Newsletter Newsletters Events Εκδηλώσεις Ποντάκαστ Βίντεο Africanews
Loader
Διαφήμιση

Nadav Lapid: Η κινηματογραφική πορεία μου είναι ένας χορός μίσους και οικειότητας με το Ισραήλ

Nadav Lapid
Nadav Lapid Πνευματικά Δικαιώματα  Σκηνοθέτης
Πνευματικά Δικαιώματα Σκηνοθέτης
Από Γιώργος Μητρόπουλος
Δημοσιεύθηκε ανανεώθηκε πριν
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google
Μοιραστείτε το Close Button
Αντιγραφή/Επικόλληση το λινκ του βίντεο πιο κάτω: Copy to clipboard Σύνδεσμος αντιγράφηκε!

Ο βραβευμένος Ισραηλινός σκηνοθέτης που ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση της χώρας του και στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, μιλά στο Euronews για την τελευταία ταινία του, το «Ναι», που έχει προκαλέσει αντιδράσεις

Ο Ισραηλινός σκηνοθέτης Nadav Lapid βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό. Επρόκειτο να συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή του 37ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μασσαλίας τον Ιούλιο, αλλά μετά από κάλεσμα για μποϊκοτάζ εναντίον του από άλλους συμμετέχοντες, αποσύρθηκε. Αφορμή γι’ αυτό ήταν τα ισραηλινά δημόσια κονδύλια που χρησιμοποιήθηκαν για τη χρηματοδότηση της τελευταίας ταινίας του, που έχει τίτλο «Ναι», αγνοώντας το γεγονός ότι το φιλμ έχει δεχτεί τη σφοδρή καταδίκη του Υπουργείου Πολιτισμού του Ισραήλ, με την αιτιολογία ότι δυσφημεί τη χώρα και το στρατό της.

ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΉΜΙΣΗ

Στην ταινία, ένας μουσικός τζαζ αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα μαζί με τη σύζυγό του Γιασμίν, χορεύτρια και δασκάλα χιπ-χοπ. Ζουν με τον μικρό γιο τους Νόα σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Τελ Αβίβ, προσφέροντας διασκέδαση στην πολιτική και στρατιωτική ελίτ του Ισραήλ, ενώ δίπλα τους η Γάζα ισοπεδώνεται ολοκληρωτικά. Ο μουσικός αναλαμβάνει να συνθέσει ένα νέο εθνικό ύμνο για το Ισραήλ, μετά τις στρατιωτικές επιτυχίες, με σκληροπυρηνικούς στίχους, γεμάτους ρητορική μίσους. Πληρώνεται γι’ αυτό από έναν Ρώσο ολιγάρχη που θέλει να υμνηθεί ο ισραηλινός στρατός και οι φρικαλεότητες που έκανε στη Γάζα.

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Ο Nadav Lapid ζει την τελευταία πενταετία στη Γαλλία. Ασκεί εδώ και πολλά χρόνια δριμεία κριτική στην πολιτική της χώρας του και στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Καταγγέλλει τη λογοκρισία και τον εθνικιστικό φανατισμό, που έχει επικρατήσει στο Ισραήλ, μέσα από τις ταινίες του. Τα «Συνώνυμα» κέρδισαν τη Χρυσή Άρκτο στο Βερολίνο το 2019 και «Το γόνατο της Αχέντ» κέρδισε το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 2021.

Στην νέα του ταινία, το «Ναι» που συνδυάζει το μιούζικαλ με τη σάτιρα και το δράμα φωτίζει τον αμοραλισμό, και τον άκρατο κυνισμό της ισραηλινής κοινωνίας. Σχολιάζει με ειρωνεία και σκληρότητα την ηθική παρακμή της και την αδιαφορία της για την τύχη των Παλαιστινίων. Η παγκόσμια πρεμιέρα της έγινε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών το 2025, στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών.

Η ταινία έχει προβληθεί στους αμερικανικούς και γαλλικούς κινηματογράφους. Έχει αγοραστεί από διάφορους διανομείς σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι όμως φοβούνται να την προβάλλουν στις χώρες τους.

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Οι φρικαλεότητες στην Γάζα, αλλά και η γενικότερη πολιτική του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή την τελευταία περίοδο έχουν προκαλέσει πολλές αντιδράσεις σε όλο τον κόσμο, αλλάζοντας δραματικά την εικόνα που έχει ο υπόλοιπος πλανήτης για το συγκεκριμένο κράτος και τους πολίτες του.

