Ο δείκτης “Pelé” παρακολουθεί κάθε εισηγμένη ευρωπαϊκή ποδοσφαιρική ομάδα από το 1998: διαχειριστής χαρτοφυλακίου εξηγεί τι δείχνουν σχεδόν τρεις δεκαετίες δεδομένων για την επένδυση στο ποδόσφαιρο.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο 2026 ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα και για τον επόμενο μήνα θα είναι αδύνατο να το αγνοήσει κανείς: 48 ομάδες, 104 αγώνες και δισεκατομμύρια θεατές.
Για εκατομμύρια φιλάθλους, η απόκτηση μεριδίου στην ομάδα τους θα ήταν η υπέρτατη πράξη αφοσίωσης.
Για μερικές δεκάδες συλλόγους σε όλη την Ευρώπη αυτό είναι πράγματι εφικτό, καθώς οι μετοχές τους διαπραγματεύονται σε δημόσιες αγορές και οποιοσδήποτε έχει λογαριασμό σε χρηματιστηριακή εταιρεία μπορεί να αγοράσει.
Το πιο δύσκολο ερώτημα είναι αν θα έπρεπε.
Ο δείκτης Pelé υστερεί κατά πολύ έναντι των παγκόσμιων μετοχών
Η Aegon Asset Management διαχειρίζεται τον «δείκτη Pelé», μια ευρηματική αλλά σοβαρή μελέτη που παρακολουθεί κάθε ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό σύλλογο με εισηγμένες μετοχές από το 1998.
Ο δείκτης, που πήρε το όνομά του από τον Βραζιλιάνο θρύλο του ποδοσφαίρου, μετατρέπει το όνειρο ενός φιλάθλου σε ένα απλό επενδυτικό τεστ: αν αντιμετωπίζατε τις εισηγμένες ευρωπαϊκές ομάδες ως επένδυση, πώς θα τα είχατε πάει;
Η απάντηση δεν είναι καθόλου κολακευτική.
Τη σεζόν 2025/26 ο δείκτης απέδωσε μόλις 0,4%, έναντι 27% για τις παγκόσμιες μετοχές και 17% για τις ευρωπαϊκές.
Αν επεκτείνει κανείς τη σύγκριση μέχρι το 1998, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σκληρή. Ο δείκτης Pelé έχει χάσει συνολικά περίπου 11%, ενώ οι παγκόσμιες μετοχές έχουν αποδώσει γύρω στο 678% την ίδια περίοδο.
Σε πρακτικό επίπεδο, 1.000 ευρώ που θα είχαν επενδυθεί τότε σε ένα «καλάθι» ποδοσφαιρικών συλλόγων θα άξιζαν σήμερα περίπου 892 ευρώ.
Τα ίδια 1.000 ευρώ σε ένα παγκόσμιο μετοχικό αμοιβαίο θα είχαν φτάσει περίπου τα 7.784 ευρώ, σχεδόν εννέα φορές περισσότερα.
Πώς είναι δομημένος ο δείκτης Pelé
Ο δείκτης περιλαμβάνει 18 ευρωπαϊκούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους των οποίων οι μετοχές διαπραγματεύονται σε χρηματιστήριο και τους σταθμίζει βάσει χρηματιστηριακής αξίας, ώστε τα μεγαλύτερα ονόματα να κυριαρχούν.
Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είναι η μεγαλύτερη συμμετοχή, με ποσοστό 25%, ακολουθούμενη από τη Γιουβέντους και την τουρκική Φενερμπαχτσέ SK.
Η σύνθεση εκτείνεται σε εννέα πρωταθλήματα και περιλαμβάνει από οικεία σε όλους ονόματα μέχρι συλλόγους που ελάχιστοι εκτός της πόλης τους θα αναγνώριζαν.
Δίπλα στους «γίγαντες» βρίσκονται η σκωτσέζικη Σέλτικ FC, οι πορτογαλικές Μπενφίκα (SL Benfica) και Πόρτο (FC Porto), η γαλλική Ολιμπίκ Λυών (Olympique Lyonnais), η γερμανική Μπορούσια Ντόρτμουντ, καθώς και μικρότεροι δανέζικοι σύλλογοι όπως η Μπρόντμπι IF και η Σίλκεμποργκ IF.
Συνολικά, οι σύλλογοι έχουν κεφαλαιοποίηση περίπου 7,1 δισ. ευρώ.
Η απουσία μιας χώρας ξεχωρίζει: της Ισπανίας. Παρότι φιλοξενεί δύο από τα μεγαλύτερα κλαμπ του αθλήματος, η LaLiga δεν εκπροσωπείται, καθώς καμία ισπανική ομάδα δεν είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο.
