Η Μαδρίτη, η Βαρκελώνη, το Αλικάντε, η Βαλένθια, η Μούρθια και η Μάλαγα συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο χάσμα (52,5%) ανάμεσα στις κατοικίες που χτίζονται και στα νέα νοικοκυριά, ιδίως στις πρωτεύουσές τους όπου ζει έως και το 36% των οικογενειών.
«Η προσφορά κατοικίας έχει ανταποκριθεί ανεπαρκώς στην αύξηση της ζήτησης», διαπιστώνει η Τράπεζα της Ισπανίας στην ετήσια έκθεσή της για το 2025 σχετικά με την πορεία της εθνικής οικονομίας. Ο οργανισμός εκτιμά ότι θα χρειάζονταν συνολικά 750.000 νέες κατοικίες για να καλυφθεί το χάσμα μεταξύ των νέων νοικοκυριών που δημιουργούνται και της διαθέσιμης προσφοράς.
Οι τεχνικοί της, πάντως, προειδοποιούν ότι αυτή η πραγματικότητα δεν ισχύει για όλες τις ισπανικές επαρχίες. Ενώ η Άβιλα διαθέτει ποσοστό 58,2 % κατοικιών στο υφιστάμενο απόθεμά της που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την προσφορά στέγης, η Μαδρίτη περιορίζεται στο 9,9 %, όταν ο ισπανικός μέσος όρος βρίσκεται στο 27,1 %. Οι πιο πληγείσες περιοχές, μετά την πρωτεύουσα, είναι η Βαρκελόνη, το Αλικάντε, η Βαλένθια, η Μούρθια και η Μάλαγα.
Η Τράπεζα της Ισπανίας θυμίζει επίσης ότι αυτή η αύξηση περιορίζεται, εν μέρει, από τη διατήρηση κατοικιών που προορίζονται για χρήσεις όπως η τουριστική ή εποχική μίσθωση (περίπου 400.000 κατοικίες) ή για χρήση ως δεύτερες κατοικίες ημεδαπών ή αλλοδαπών. «Την περίοδο 2021-2025, οι αγορές κατοικιών από μη μόνιμους κατοίκους αντιπροσώπευαν το 7,4 % του συνόλου, με ετήσιο μέσο όρο 50.000 κατοικίες», αναφέρει η έκθεση, επιμένοντας ότι το πρόβλημα είναι εντονότερο στη Μεσόγειο.
Παράλληλα, καταγράφεται και το παράδοξο ότι σε όλη τη χώρα υπάρχουν περίπου 450.000 κατοικίες, χτισμένες κατά τη διάρκεια του κτηματομεσιτικού «boom» της δεκαετίας του 2000, στις οποίες δεν κατοικεί κανείς, λόγω ακατάλληλης τοποθεσίας για οικογένειες ή της κατάστασης συντήρησής τους.
Η αύξηση της προσφοράς ανακόπτεται από τη νομοθεσία, την έλλειψη κατάλληλου εργατικού δυναμικού και τη στροφή σε άλλες μορφές στέγασης
«Η Ισπανία και η Πορτογαλία», επισημαίνει η ετήσια αυτή έκθεση, «ξεχωρίζουν μεταξύ των οικονομιών όπου η αύξηση της παραγωγής νέων κατοικιών υπήρξε μικρότερη σε σχέση με την αύξηση των μόνιμων νοικοκυριών», με συσσωρευμένο έλλειμμα στο απόθεμα κατοικιών 6,6 % και 3,7 % αντίστοιχα.
Παρ’ όλα αυτά, η Πορτογαλία (της οποίας ο πληθυσμός υφίσταται επίσης μια σοβαρή στεγαστική κρίση, η οποία επιδεινώνεται στις μεγάλες πόλεις της) έχει έλλειμμα μόλις 300.000 κατοικιών, έναντι 750.000 στην Ισπανία, αν και προηγείται των 400.000 της Ιταλίας. Ενώ η Γαλλία διατηρεί μια κατάσταση ισορροπίας, η Γερμανία είναι η μόνη μεγάλη οικονομία της ευρωζώνης που βελτιώνει το έλλειμμά της κατά 0,5 %.
Τα γραφειοκρατικά εμπόδια, πέρα από τις διαφορές και την επικάλυψη των κανονισμών μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων της διοίκησης –δήμοι, Αυτόνομες Κοινότητες και το ίδιο το κράτος– δεν επιτρέπουν την επιτάχυνση της οικιστικής ανάπτυξης στην Ισπανία· επίσης λόγω της υποτονικής διαχείρισης του πολεοδομικού σχεδιασμού, της έλλειψης κατάλληλου εργατικού δυναμικού και της μείωσης της παραγωγικότητάς του.
«Στις έξι μεγάλες αστικές περιοχές, στις οποίες ζει το 36 % των νοικοκυριών, οι κατοικίες που θα μπορούσαν να ανεγερθούν και παραμένουν ακόμη ανεκτέλεστες υπολογίζονται σε περίπου 1,1 εκατομμύρια», αναφέρει η Τράπεζα της Ισπανίας. Ωστόσο, «το δυναμικό των προγραμματισμένων κατοικιών στις πρωτεύουσες των έξι μεγάλων αστικών περιοχών περιορίζεται σε περίπου 320.000 κατοικίες».