Το μποϊκοτάζ στον σκηνοθέτη που ασκεί μακροχρόνια κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, θεωρείται από πολλούς παράλογο, καθώς δεν προωθεί σε καμιά περίπτωση το παλαιστινιακό ζήτημα. Η Νάταλι Πόρτμαν, η Ζιστίν Τριέ, ο Ζακ Οντιάρ και 350 κορυφαίοι κινηματογραφιστές υπέγραψαν πρόσφατα ανοικτή επιστολή υπέρ του Nadav Lapid, θεωρώντας το μποϊκοτάζ, μια πνευματική αποτυχία. Υποστηρίζουν ότι «οι Ρώσοι, οι Ισραηλινοί και οι Ιρανοί κινηματογραφιστές δεν πρέπει να απειλούνται με εξαφάνιση ως μορφή εξιλέωσης για εγκλήματα που διέπραξαν κυβερνήσεις, των οποίων συχνά αποτελούν τους πιο ένθερμους επικριτές».

Συναντήσαμε τον Ισραηλινό σκηνοθέτη στη Λευκωσία, στο πλαίσιο του 24ου φεστιβάλ Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος και μιλήσαμε για την ταινία του:

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Ποια ήταν η αφορμή από την οποία ξεκίνησε η νέα σας ταινία;

Νομίζω ότι η αρχική μου έμπνευση για την ταινία ήταν ο πίνακας που εμφανίζεται στην ταινία. Ένας πίνακας του Γκέοργκ Γκρος, ενός Γερμανού, κομμουνιστή, εξπρεσιονιστή ζωγράφου, ο οποίος ζωγράφιζε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, λίγο πριν την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Και υπάρχει αυτός ο πίνακας, που εμφανίζεται και στην ταινία, με τίτλο «Οι Στυλοβάτες της Κοινωνίας» (1926). Μπορείτε να δείτε ότι ζωγραφίστηκε στο Βερολίνο επτά χρόνια πριν την άνοδο των Ναζί στην εξουσία. Είναι ένας υπερβολικός πίνακας. Είναι ένας πολύ σουρεαλιστικός πίνακας, είναι γκροτέσκος, είναι ένας καρικατουριστικός πίνακας που απεικονίζει τους πυλώνες της γερμανικής κοινωνίας λίγο πριν αυτή πέσει στην πιο σκληρή ηθική άβυσσο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και κατά κάποιον τρόπο μου έδωσε αυτή την αίσθηση ότι βρισκόμαστε στο χείλος μιας αποκάλυψης, στο χείλος μιας καταστροφής, στο χείλος μιας τραγωδίας. Νομίζω ότι όλοι μπορούμε να ταυτιστούμε με κάτι τέτοιο σήμερα στον κόσμο.

 «Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Στην ταινία σας βλέπουμε την ισραηλινή κοινωνία μετά την τρομοκρατική επίθεση της Χάμας, αλλά και τη γενοκτονία στη Γάζα. Πώς θα περιγράφατε αυτή τη στιγμή; Πόσο κοντά βρίσκεται η εικόνα που μας δίνετε για την ισραηλινή κοινωνία με την πραγματική;

Νομίζω ότι το αρχικό ερώτημα που πρέπει να θέσουμε, είναι πώς μπορεί ο κινηματογράφος να διαχειριστεί κρίσιμες πολιτικές καταστάσεις. Δεδομένου ότι όλοι μας, κατά κάποιον τρόπο, σε όλο τον κόσμο, νιώθουμε ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου πράγματα που δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, που δεν μπορούσαμε καν να σκεφτούμε, έχουν γίνει καθημερινή ρουτίνα. Έτσι, το ερώτημα, νομίζω, είναι πώς ο κινηματογράφος αντιμετωπίζει τέτοια ζητήματα. Για παράδειγμα, πώς βλέπει ο κινηματογράφος την ισραηλινή κοινωνία, μετά τις 7 Οκτωβρίου 2023, όπου αυτή η κοινωνία θα διαπράξει γενοκτονία στη Γάζα. Και η απάντησή μου, η οποία, νομίζω, διαφέρει από τη δημοφιλή απάντηση του πολιτικού κινηματογράφου, είναι ότι αντί να προσπαθείς να εστιάσεις στις σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες, αντί να αναλύεις για παράδειγμα τον Νετανιάχου, θα πρέπει να προσπαθήσεις να φτάσεις στη συλλογική ψυχή ενός έθνους.