Γιατί το ποδόσφαιρο είναι μια κακή επένδυση
Σε ερώτηση γιατί οι μετοχές ποδοσφαιρικών συλλόγων υστερούν διαχρονικά έναντι των ευρύτερων αγορών, ο Τζόρντι Χέρμανς, διαχειριστής χαρτοφυλακίου και επενδυτικός στρατηγιστής στην Aegon Asset Management, παραπέμπει στον τρόπο που είναι δομημένοι οι σύλλογοι και όχι σε κάποια μεμονωμένη κακή σεζόν.
Μια συνηθισμένη εισηγμένη εταιρεία υπάρχει για να μεγιστοποιεί την αξία για τους μετόχους της. Ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος υπάρχει για να κερδίζει αγώνες, να πετυχαίνει γκολ και να ενθουσιάζει τους φιλάθλους του.
«Οι στόχοι αυτοί δεν είναι μόνο διαφορετικοί, συχνά συγκρούονται μεταξύ τους», σημειώνει ο Χέρμανς.
Στην πράξη, οι πιο σημαντικές αποφάσεις σε έναν σύλλογο, από τις μεταγραφές και τους μισθούς μέχρι τις επενδύσεις στο γήπεδο, καθοδηγούνται από το κυνήγι των τίτλων και όχι από τη χρηματοοικονομική πειθαρχία ή την απόδοση του κεφαλαίου.
Κατά την άποψή του, αυτή η δομική ασυμβατότητα εξηγεί τη μακροχρόνια υστέρηση πολύ καλύτερα από οποιαδήποτε μεμονωμένη σεζόν ή περίοδο κακοτυχίας.
Θα μπορούσαν οι μεγαλύτεροι σύλλογοι, ή όσοι αγωνίζονται σε πλουσιότερα πρωταθλήματα, να ανατρέψουν αυτή την τάση; Ο Χέρμανς απαντά ότι ακόμη και εδώ τα στοιχεία δεν προσφέρουν ιδιαίτερη παρηγοριά.
Ο δείκτης καλύπτει 18 συλλόγους σε εννέα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, από παγκοσμίως αναγνωρίσιμα ονόματα όπως η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και η Γιουβέντους μέχρι τη μικρή δανέζικη Μπρόντμπι IF, όμως οι διαφορές σε μέγεθος, εμπορικό σήμα ή γεωγραφία δεν εξηγούν συστηματικά τις αποδόσεις με την πάροδο του χρόνου.
«Το όμορφο παιχνίδι αξίζει την καρδιά σας, αλλά το επενδυτικό σας χαρτοφυλάκιο αξίζει τη λογική σας», λέει ο Χέρμανς στο Euronews.
Η Γιουβέντους λειτουργεί ως προειδοποίηση
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της περιόδου είναι η Γιουβέντους.
Όταν ο Κριστιάνο Ρονάλντο εντάχθηκε στην ομάδα το 2018, η μετοχή ξεπέρασε στιγμιαία τα 10 ευρώ, τροφοδοτούμενη από όνειρα για πωλήσεις φανελών και ευρωπαϊκή δόξα.
Σήμερα, η μετοχή διαπραγματεύεται λίγο κάτω από τα 2 ευρώ και καταγράφει πτώση 35% τη φετινή σεζόν, μετά την έκτη θέση της ομάδας στη Serie A.
Ακόμη και μία από τις πιο ηχηρές μεταγραφές στην ιστορία του ποδοσφαίρου δεν κατάφερε να προσφέρει διαρκή κέρδη στους μετόχους.
Μπορούν οι σύλλογοι να ξεφύγουν από την παγίδα;
Ο Χέρμανς δεν εμφανίζεται αισιόδοξος.
Όπως υποστηρίζει, για να σπάσει αυτό το μοτίβο θα χρειαζόταν μια πραγματική στροφή: μεγαλύτερη έμφαση στις αποδόσεις, κίνητρα της διοίκησης συνδεδεμένα με τα αποτελέσματα για τους μετόχους και μια πιο βιώσιμη ισορροπία μεταξύ της φιλοδοξίας στον αγωνιστικό χώρο και της πειθαρχίας εκτός αυτού.
Ωστόσο, η πίεση από τους φιλάθλους, τα μέσα ενημέρωσης και τους ανταγωνιστές σπρώχνει διαρκώς προς την αντίθετη κατεύθυνση.
«Δεν πρόκειται μόνο για ένα κυκλικό φαινόμενο αλλά για δομικό πρόβλημα», σημειώνει. Οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορεί να είναι αναντικατάστατοι πολιτιστικοί θεσμοί, προσθέτει, αλλά σπάνια έχουν υπάρξει καλές επενδύσεις.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες δεδομένων οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα: οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορεί να εμπνέουν αφοσίωση στο γήπεδο, αλλά σπάνια ανταμείβουν τους επενδυτές στην αγορά.