Με πληθωρισμό 3,3% στην ευρωζώνη και ακριβότερη ενέργεια, οι αγορές προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου· οικονομολόγοι της ΕΚΤ λένε ότι πρόκειται για διαφορετικό φαινόμενο από το κύμα ζήτησης του 2021-22.
Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αποτελούν τους βασικούς παράγοντες που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό στη ζώνη του ευρώ, σημειώνουν σε μελέτη τους που δημοσιοποίησαν την Τρίτη οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ Kristina Barauskaitė Griškevičienė και Claus Brand.
«Αυτή τη φορά το σοκ στην προσφορά ενέργειας είναι ο κυρίαρχος παράγοντας, ενώ η ζήτηση και τα μέτρα τόνωσης μέσω της δημόσιας πολιτικής έχουν περιορισμένο ρόλο. Αυτές οι διαφορές είναι καθοριστικές για να εξηγηθεί γιατί οι αντιδράσεις της νομισματικής πολιτικής διαφέρουν», έγραψαν.
Η τρέχουσα διαταραχή, που οφείλεται εν μέρει στον συνεχιζόμενο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και στο επακόλουθο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ, διαφέρει σημαντικά από το επεισόδιο του 2021-22, εξήγησαν οι δύο οικονομολόγοι.
«Οι δυσμενείς παράγοντες στην προσφορά ενέργειας εξηγούν περίπου το 90% της αύξησης του ενεργειακού πληθωρισμού μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου 2026. Κατά την περίοδο αυτή, η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική άσκησαν μόνο ήπια καθοδική πίεση στον ενεργειακό πληθωρισμό», αναφέρει η μελέτη.
Μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή στα τέλη Φεβρουαρίου, η ΕΚΤ δεν αύξησε αμέσως τα επιτόκια. Προχώρησε στην πρώτη αύξηση στις 11 Ιουνίου, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων από 2% σε 2,25%, την πρώτη του μεταβολή προς τα πάνω εδώ και τρία χρόνια, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει τον πληθωρισμό.
Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο της ΕΚΤ εκείνη την περίοδο, που προϋπέθετε την πρόωρη λήξη του πολέμου, δεν αναμενόταν ο πληθωρισμός να επιστρέψει στον στόχο του 2% πριν από το 2027.
Ωστόσο, με τον πόλεμο να συνεχίζεται και τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται τον Αύγουστο στο 3,3% (από 2,9% τον Ιούλιο), η ΕΚΤ αναμένεται, σύμφωνα με την τιμολόγηση της αγοράς, να αυξήσει εκ νέου τα επιτόκια, από 2,25% σε 2,50%, στη συνεδρίαση της 10ης Σεπτεμβρίου.
Η αντίδραση της νομισματικής πολιτικής είναι αυτή τη φορά πιο «σταδιακή», εξηγεί η ΕΚΤ στη μελέτη, ενώ την περίοδο 2021-22 «η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια με έντονο και επίμονο τρόπο», γράφουν οι οικονομολόγοι.
Σε αντίθεση με σήμερα, το κύμα πληθωρισμού του 2021-22 οφειλόταν σε «έναν συνδυασμό μεγάλων και πρωτοφανών παραγόντων από την πλευρά τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης».
Παρότι η ενέργεια έπαιξε ρόλο, αυτός δεν ήταν «αποκλειστικός», διευκρινίζει η ΕΚΤ.
«Στους παράγοντες από την πλευρά της προσφοράς περιλαμβάνονταν οι παγκόσμιες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και τα σοκ στην προσφορά ενέργειας, ιδίως ως αποτέλεσμα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία. Στους παράγοντες από την πλευρά της ζήτησης περιλαμβανόταν η ταχεία ανάκαμψη της ζήτησης μετά την πανδημία, σε συνδυασμό με χαλαρές δημοσιονομικές και νομισματικές πολιτικές».