Πρέπει να στραφείς, κατά κάποιον τρόπο, στην αλήθεια. Μπορείς να βρεις την αλήθεια στον τρόπο που οι άνθρωποι χορεύουν και φιλιούνται. Στο πώς τρώνε το πρωινό τους και μεγαλώνουν τα παιδιά τους και κάθονται σε ένα πάρκο, τουλάχιστον με τον ίδιο τρόπο που μπορείς να βρεις αυτή την αλήθεια στην ομιλία του Νετανιάχου. Πιστεύω λοιπόν ότι το «Ναι» είναι μια ταινία που προσπαθεί να ερευνήσει τη συλλογική ψυχή αυτής της ισραηλινής κοινωνίας μετά την 7η Οκτωβρίου. Και κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να εμβαθύνει στην ψυχή εκείνων που θεωρούν τους εαυτούς τους «καλούς Ισραηλινούς» — όχι τους «κακούς», όχι τους «συνήθεις υπόπτους». Δεν εστιάζω στην ταινία στους εξτρεμιστές Ισραηλινούς εποίκους. Δεν εστιάζω στους στρατιώτες ή στους φανατικούς θρησκευόμενους. Ούτε καν στους δεξιούς. Εστιάζω στους απλούς, ευγενικούς, όμορφους, κανονικούς Ισραηλινούς, οι οποίοι, φυσικά, καταλήγουν να διαπράττουν τα χειρότερα.

Το «Ναι» συνδυάζει διαφορετικά κινηματογραφικά είδη για να αναδείξει τις διαφορετικές πτυχές όσων συμβαίνουν στην ισραηλινή κοινωνία: από τη σάτιρα μέχρι το δράμα και από το μιούζικαλ μέχρι το ρεαλισμό. Εσείς πώς θα μας περιγράφατε την ταινία σας;

Για μένα, το «Ναι» είναι μια ταινία που αρνείται κάθε είδους κατηγοριοποίηση, κάθε είδους απλή κατηγοριοποίηση. Και νομίζω ότι, υπό αυτή την έννοια, η ταινία είναι, ένα είδος κινηματογράφου μυθοπλασίας «με αναβολικά». Νομίζω ότι, υπό αυτή την έννοια, μοιάζει με τη ζωή, η οποία επίσης αρνείται κάθε κατηγοριοποίηση. Η ταινία είναι μια ταινία αγάπης, μια πολιτική ταινία, μια υπαρξιακή ταινία και μια πολεμική ταινία, ένα μιούζικαλ. Είναι χίλια πράγματα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένα κινηματογραφικό είδος, με το οποίο δεν μπορείς να συσχετίσεις αυτή την ταινία. Στο τέλος, αν πρέπει να συνοψίσω την ταινία, πιστεύω ότι, στο «Ναι», υπάρχουν δύο βασικές ταινίες: μια ταινία αγάπης και μια ταινία πολιτικού τρόμου. Κατά κάποιον τρόπο, το ερώτημα είναι αν η αγάπη, η ομορφιά, η οικειότητα, η καλοσύνη μπορούν να υπάρχουν, ενώ διαπράττονται τέτοιες φρικαλεότητες. Όσο προχωρά η ταινία, τόσο περισσότερο η ταινία αγάπης ηττάται μπροστά στην ταινία πολιτικού τρόμου. Και η απάντηση στο ερώτημα κατά κάποιον τρόπο, είναι «όχι», δεν μπορούν να υπάρχουν.

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Πώς μπορεί ο άνθρωπος να ζει σε μια τέτοια κοινωνία, όταν γύρω του συμβαίνουν όλες αυτές οι φρικαλεότητες; Μπορεί να ζει μια φυσιολογική ζωή;

