καθώς μιλά στα μέσα ενημέρωσης στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία, Δευτέρα 13 Απριλίου 2026. Πνευματικά Δικαιώματα  AP Photo/Denes Erdos
Πνευματικά Δικαιώματα AP Photo/Denes Erdos
Από Doloresz Katanich
Δημοσιεύθηκε
Μοιραστείτε το Σχόλια
Μοιραστείτε το Close Button

Οι επενδυτές αισιοδοξούν για την οικονομική πολιτική της νέας κυβέρνησης, όμως η ενεργειακή κρίση και η μάχη για τα ευρωπαϊκά κονδύλια μπορεί να φρενάρουν τα άμεσα αποτελέσματα.

Η επερχόμενη κυβέρνηση της Ουγγαρίας καλείται να φέρει σε πέρας μια ιδιαιτέρως κρίσιμη άσκηση οικονομικής ισορροπίας, καθώς οι αγορές κινούνται ανοδικά εν μέσω προσδοκιών για μεταρρυθμίσεις, φιλοδοξιών ένταξης στην ευρωζώνη και πιθανής αποδέσμευσης κοινοτικών πόρων, ενώ οι υποκείμενες διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν έντονες.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Οι επενδυτές έσπευσαν να αγοράσουν ουγγρικά περιουσιακά στοιχεία μετά τη σαρωτική νίκη του κόμματος Τίσα του Πέτερ Μάγιαρ την Κυριακή, στέλνοντας τον χρηματιστηριακό δείκτη της Βουδαπέστης σχεδόν 5% υψηλότερα μέχρι το κλείσιμο της Δευτέρας.

Το ουγγρικό φιορίνι ενισχύθηκε επίσης σημαντικά έναντι του ευρώ, φθάνοντας σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από τον Φεβρουάριο του 2022.

Το μεσημέρι της Τετάρτης η ισοτιμία κυμαινόταν λίγο πάνω από τις 364 φιορίνια ανά ευρώ, μετά την αρχική αντίδραση των αγορών. Πριν από την παραδοχή της ήττας από τον Βίκτορ Όρμπαν το βράδυ της Κυριακής, η ισοτιμία βρισκόταν πάνω από τις 377.

Η απόδοση των δεκαετών κρατικών ομολόγων υποχώρησε από 7,52% σε 6,21% στα μέσα της εβδομάδας, αντανακλώντας τις προσδοκίες για βελτιωμένη δημοσιονομική αξιοπιστία και χαμηλότερο πολιτικό κίνδυνο.

Η Oxford Economics, διεθνής οικονομική συμβουλευτική εταιρεία, προειδοποίησε ότι η ιστορική αυτή νίκη από μόνη της «δεν θα αρκεί για να τη διατηρήσει, αν δεν συνοδευτεί από αποφασιστικές κινήσεις», πρόσθεσε όμως ότι το εκλογικό αποτέλεσμα είναι «μέτρια υποστηρικτικό για την ανάπτυξη» στις προοπτικές της ουγγρικής οικονομίας.

Ο οίκος Moody’s ανέφερε σε ανακοίνωσή του ότι η επερχόμενη φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση του Πέτερ Μάγιαρ θα έχει θετική επίδραση στην πιστοληπτική θέση της Ουγγαρίας, επικαλούμενος τη βελτίωση των σχέσεων της χώρας με την ΕΕ, σύμφωνα με το Reuters.

Η δεδηλωμένη πλειοψηφία δύο τρίτων του κόμματος Τίσα στο κοινοβούλιο αναμένεται να διευκολύνει την αλλαγή πολιτικής σε σχέση με ένα πιο οριακό εκλογικό αποτέλεσμα.

Αναλυτές προειδοποιούν ωστόσο ότι παραμένουν σοβαρές προκλήσεις, μεταξύ των οποίων η ασθενής ανάπτυξη, το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, η χαμηλή παραγωγικότητα, η μειωμένη δημόσια επένδυση και οι πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα λόγω των ταχέων αυξήσεων μισθών σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη.

Κεντρικός αναμενόμενος μοχλός ανάπτυξης είναι η αποδέσμευση των ευρωπαϊκών κονδυλίων που έχουν παγώσει, γεγονός που θα μπορούσε να κινητοποιήσει επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ σε κατασκευές, ενέργεια και μεταφορές.

Τα ευρωπαϊκά κονδύλια θεωρούνται βασικός μοχλός ανάπτυξης

Ο Ζολτ Ντάρβας, ανώτερος ερευνητής στο ινστιτούτο Bruegel, δήλωσε ότι η αντίδραση των αγορών αντανακλά την αισιοδοξία των επενδυτών για τον προσανατολισμό της πολιτικής της νέας κυβέρνησης.

