Η πρώτη σκηνοθετική δουλειά της Γαλλίδας βραβευμένης με Όσκαρ ηθοποιού παρουσιάζεται στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Στη συνέντευξή της μιλά για την αγάπη ως κοινή γλώσσα και για την τέχνη ως χώρο ερωτημάτων.
Η Ζιλιέτ Μπινός επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη αυτή τη φορά όχι μόνο ως ηθοποιός αλλά ως δημιουργός πίσω από την κάμερα.
Η βραβευμένη με Όσκαρ Γαλλίδα σταρ παρουσίασε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το σκηνοθετικό της ντεμπούτο, το ντοκιμαντέρ «In-I In Motion», μια ταινία που καταγράφει τη συνάντησή της με τον διάσημο Βρετανό χορευτή και χορογράφο Ακράμ Καν και την καλλιτεχνική διαδικασία που γεννήθηκε από αυτή τη συνεργασία.
Η ταινία επιστρέφει στην παράσταση «In-I» που δημιουργήθηκε το 2008 και έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Εθνικό Θέατρο του Λονδίνου. Ακολούθησαν 100 παραστάσεις σε όλο τον κόσμο.
Το ντοκιμαντέρ επιχειρεί να αποτυπώσει όχι μόνο την τελική μορφή του έργου αλλά κυρίως το πολύμηνο ταξίδι της δημιουργίας.
Για τη Μπινός, το έργο δεν αφορά απλώς έναν καλλιτεχνικό πειραματισμό. Είναι μια εξερεύνηση του πώς γεννιέται κάτι νέο όταν δύο διαφορετικοί κόσμοι συναντιούνται.
Στην συνέντευξη που παραχώρησε στο Euronews, η ηθοποιός αναφέρεται στη δημιουργική διαδικασία, στη συνεργασία με τον Ακράμ Καν αλλά και στον ρόλο της τέχνης σε έναν κόσμο που δοκιμάζεται από πολέμους και κρίσεις.
Όπως λέει η ίδια, σε τέτοιες εποχές η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια αλλά τρόπος να υπενθυμίζεται τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
«Ο ρόλος των καλλιτεχνών είναι να γιορτάζουν τη ζωή, να την αγαπούν και να ενώνουν τους ανθρώπους», σημειώνει.
Η ιδέα που γεννήθηκε χρόνια αργότερα
Παρότι η παράσταση παρουσιάστηκε πριν από 17 χρόνια, η ιδέα για το ντοκιμαντέρ ήρθε πολύ αργότερα. Η Μπινός θυμάται ότι ένας από τους ανθρώπους που την ενθάρρυναν να καταγράψει την εμπειρία ήταν ο ίδιος ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
«Πριν από περίπου 15 χρόνια ακόμη και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, όταν είδε την παράσταση, μου είπε: “Πρέπει να κάνεις μια ταινία γι’ αυτό”».
Η ευκαιρία παρουσιάστηκε όταν βρέθηκε μπροστά σε μια πιθανή χρηματοδότηση.
«Συνάντησα δύο χρηματοδότες που με ρώτησαν αν έχω κάποιο σχέδιο. Τους είπα ότι έχω αυτές τις παλιές κασέτες».
Το υλικό προερχόταν από τις τελευταίες παραστάσεις του έργου, τις οποίες είχε κινηματογραφήσει η αδελφή της, Μαριόν Σταλένς.
«Είχα ζητήσει από την αδελφή μου, που είναι σκηνοθέτρια, να κινηματογραφήσει τις τελευταίες επτά παραστάσεις».
Αυτό το αρχειακό υλικό αποτέλεσε τη βάση της ταινίας.
Δύο διαφορετικοί κόσμοι τέχνης
Η συνεργασία με τον Ακράμ Καν έφερε κοντά δύο διαφορετικές καλλιτεχνικές γλώσσες: την υποκριτική και τον σύγχρονο χορό.
«Διδάξαμε ο ένας στον άλλο τις δικές μας μορφές τέχνης και προετοιμαστήκαμε έξι μήνες για να δημιουργήσουμε την παράσταση».
Για την Μπινός, η διαδικασία αυτή σήμαινε επιστροφή στην αρχή.
«Το να ξεκινήσεις ξανά και να μάθεις μια νέα τέχνη απαιτεί πολλή ταπεινότητα».
Η ίδια παραδέχεται ότι η εμπειρία αυτή ήταν δύσκολη αλλά ταυτόχρονα βαθιά μεταμορφωτική.
«Καταλαβαίνεις πόσο δύσκολο είναι να μάθεις κάτι καινούργιο».
Η πρόκληση του να ξαναγίνεις αρχάριος
Παρά την πολυετή καριέρα της στον κινηματογράφο, η Μπινός βρέθηκε να δοκιμάζεται σε ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο.
«Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα εντελώς χαμένη. Δεν θυμόμουν τις κινήσεις. Το μυαλό μου κινούνταν αλλά το σώμα όχι».
Η καθημερινή εκπαίδευση ήταν έντονη.
Η διαδικασία αυτή ήταν για την ίδια ένα μάθημα επιμονής αλλά και εμπιστοσύνης.
Η αγάπη ως κοινή γλώσσα
Για να γεφυρώσουν τη χορογραφία με το συναίσθημα, οι δύο καλλιτέχνες επέλεξαν ένα θέμα που μπορεί να μιλήσει σε όλους: την αγάπη.
«Χρησιμοποιήσαμε το θέμα της αγάπης, γιατί έχει τόσα επίπεδα και τόσα συναισθήματα».
Η επιλογή αυτή επέτρεψε στην παράσταση να συνδυάσει την κίνηση με την αφήγηση.
Η τέχνη σε έναν κόσμο κρίσεων
Η συζήτηση με την Ζιλιέτ Μπινός στράφηκε και στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, με πολέμους και συγκρούσεις να κυριαρχούν στο παγκόσμιο σκηνικό.
Η Μπινός πιστεύει ότι σε τέτοιες περιόδους η τέχνη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
«Ο ρόλος των καλλιτεχνών είναι να γιορτάζουν τη ζωή, να την αγαπούν και να ενώνουν τους ανθρώπους».
Παρά τις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, θεωρεί ότι υπάρχει μια βαθύτερη ενότητα.
«Είμαστε όλοι διαφορετικοί, με διαφορετικές ανάγκες και απόψεις. Αλλά βαθιά μέσα μας υπάρχει μια ενότητα».
Για την ίδια, η τέχνη παραμένει ένας χώρος όπου μπορούν να τεθούν ερωτήματα για την ανθρώπινη εμπειρία.
«Η τέχνη είναι ένας χώρος όπου μπορείς να θέτεις ερωτήματα και να τα εξερευνάς. Και τελικά, στον πυρήνα της, η τέχνη είναι ομορφιά».