Θα έλεγα ότι η απάντηση που δίνει η ταινία στο ερώτημα αν είναι δυνατόν να ζει κανείς κανονικά υπό τέτοιες συνθήκες, έγκειται στο ότι η προσπάθεια να κανονικοποιήσουμε αυτό που δεν πρέπει να κανονικοποιηθεί, είναι ακριβώς το πρόβλημα. Εννοώ στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται αυτό το ζευγάρι, ο μουσικός και η χορεύτρια. Και ναι, προσπαθούν να ζήσουν μια κανονική ζωή. Μπορούμε να τους καταλάβουμε. Εννοώ, ποιος δεν θα ήθελε να περάσει μια φυσιολογική, ήσυχη βραδιά; Όμως αυτό συμβαίνει, ενώ διαπράττονται φρικτές θηριωδίες, μια ώρα απόσταση με το αυτοκίνητο από το σημείο όπου κάθονται σε ένα πάρκο με το παιδί τους ή του δείχνουν τη θάλασσα για πρώτη φορά. Αυτό συμβαίνει κατά κάποιον τρόπο, γιατί υπάρχει αυτή η πολυπλοκότητα της κατάστασης. Μπορείς να καταδικάσεις έναν πατέρα που θέλει να δείξει στο μωρό του τη θάλασσα για πρώτη φορά; Μπορείς να καταδικάσεις κάποιον που θέλει να πάει το παιδί του στο πάρκο; Μπορείς να καταδικάσεις κάποιον που θέλει να αγαπάει, που θέλει να είναι ευτυχισμένος; Αλλά ενώ συμβαίνουν αυτά τα πράγματα, αν κάνει ησυχία, μπορείς να ακούσεις τις βόμβες που πέφτουν στη Γάζα. Οπότε όλα αυτά γίνονται αισχρά.

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

Ποιες ήταν οι αντιδράσεις στη χώρα σας μετά την κυκλοφορία της ταινίας, γιατί πιστεύω ότι κανείς δεν θα ήταν ικανοποιημένος, ούτε η αριστερά, ούτε η δεξιά, με όσα βλέπουμε σε αυτήν;

Είμαι κατά κάποιο τρόπο πολύ χαρούμενος, ακόμη και περήφανος για το γεγονός ότι το «Ναι» είναι μια ταινία που δεν δημιουργήθηκε για να ικανοποιήσει κανένα από τα πολιτικά στρατόπεδα. Ξέρετε, την ημέρα που μια από τις ταινίες μου θα προβληθεί στην πολιτική συγκέντρωση ενός κόμματος, ακόμα και του κόμματος που ψηφίζω, θα ξέρω ότι απέτυχα. Πιστεύω ότι το καθήκον ενός καλλιτέχνη είναι, κατά κάποιον τρόπο, να βρίσκεται μόνο σε ένα μέρος: στην αντίφαση. Την στιγμή που δίνει μια απάντηση, τη στιγμή που ανήκει σε ένα στρατόπεδο, νομίζω ότι γίνεται δημιουργός απλοϊκών ή ακόμα και προπαγανδιστικών ταινιών. Το «Ναι» είναι μια ταινία που προβλήθηκε σε όλο τον κόσμο. Παντού προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, σκληρές και σφοδρές συζητήσεις. Χώρισε το κοινό σε δύο ομάδες: εκείνους που πραγματικά θαύμαζαν την ταινία, συγκλονίστηκαν από αυτήν και χρησιμοποίησαν κάθε είδους τρελές περιγραφές για να μιλήσουν για την εμπειρία τους και εκείνους που ήταν εξοργισμένοι.

Στο Ισραήλ, φυσικά, η κατάσταση ήταν ακόμη πιο σκληρή: η ταινία και εγώ καταδικαστήκαμε σφοδρά από τον ηλίθιο Ισραηλινό Υπουργό Πολιτισμού, ο οποίος δημιούργησε ένα ειδικό βίντεο στο οποίο με κατηγορούσε ότι έβλαπτα τους στρατιώτες μας, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ιεροί και αγνοί. Ορκίστηκε επίσημα στον ισραηλινό λαό ότι, όσο αυτός βρίσκεται στη θέση του, δεν θα λάβω ούτε ένα σεντ από τον κρατικό προϋπολογισμό. Δεν με νοιάζει καθόλου. Πιστεύω ότι αυτός είναι ήδη ένας πολύ καλός λόγος για να δει κάποιος την ταινία. Νομίζω ότι ξεχάσαμε ποιος είναι ο ρόλος — μερικές φορές ξεχνάμε — ποιος είναι ο ρόλος του κινηματογράφου και της τέχνης. Ο κινηματογράφος έχει ως σκοπό, πρώτα απ’ όλα, να μας φέρει σε σύγκρουση με τον εαυτό μας.