Παρότι ένα αναλυτικό κυβερνητικό πρόγραμμα δεν έχει ακόμη παρουσιαστεί, ο εκλεγμένος πρωθυπουργός Πέτερ Μάγιαρ επανέλαβε σε συνέντευξη Τύπου τη Δευτέρα ότι σκοπεύει να δώσει νέα ώθηση στην ουγγρική οικονομία, μεταξύ άλλων με το ξεμπλοκάρισμα των κονδυλίων της ΕΕ, την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων κατά της διαφθοράς και την αποκατάσταση των θεσμών του κράτους δικαίου, ώστε να επανέλθουν η ανάπτυξη και η εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Το κόμμα είχε κάνει προεκλογική σημαία την «επανεκκίνηση» της οικονομίας και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποδέσμευση 17 δισ. ευρώ κοινοτικών κονδυλίων που πάγωσαν λόγω ανησυχιών για διαφθορά και κράτος δικαίου επί Όρμπαν.

Ο Μάγιαρ, του οποίου η νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να αναλάβει καθήκοντα την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου, δήλωσε τη Δευτέρα ότι διαθέτει τετραπλό σχέδιο για να εξασφαλίσει την πρόσβαση της Ουγγαρίας στα κονδύλια της ΕΕ και βρίσκεται ήδη σε εντατικές διαπραγματεύσεις με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Έχει καταστήσει την αποδέσμευση αυτών των πόρων κεντρικό άξονα του οικονομικού του προγράμματος, με στόχο τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων και τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Η Oxford Economics εκτιμά ότι ακόμη και μια μερική και σταδιακή απελευθέρωση των ευρωπαϊκών πόρων θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντική επενδυτική ώθηση τα επόμενα χρόνια.

«Εκτιμούμε ότι το ξεμπλοκάρισμα μόνο των αποκαλούμενων διαρθρωτικών ταμείων θα μπορούσε να προσθέσει 0,5–0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ την περίοδο 2027–2030», αναφέρουν οι αναλυτές.

Το Τίσα έχει επίσης προτείνει ένα πιο προοδευτικό φορολογικό σύστημα, στο οποίο περιλαμβάνονται ενδεχόμενοι φόροι σε υψηλά εισοδήματα και μεγάλες περιουσίες, διατηρώντας παράλληλα τη δέσμευση για δημοσιονομική πειθαρχία.

Το οικονομικό του πρόγραμμα, που περιγράφεται ως το «ουγγρικό New Deal», δίνει προτεραιότητα σε μεγάλης κλίμακας δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε υποδομές και εκσυγχρονισμό, σε συνδυασμό με ένα πιο προβλέψιμο περιβάλλον πολιτικής ευθυγραμμισμένο με τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Ο Μάγιαρ έχει δεσμευθεί επίσης να εισαγάγει το ευρώ έως το 2030, αίτημα που προηγούμενες κυβερνήσεις απέρριπταν επί χρόνια.

Οι δημοσιονομικές πιέσεις περιορίζουν τα περιθώρια πολιτικής

Ο Ντάρβας υπογράμμισε ότι οι πιο επείγουσες μεταρρυθμίσεις αφορούν «την αναθεώρηση των δημοσιονομικών σχεδίων της χώρας, την πλήρωση των προϋποθέσεων για την αποδέσμευση των κονδυλίων της ΕΕ και την εκπόνηση στρατηγικής για τη στήριξη της τεχνολογικής σύγκλισης».

Η οικονομία της Ουγγαρίας αναπτύχθηκε κατά 0,3% το 2025, σύμφωνα με τα εθνικά στατιστικά στοιχεία, ωστόσο η συνολική δυναμική της ανάπτυξης παραμένει ασθενής. Την ίδια στιγμή, το δημοσιονομικό έλλειμμα αναμένεται να προσεγγίσει το 6% του ΑΕΠ, αφήνοντας περιορισμένα περιθώρια για επεκτατική πολιτική.

«Κάποιος βαθμός δημοσιονομικής προσαρμογής θα είναι αναπόφευκτος, κάτι που ενδέχεται βραχυπρόθεσμα να επιβαρύνει την εγχώρια ζήτηση», σύμφωνα με την Oxford Economics.

Αναλυτές αμφισβητούν επίσης τη ρεαλιστικότητα των σχεδιαζόμενων φορολογικών ελαφρύνσεων, χαρακτηρίζοντάς τις «δύσκολο να υλοποιηθούν, δεδομένου του δυσμενούς σημείου εκκίνησης των δημόσιων οικονομικών που κληρονομεί η νέα κυβέρνηση».