Σε σχέση ακριβώς με αυτό που λέτε για το ρόλο του κινηματογράφου αλλά και την κατάσταση στη Γάζα, ο Βιμ Βέντερς είπε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου ότι οι κινηματογραφιστές και η διοργάνωση πρέπει να μένουν μακριά από την πολιτική και να κάνουν τη δουλειά των ανθρώπων και όχι τη δουλειά των πολιτικών. Ποια είναι η άποψή σας;

Μερικές από τις ταινίες του Βιμ Βέντερς, όταν άρχισα να γυρίζω ταινίες, με επηρέασαν πάρα πολύ. Όπως πολλοί άλλοι σκηνοθέτες, έχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου. Διαφωνώ φυσικά με αυτή την άποψη. Δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι αποκομμένος από την πολιτική. Το μοναδικό χαρακτηριστικό μιας ταινίας όπως το «Ναι» είναι ότι τα πάντα είναι πολιτικά και ταυτόχρονα τίποτα δεν είναι πολιτικό. Εννοώ, το πρωινό φιλί είναι πολιτικό και ίσως ένας πολιτικός μονόλογος να είναι στην πραγματικότητα πολύ οικείος και προσωπικός. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό που ήθελε να πει ο Βιμ Βέντερς, αν και ίσως το διατύπωσε άσχημα, ήταν ότι οι κινηματογραφιστές πρέπει να αρνούνται κάθε απλοϊκή πολιτική ταύτιση. Ότι η ταινία δεν πρέπει να είναι σαν ένα οπτικοακουστικό άρθρο, αλλά σαν μια οπτικοακουστική δήλωση, ότι οι ταινίες πρέπει να επιμένουν να προχωρούν πέρα από το να κάνουν απλώς μια πολιτική δήλωση. Σε αυτό συμφωνώ.

Μετά, όταν κοιτάζω το χάος της εποχής μας, όταν κοιτάζω τον κόσμο στον οποίο ζούμε και όταν βλέπω ταινίες, νιώθω ότι, αντί να έχουμε τον κλασικό μας ρόλο ως καλλιτέχνες, που σημαίνει να είμαστε μπροστά από τα γεγονότα ή να ρίχνουμε τον εαυτό μας στη φωτιά και να την αντιμετωπίζουμε, πάρα πολλές ταινίες, η συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών, έχουν γίνει ένα είδος ηρεμιστικών. Έχουν γίνει ένα είδος ηρεμιστικών, και υπό αυτή την έννοια, κατά κάποιον τρόπο, συνεργάζονται με τις φρικαλεότητες.

Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο σχετικά με την τέχνη και τους καλλιτέχνες σε αυτή την ταινία; Διότι οι πρωταγωνιστές σας είναι καλλιτέχνες, οι οποίοι αποφασίζουν να εκφράσουν με διαφορετικούς τρόπους την υποτέλειά τους στην εξουσία, τη στρατιωτική και πολιτική εξουσία. Είναι διατεθειμένοι και κάνουν τα πάντα για να την ικανοποιήσουν και να αποκτήσουν στη συνέχεια τα χρήματα για τη δική τους ζωή. Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος της τέχνης σε σχέση με την πολιτική και την εξουσία και με όσα συμβαίνουν γύρω μας; Να λέει «ναι» σε όλα;

Νομίζω ότι οι καλλιτέχνες έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Τους αρέσει να πιστεύουν ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους και ότι, ενώ οι άλλοι φωνάζουν «ναι», προσχωρώντας στο χειρότερο πολιτικό στρατόπεδο, χωρίς να μπορούν να αντισταθούν, εκείνοι κάθονται στην κορυφή ενός βουνού, αποστασιοποιούνται ή αντιστέκονται. Νομίζω ότι αν μπορούμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, ζούμε σε μια εποχή όπου η τέχνη και οι καλλιτέχνες είναι πιο αδύναμοι από πριν. Η θέση και το κύρος της τέχνης έχει αλλάξει. Ζούμε σε κοινωνίες που λατρεύουν την εξουσία και το χρήμα. Κατά κάποιον τρόπο, δεν νιώθεις ότι χρειάζονται πραγματικά την τέχνη ή τους καλλιτέχνες. Νομίζω ότι σε τέτοιες στιγμές οι ίδιοι οι καλλιτέχνες βρίσκονται στην ίδια θέση με όλους τους άλλους: προσπαθούν να επιβιώσουν, προσπαθούν να αναζητήσουν κανονικότητα σε μέρη, όπου η κανονικότητα δεν υπάρχει. Προσπαθούν να έρπουν όπως όλοι οι άλλοι, ελπίζοντας ίσως να βρουν λίγα ψίχουλα από από τα πλούσια δείπνα των ισχυρών. Οπότε νομίζω ότι η ταινία παρουσιάζει το προφίλ ενός καλλιτέχνη, αλλά και πάλι, χωρίς αυτό το είδος ναρκισσιστικής τάσης της τέχνης, χωρίς το ναρκισσιστικό βλέμμα των καλλιτεχνών για τη δική τους αντανάκλαση.

Ο τίτλος της ταινίας είναι «Ναι». Εσείς λέτε ναι σε τι;

Νομίζω ότι το «ναι» είναι, κατά κάποιον τρόπο, ίσως η τραγωδία της ύπαρξής μας. Γιατί ποιος δεν θέλει να πει «ναι»; Νομίζω ότι μερικές φορές, νιώθουμε, νιώθω ότι είμαστε εθισμένοι στο να λέμε «όχι» σε όλα. Αυτό είναι τρομερό, γιατί ποιος δεν θέλει να πει «ναι» στη ζωή, «ναι» στην ομορφιά της και «ναι» στα χρώματα και «ναι» στον ήλιο και «ναι» στο καλοκαίρι και «ναι» στη θάλασσα και «ναι» στα φρούτα και «ναι» στα λαχανικά. Είμαστε στην Κύπρο, μπορείτε να το αντιληφθείτε. Εννοώ, όπως και στο Ισραήλ, έχουμε υπέροχα λαχανικά και υπέροχα φρούτα και όλα είναι τόσο νόστιμα και τόσο ζωντανά. Είναι τόσο υπέροχα. Έτσι αρχίζεις να λες «ναι» σε όλα αυτά και καταλήγεις να χορεύεις με τον διάβολο.

Με όλα αυτά που συμβαίνουν στη Γάζα, το Λίβανο και τη Μέση Ανατολή, αλλά και τις αντιδράσεις στον υπόλοιπο πλανήτη, πώς αισθάνεστε ως Ισραηλινός;

Νομίζω ότι το να είσαι Ισραηλινός αυτή τη στιγμή είναι σχεδόν αδύνατο. Είναι σχεδόν αδύνατο καταρχάς, λόγω αυτών που κάνει το Ισραήλ. Είναι επίσης σχεδόν αδύνατο, γιατί νομίζω ότι οι άνθρωποι πάντα αναζητούν μια μορφή διχοτόμησης. Μπορώ να μιλήσω όμως μόνο για μένα. Όλη η κινηματογραφική μου πορεία είναι ένας χορός μίσους και οικειότητας με την πατρίδα μου. Δεν είμαι ο Τσε Γκεβάρα. Ποιος είναι; Πλήρωσα όμως το τίμημα και πήρα ρίσκο για να διατηρήσω τις απόψεις μου και να κάνω τις ταινίες που κάνω. Νομίζω ότι συχνά οι άνθρωποι, από αυτή την άποψη, στερούνται πολυπλοκότητας και δεν μπορούν να μην βλέπουν τα πράγματα με δυαδικό τρόπο. Ότι όλα είναι άσπρο-μαύρο, ναι-όχι. Οπότε δεν είναι εύκολο να είσαι σήμερα Ισραηλινός, αλλά ούτε πρέπει να λυπάσαι υπερβολικά τον εαυτό σου.

Ήταν εύκολο να βρείτε διανομή; Με μια τέτοια ταινία είναι δύσκολο να βρει κανείς διανομή, όχι μόνο στο Ισραήλ, αλλά και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ.

Ναι, δεν ήταν εύκολο να βρούμε διανομή για την ταινία, επειδή ζούμε στην εποχή του φόβου. Νομίζω ότι ίσως είναι αστείο. Είναι ειρωνικό, γιατί η ταινία, κατά κάποιον τρόπο, ασχολείται και αυτή με τον φόβο. Αντιμετώπιζε έναν τεράστιο, απέραντο φόβο, κυρίως από κινηματογραφικούς θεσμούς, όχι από τους θεατές, όχι από το κοινό, όχι από τους κριτικούς κινηματογράφου, αλλά μερικές φορές από θεσμούς. Ξέρεις, νομίζω ότι ήμουν λίγο αφελής σχετικά με αυτό. Πάντα πίστευα ότι όταν φτάνεις να διευθύνεις έναν ισχυρό θεσμό, αποκτάς ένα βαθμό εξουσίας που σου δίνει ελευθερία και που μπορεί να σου δώσει θάρρος. Έμαθα ότι όσο περισσότερη εξουσία έχεις – γενικεύω, βέβαια – τόσο πιο φοβισμένος γίνεσαι. Ναι, αντιμετωπίζουμε έναν τεράστιο φόβο, αλλά και με ένα τεράστιο θάρρος.