Ο Πέτερ Μάγιαρ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου κόμματος Τίσα, ανεμίζει τη σημαία της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία. 12 Απριλίου 2026
Ο Πέτερ Μάγιαρ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου κόμματος Τίσα, ανεμίζει τη σημαία της Ουγγαρίας στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία. 12 Απριλίου 2026 AP Photo/Denes Erdos

Το κόμμα προτείνει, πάντως, και την επιβολή φόρου περιουσίας σε φυσικά πρόσωπα με πολύ υψηλή καθαρή αξία, από τον οποίο αναμένεται να εισπραχθούν πάνω από 0,1% του ΑΕΠ. Ο Ντάρβας σημείωσε ότι «οι φόροι στην κατανάλωση είναι πολύ υψηλοί και επιβαρύνουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος».

Η Ουγγαρία παραμένει υπό καθεστώς διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος της ΕΕ, με το έλλειμμα να έχει ήδη φθάσει περίπου στο μισό του προβλεπόμενου ετήσιου στόχου στις αρχές του 2026, εν μέρει λόγω των προεκλογικών δαπανών.

Ενεργειακή εξάρτηση και διαρθρωτικές προκλήσεις

Η αλλαγή κυβέρνησης έρχεται σε μια περίοδο επικείμενης ενεργειακής κρίσης για την Ευρώπη, με την Ουγγαρία να εισάγει τα τέσσερα πέμπτα των αναγκών της σε πετρέλαιο και τα δύο τρίτα της ζήτησης για φυσικό αέριο.

Σύμφωνα με τον Πέτερ Άκος Μποντ, πρώην διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ουγγαρίας και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κόρβινους της Βουδαπέστης, τα μέτρα ελέγχου των τιμών που εισήγαγε η κυβέρνηση Όρμπαν, με στόχο τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους τεχνητά χαμηλά μέσω επιδοτήσεων και ανώτατων τιμών, θα μπορούσαν να δυσκολέψουν περαιτέρω την αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών.

Ο Μποντ εκτιμά ότι «τους επόμενους μήνες ή ακόμη και για έναν χρόνο, οι διεθνείς τιμές ενέργειας θα παραμείνουν υψηλότερες από ό,τι πριν από τα γεγονότα στο Χορμούζ».

Αυτό φέρνει την κυβέρνηση Τίσα σε δύσκολη θέση: η συνέχιση των επιδοτήσεων θα επιβάρυνε τον προϋπολογισμό, ενώ η κατάργησή τους θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ανάπτυξη.

Κατά τον Μποντ, το ισχύον σύστημα «δεν ευνοεί τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για την ενεργειακή αποδοτικότητα», προσθέτοντας ότι «η εξοικονόμηση ενέργειας θα πρέπει να ενθαρρύνεται πολύ περισσότερο από την κατανάλωση ενέργειας».

Οι οικονομολόγοι συμφωνούν γενικά ότι η Ουγγαρία χρειάζεται μια διαρθρωτική στροφή προς υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας.

«Μια διατηρήσιμη ανάκαμψη της οικονομικής ανάπτυξης είναι κρίσιμη για την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων και τη στήριξη των προσπαθειών για τη μείωση της σχετικής φτώχειας», είπε ο Ντάρβας.

Πρόσθεσε ότι η οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από δραστηριότητες συναρμολόγησης χαμηλής προστιθέμενης αξίας που πραγματοποιούν πολυεθνικές εταιρείες, με περιορισμένη καινοτομία και ασθενή ανάπτυξη των ΜΜΕ.

Ο Μποντ άσκησε κριτική στην εξάρτηση από μεγάλες ξένες επενδύσεις σε μπαταρίες και βιομηχανική παραγωγή, συμπεριλαμβανομένου του εργοστασίου της CATL στο Ντέμπρετσεν και της μονάδας της Samsung SDI στο Γκεντ.

Υποστήριξε ότι αυτά τα έργα δημιουργούν περιβαλλοντικές πιέσεις και ενδέχεται να μην συνάδουν με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες ανταγωνιστικότητας της Ουγγαρίας.

Αντ’ αυτού, ζήτησε ισχυρότερη στήριξη των ΜΜΕ και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, επισημαίνοντας ότι το ιστορικό πλεονέκτημα της Ουγγαρίας σε άφθονο εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό αποδυναμώνεται καθώς η χώρα προσεγγίζει την πλήρη απασχόληση.

«Αυτό το μοντέλο ανήκει στο παρελθόν», είπε.

Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ανταγωνιστικότητα και μεταρρύθμιση του κράτους

Ο ίδιος υποστήριξε ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα πρέπει να προέρχεται από τις ΜΜΕ που θα ανεβαίνουν στην αλυσίδα αξίας:

«Αν επανέλθει η δυναμική στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που μπορούν να ενταχθούν στην αλυσίδα αξίας και αν ανέβουν σκαλοπάτια σε αυτήν ή προσθέσουν περισσότερες υπηρεσίες και υψηλότερη προστιθέμενη αξία, αυτό θα είναι ο μόνος δρόμος εξόδου από τη σημερινή στασιμότητα».

Ο Μποντ πρόσθεσε ότι οι ΜΜΕ χρειάζονται καλύτερη πρόσβαση σε αγορές, κατάρτιση, γλωσσικές δεξιότητες και ψηφιακές ικανότητες, αντί για έμφαση στην επέκταση εμπορικών δραστηριοτήτων σε μακρινές αγορές.

Ο υγιής ανταγωνισμός, σύμφωνα με τον ίδιο, θα απελευθέρωνε άμεσα την παραγωγικότητα: «ένα ισότιμο πεδίο ανταγωνισμού θα απελευθέρωνε αμέσως τις δυνάμεις των μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων».

Περιέγραψε επίσης το κράτος ως υπερμεγέθες και αναποτελεσματικό, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να «επανεφευρεθεί».

Ο Ντάρβας προσθέτει ότι το 2024 οι δαπάνες της Ουγγαρίας για γενικές δημόσιες υπηρεσίες (εξαιρουμένων βασικών κοινωνικών τομέων) ανήλθαν στο 10% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου στο διπλάσιο επίπεδο σε σχέση με άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης.

Προοπτικές υιοθέτησης του ευρώ και πολιτικοί κίνδυνοι

Αφού ολοκληρωθούν οι άμεσες δημοσιονομικές προσαρμογές, εκτιμάται ότι η Ουγγαρία θα επανεξετάσει την υιοθέτηση του ευρώ.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκλεγμένος πρωθυπουργός Πέτερ Μάγιαρ επανέφερε στο προσκήνιο την προοπτική ένταξης στο ευρώ εντός 4–5 ετών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η υιοθέτηση θα μπορούσε να γίνει το 2030 ή το 2031, υπό την προϋπόθεση επανεξέτασης της δημοσιονομικής κατάστασης.

Ο Ντάρβας σημείωσε ότι «η δέσμευση του Τίσα για ένταξη στην ευρωζώνη θα μπορούσε να μειώσει σημαντικά το ασφάλιστρο κινδύνου της Ουγγαρίας και να προσφέρει ένα αξιόπιστο αγκυροβόλιο για τον πληθωρισμό».

Αυτό θα ήταν ιδιαίτερα σημαντικό, πρόσθεσε, δεδομένου ότι «η Ουγγαρία κατέγραψε το αρνητικό ρεκόρ του υψηλότερου πληθωρισμού, 26%, στις αρχές του 2023, μετά το ενεργειακό σοκ».

«Ο δρόμος μπροστά για το Τίσα θα είναι αναμφίβολα δύσβατος», είπε ο Ντάρβας. Πολλά θα εξαρτηθούν από το τελικό κυβερνητικό πρόγραμμα και την ταχύτητα υλοποίησης.

Σχολιάζοντας τις προκλήσεις που έχει μπροστά της η νέα κυβέρνηση, η Oxford Economics πρόσθεσε ότι οι κίνδυνοι παραμένουν λόγω της απειρίας και της εσωτερικής ποικιλομορφίας του κόμματος, «που συνδυάζει τεχνοκρατικούς μεταρρυθμιστές με περισσότερο πολιτικά προσανατολισμένες τάσεις», με πολλά στελέχη να στερούνται κυβερνητικής εμπειρίας.

Μένει να φανεί αν η σαρωτική νίκη του πρώην συμμάχου του Όρμπαν, Πέτερ Μάγιαρ, θα αποτελέσει την πρώτη από πολλές εκπλήξεις εκ μέρους του κόμματος Τίσα.

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια

Σχετικές ειδήσεις

Το ενεργειακό σοκ του πολέμου στο Ιράν ενισχύει τα πυρηνικά σχέδια σε Ασία και Αφρική

Στα 10 κορυφαία νομίσματα του 2026 το ουγγρικό φιορίνι: γιατί κερδίζουν το δολάριο

Οι εξαγωγές αργού της Νορβηγίας αυξάνονται 68% τον Μάρτιο λόγω πολέμου στο Ιράν