Έχετε βρει έναν τρόπο να διαχειρίζεστε όλα όσα συμβαίνουν γύρω σας; Επειδή στην ταινία οι καλλιτέχνες εγκαταλείπουν τα πάντα. Κάποιοι άλλοι εκδικούνται για ό,τι έγινε. Υπάρχει λοιπόν ένας προσωπικός μηχανισμός διαχείρισης όλης αυτής της κατάστασης που συμβαίνει αυτή τη στιγμή;

Προφανώς, ναι, δεν είναι μια ταινία που δίνει μια ξεκάθαρη λύση. Δεν είναι η ταινία που τελειώνει λέγοντας ότι πρέπει να κάνεις αυτό ή εκείνο, ή ότι αν θέλεις να λύσεις το πρόβλημα, μπορώ να σου δώσω τη συνταγή. Δεν είναι τέτοιου είδους ταινία. Στο τέλος της ταινίας, οι χαρακτήρες φεύγουν. Εγώ έφυγα από το Ισραήλ πριν από πέντε χρόνια. Ζω σε μια μορφή εξορίας στο Παρίσι. Αλλά αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι αυτή είναι μια λύση για όλους. Για μένα, αν υπάρχει λύση ή αν υπάρχει κάποιο επίπεδο ελπίδας στην ταινία, αυτό είναι πρώτα απ’ όλα το γεγονός ότι υπάρχει αγάπη στην ταινία. Νομίζω ότι υπάρχει πολλή αγάπη. Με αυτή την έννοια, είναι μια ταινία που ξεκινά με ένα φιλί και τελειώνει, για μένα, με την πιο ρομαντική χειρονομία που είναι δυνατή στις μέρες μας. Και το άλλο πράγμα, νομίζω, είναι η ελευθερία του σκηνοθέτη και η ελευθερία της ταινίας. Πιστεύω ότι μπορείς να μιλάς για πολύ σκοτεινά και αινιγματικά πράγματα, αλλά όσο η ταινία είναι ζωντανή, ελεύθερη, άγρια, αναρχική και πανκ, υπάρχει ζωή. Και όταν υπάρχει ζωή, υπάρχει ελπίδα.

«Ναι»
«Ναι» Nadav Lapid

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Σκηνοθεσία - Σενάριο: Nadav Lapid

Φωτογραφία: Shaï Goldman

Ήχος: Moti Hefetz

Μοντάζ: Nili Feller

Κοστούμια: Sandra Berrebi

Μουσική: Sleeping Giant με τη συμμετοχή του Omer Klein

Πρωταγωνιστούν: Ariel Bronz, Efrat Dor, Naama Preis, Alexey Serebryakov

Παραγωγοί: Les Films du Bal (Judith Lou Lévy) et Chi-Fou-Mi Productions (Hugo Sélignac & Antoine Lafon)

Συμπαραγωγοί: Bustan Films (Thomas Alfandari – Israël), AMP Filmworks (Janine Teerling, Marios Piperides – Chypre), Komplizen Film GmbH (Janine Jackowski, Jonas Dombach, Maren Ade – Allemagne), Arte France Cinéma, Trésor Films (Alain Attal – France) ZDF/Arte

Χώρες συμπαραγωγής: Γαλλία, Ισραήλ, Κύπρος, Γερμανία

Διανομή: Les Films du Losange

Έτος παραγωγής: 2025

Μετάβαση στις συντομεύσεις προσβασιμότητας
Μοιραστείτε το Σχόλια Ακολουθήστε τo Euronews στο Google

Σχετικές ειδήσεις

Μετά τις εκκλήσεις για μποϊκοτάζ, ο Nadav Lapid αποχωρεί από φεστιβάλ Μασσαλίας

Μπερλινάλε: Στα «Συνώνυμα» του Ναντάβ Λαμπίντ η Χρυσή Άρκτος

Τζόελ και Ίθαν Κοέν ανακηρύσσονται φετινοί αποδέκτες του Βραβείου Λιμιέρ